Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τα “Μαλεβίζα” των αναμνήσεων

Δημοσιεύτηκε

στις

Πολλοί είναι εκείνοι που κάποτε πήγαν στην επαρχία Μαλεβιζίου της Κρήτης τη δεκαετία του 60 και 70, για να εργαστούν στα πολλά αμπέλια της περιοχής


Είτε για να έχουν τα χρήματα που είναι απαραίτητα στον κάθε ένα, είτε για τα καλαμπούρια που γινόταν μεταξύ των εργατών, οσάκις βρισκόταν η ευκαιρία!

Η μεγαλύτερη δεξαμενή εργατών για τους αμπελουργούς τότε, ήταν η Γαλιά, το χωρίο μου.

Αμπελοπαραγωγοί μεγάλοι, από τα χωριά Πενταμοδι, Βούτες, Άγιο Μύρωνα, Σταυράκια, μέχρι και το Κρουσώνα, εκανόνιζαν είκοσι μέρες πιο μπροστά για να εξασφαλίσουν την εργατιά της χρονιάς, από δέκα έως και είκοσι άτομα.

Δουλειά πάντα έπιαναν την επόμενη εργάσιμη μετά της Παναγιάς τον Δεκαπεντάυγουστο.

Έπαιρναν λοιπόν τηλέφωνο έναν υπεύθυνο από το χωριό μας για να μεριμνήσει και να νοιαστεί να βρει όσα άτομα χρειαζόταν το αφεντικό, και να κανονίσει και για το μεροκάματο.

DSCN0779

Συνήθως ζήταγαν άνδρες και γυναίκες. Όμως οι Γαλιανοί έστελναν εκβιαστικά και τα παιδιά τους, με τη συμφωνία να πληρώνονται κι αυτά όσο και οι γυναίκες!

Οι άνδρες φυσικά έπαιρναν μεγαλύτερο μεροκάματο από τις γυναίκες, γιατί η εργασία για αυτούς ήταν πιο δύσκολη!

Κι αν κανένας (όπως εμένα), τον έβλεπε το αφεντικό πως δούλευε με μεγαλύτερο φιλότιμο από τους άλλους, του έδινε κάτι τις παραπάνω στη πληρωμή, για να τον καλοπιάσει να τον έχει και του χρόνου!

Οι γυναίκες ήταν κόφτρες και απλώστρες συνήθως, ενώ οι άνδρες κουβαλέδες, η αλουσιδιάστες που ήταν πιο βαριές δουλείες.

Τα παιδιά κι εκείνα έκοβαν σταφύλια, η κουβαλούσαν φορτώνοντας τα τσιγκάκια στο γαϊδούρι.

Τα αφεντικά τότε αυστηρά και απαιτητικά.

Για να δώσουν το κανονικό μεροκάματο στα παιδιά, και να μη νομίζουν ότι δουλεύουν καταχρηστικά, τα έστελναν για διάφορες δουλείες όση ώρα ξεκουραζόταν η εργατιά.

Να πάνε το μεσημέρι μέχρι να μαζευτούν όλοι για φαγητό, να μεταδέσουν τις κατσίκες, να τις ποτίσουν, να ποτίσουν και το γάιδαρο κλπ.

Φυσικά κάθε πρωί άρμεγαν τις κατσίκες οι εργάτες, αλλά το γάλα το κρατούσε πάντα το μεγάλο αφεντικό με τη γρια του!

Πρωί πρωί πριν ξημερώσει ο ήλιος, από τις 6 είχε εγερτήριο, και για πρωινό είχε ένα καφέ η τσάι με παξιμάδι και ελιές.

Κατά τις 10 είχε κολατσό που ήταν αποκλειστικά ντοματοσαλάτα, η ψωμί και ελιές, λίγο τυρί και σταφύλια.

Κατά τις 2 είχε στάση ένα δίωρο και φαγητό κυρίως φτωχό, όσπρια πάντα με σαλάτα, κουκιά φασόλια ρεβίθια και σπάνια η σχεδόν καθόλου κρέας!

Τα αφεντικά δεν άφηναν εύκολα τους εργάτες χωρίς επιτήρηση.

Είτε θα είχαν ένα δικό τους άνθρωπο κοντά, είτε καμιά φορά το γέρικο αφεντικό κρυβόταν κάπου σε ένα ύψωμα κι από κει επιτηρούσε απέναντι τη πλάγια που ήταν το αμπέλι του.

Αν έπαιρναν χαμπάρι ότι κάποιος δεν δούλευε, τότε τον έδιωχναν.

Μάλιστα ένα αφεντικό που δούλευα, ενώ μας παρακολουθούσε, τον πήρε ο ύπνος και βράδιασε, και εκεί μένοντας ώρες, και έβγαλε κρύο, οπότε έπαθε πνευμονία, και μετά από λίγους μήνες πέθανε.

Τα σταφύλια που τρυγούσαμε, ήταν κυρίως σουλτανιά, και σπάνια ταχτάδες.

Οι ταχτάδες ήταν ένα υπέροχο πεντανόστημο σταφύλι με μεγάλες ρώγες που έβγαζε και αυτό μια πολύ περιζήτητη σταφίδα.

Τα σταφύλια τα κόβανε οι κόφτες, τα μετέφεραν οι κουβαλέδες, τα αλουσιδιάζαν οι αλουσιδιάστες και τα άπλωναν οι απλώστρες είτε σε επίπεδο οψηγιά, είτε σε… κρεμαστό!

Ειδική κατασκευή μεταλίκι, ήταν ο κρεμαστός οψηγιάς, με θέσεις δεξιά αριστερά για να μπαίνουν τα σταφύλια να ξηραίνονται στον ήλιο.

Η μεταφορά γινόταν με τα τσιγκάκια, μεταλλικά δοχεία με δυο χερούλια και τρύπες γύρω γύρω.

Αργότερα αυτά αντικαταστάθηκαν με πλαστικά.

Η σκληρή εργασία, ο ήλιο να καίει τα πάντα και να μαυρίζει τα δέρματα, παντού να μυρίζει μούστος και αλουσά, να κολλάνε τα ρούχα, τα χέρια, και το βράδυ το νερό λιγοστό για τον κάθε ένα για ένα μπάνιο!

Αυτή ήταν μονάχα η μια όψη του ίδιου νομίσματος…

Γιατί από την άλλη, γινόταν και πολλά καλαμπούρια, πειράγματα, ακόμα και φλερτ εν ώρα εργασίας!

Εφώναζε η απλώστρα που ήταν προκομμένη και τελείωνε τα σταφύλια τάκα τάκα..

-Σταφύλια!!!!!!!!!!!!!

Ο εργάτης που τα κουβαλούσε απαντούσε από μακρυά..

-Σε φιλώ στα χείλια!!!!!!!!!!!!!!

Τέτοια παρόμοια και πολλά άλλα γινόταν στο αμπέλι.

Αρκετοί νέοι είναι αυτοί, που καλόβλεπαν τη κοπελιά εργάτρια που δούλευαν παρέα, και τελικά τα φτιάξανε και παντρευτήκανε μάλιστα!

Τα βράδια δεν έλειπε και ένα μπουζουκάκι στην παρέα, και το τραγούδι μετά το φαγητό και μετά από μερικά κρασάκια πήγαινε σύννεφο!

Τα αγόρια θέλανε να δείξουν τον καλύτερο τους εαυτό, θεωρούσαν χρέος τους να διασκεδάσουν τα κορίτσια και τη παρέα όλη να γελάνε και να περνάνε καλά!

Πολλές φορές στηνότανε κανονικό χοροστάσι!

Άμα τελείωνε αρχές του Σεπτέμβρη το αφεντικό, τότε τους εργάτες του τους πρότεινε και σε άλλο χωριανό του για όσους ήθελαν να δουλέψουν κι άλλες μέρες. Κάποιοι που είχαν μαθητές, έφευγαν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη για να πάνε να ετοιμαστούν.

Τα λατζούνια ήδη είχαν αρχίσει να πετάγονται από τη γης, και αυτό για τον μαθητή ήταν ”κακό σημάδι” γιατί ένοιωθε ότι το καλοκαίρι τελειώνει!

Μερικοί όμως, κυρίως άνδρες, έμεναν και στο μάζεμα της σταφίδας.

Να τη μαζέψουν να τη καθαρίσουν, να τη σακιάσουν,και να τη φορτώσουν στη καρότσα του τραχτεργιού για να πάει στις αποθήκες.

Είχε αρκετό χρήμα τότε η σταφίδα, αλλά και οι πάντα προκομμένοι χωριανοί μας, δεν έχαναν την ευκαιρία να έχουν χρήμα, την εποχή εκείνη που οι μαθητές θέλανε τα βιβλία τους, τα τετράδια τους, να ντυθούν και να ξεκινήσει ομαλά η χρονιά, χωρίς προβλήματα…

Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αληθινές ιστορίες της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Πιο παλιά οι άνθρωποι εκάνανε πολλά κοπέλια και δημιουργούσανε φατρίες-γενιές μεγάλες, δεμένες συγγενικά, που βρίσκονταν πολύ κοντά σε χαρές και λύπες


Μάλιστα το δέσιμο φαινότανε περισσότερο στο ζόρε απάνω.

Στη δουλειά ενοιώθανε τη χαρά και τη γλυκύτητα του ψωμιού που το γλυκομασούσανε με την ελιά από το ράσινο λιοσάκκουλο και οι τσιγαρίδες, τις μέρες που ακολουθούσαν τα Χριστούγεννα, ήταν στην εξοχή το κολατσό και πολλές φορές και το μεσημεριανό φαγητό.
Μαζί με αυτό το απλό φαγητό και με το συνδυασμό του καλού κρασιού, ήταν απόλαυση γευστική, που θα μπορούσε να συγκριθεί με την αμβρόσια των Ολύμπιων Θεών χωρίς καμία υπερβολή.
Για την απλότητα και γνησιότητα αυτών των ανθρώπων της εποχής εκείνης, σας αναφέρω τις παρακάτω ιστορίες,όπως μου τις περιέγραψε ο Μ.Ι.Νικολούδης και που τις άκουσε και αυτός από τους παλαιότερους.
Μια από αυτές τις μεγάλες οικογένειες, ήταν και του γέρο Φανουρογιάννη.
Στην αφήγηση του μου ανέφερε πως, όπως του τον είχε περιγράψει ο Στεφανής του Αντρεογιώργη, ο γέρο Φανουρογιάννης ήταν ψηλός, εύσωμος, έξυπνος, εργατικός και με το δικό του Βοριζανό χιούμορ.
Εδημιούργησε ολόκληρη γενιά, τη γενιά των »Φανουρογιάννηδων». Δηλαδή τις γενιές του Φανουρονικολή, του Φανουροφανούριο, του Φανουροζαχάρη, της Φανουρομαρίας, που ο άντρας της ήταν ο Καραμανιτοθεοχάρης ή Κοζώνης και της Φανουρολαμπρινιάς.
Η κάθε μια από αυτές τις γενιές, ήταν και μια ολόκληρη ξεχωριστή γενιά, αφού ο καθένας έκανε οκτώ-δέκα κοπέλια και κάθε κοπέλι άλλα τόσα.

«Απόγονος του γέρο Φανουρογιάννη, τριππάπους στο σειρά, από τη μεριά της Μάνας του, είναι ο γράφων».

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ

<< Στα Βορίζια, παρ’ όλο που ήταν φτωχό χωριό, είχε ξεπέσει, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, ένα φτωχόπαιδο από το χωριό Αβδού Πεδιάδας, που το λέγανε Καγιαμπή.
Το κοπέλι αυτό το πήρε ο Φανουρογιάννης φαμεγιούρι(υπηρέτη).
Τους φαμέγιους τους ελέγανε και δούλους και ήτονε πραγματικά δούλοι, γιατί δουλεύανε για ένα κομμάτι ψωμί.
Μια μέρα, που εκαλουργίζανε στις Γαλιανές κορφές, Καλοκαιράκι βέβαια, και η ζέστη μεγάλη ήτανε, τους τέλειωσε το νερό από το φλασκί και λέει ο Φανουρογιάννης του Καγιαμπή:
– Άμε μρε Καγιαμπή στο Σφακοπήγαϊδο να γεμίσεις το φλασκί νερό γιατί διψώ.
Πρέπει νάτανε κάπως μακριά η καβούσα του Σφακοπήγαϊδου από τις Κορφές, γιαυτό και ο Καγιαμπής με όλη του τη βαρεσά λέει στ’ αφεντικό του:
– Δεν πάω ‘γω, μονό να το κατέχεις. Εγώ δε διψώ.
– Άμε μρε του λέει ο γέρος, γιατί εγώ κακομοίρη διψώ πολύ.
– Όϊ δε πάω του λέει ο Καγιαμπής.
Τότε ο Φανουρογιάννης καλοκάγαθος και πονηρός έπαιξε παιγνίδι στο Καγιαμπή.
– Έ φέρε τουλάχιστο, του λέει, δυο χαρούπια από τη βούργια να τα φάω που ξεδιψούνε!!!!
Φέρνει λοιπόν ο Καγιαμπής τη βούργια, πιάνει ο γέρος δύο χαρούπια και έκανε πως τά ‘τρωγε.
Ο Καγιαμπής νομίζοντας πράγματι ότι ξεδιψάζουνε τα χαρούπια, με τα λεγόμενα του γέρο, έφαε ένα σωρό χαρούπια (τις σοκολάτες της εποχής εκείνης), αδειάζοντας τη βούργια.
Μόνο οι ελιές έμείνανε στο σακούλι.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ελύσαξε από τη δίψα, οπότε λέει στο Φανουρογιάννη:
– Να πάω μπάρπα να γεμίσω το παγούρι νερό;;
– Όϊ να μη μπας, μα εγώ εξεδίψασα. Εσύ δεν ξεδίψασες;;
– Εγώ μπάρπα εσοδίψασα και θα πάω στην καβούσα!

– Ε άμε, του λέει ο γέρος πονηρά, μονό να ρθείς γλήγορα γιατί βραδιάζει!!!>>.

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ ΚΑΙ Η ΣΦΥΡΙΑ

<< Μια άλλη φορά, ήτανε Χειμώνας, μέρες Χριστουγέννω φαίνεται, και καθότανε η οικογένεια του Γέρο-Φανουρογιάννη στο τζάκι, όπου εκαίγανε πριναροκούτσουρα και εψήνανε στην αθράκα κουκιά.
Μια κοπανιάς λέει ο γέρο Φανουρογιάννης στο Καγιαμπή:
– Πόσο βάνεις στοίχημα Καγιαμπή να βγεις όξω στην αυλή και μέχρι να σφυρίξω τρεις φορές να έχεις μπει μέσα στο σπίτι::
Ο Χειμώνας βέβαια ήτανε δυνατός και το κρύο τσουχτερό και ανυπόφορο.
– Εγώ μπάρπα βάνω στοίχημα πως δεν μπαίνω μέσα.
– Ε, έβγα όξω να δούμε!!
Βγαίνει λοιπόν όξω ο Καγιαμπής ζεστός καθώς ήταν από τη φωτιά, κλείνουνε τη μπόρτα από μέσα, σφαλίζουνε και το πανωπόρτι και παίζει ντελόγο ο Φανουρογιάννης τη πρώτη σφυριά με τα δυο δαχτύλια τσι κάθε χέρας στο στόμα.
Μετά μισή ώρα, περίπου, παίζει τη δεύτερη σφυριά.
Δεν έπαιξε όμως τρίτη μονό περίμενε.
Ο Καγιαμπής, »ο μαύρος», ετουρτούριζε όξω και σε κάμποση ώρα φωνάζει, τρευλίζοντας, του Φανουρογιάννη:
– Π α ί ξ ε μπάρπα και την άλλη σφυριά!!!
– Άστηνε μρε Καγιαμπή και τη ……ταχινή θα τηνε παίξω!!
– Έμα να μπώ θέλω σκιάς μέσα, μονό να το κατέχεις!!

– Ναι μα θα χάσεις το στοίχημα. Δε σου τόπα!!!>>.

Ο ΦΑΝΟΥΡΟΝΙΚΟΛΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

<< Γυιος του Φανουρογιάννη ήταν ο Φανουρονικολής. Ήτανε δυνατός, αντρίκλα σαν τον πατέρα του και καλοκάγαθος όπως εκείνος. Μια φορά εβρέθηκε, επί Τουρκοκρατίας βέβαια, στη φυλακή, μαζί με το Νικολακάκη και άλλους Βοριζανούς. Είχανε φαίνεται ένα Τούρκο δεσμοφύλακα πολύ σκληρό και άγριο, που τους κακομεταχειριζότανε και εκάμανε συνενόηση να τόνε προσβάλουνε, να τόνε δέσουνε και μετά να αποδράσουνε όλοι μαζί. Ο Νικολακάκης που ήτανε ο πιο ζωηρός, για να μην πω ο πιο πονηρός, έβαλε την ιδέα στο Φανουρονικολή, τον πιο γεροδεμένο ντως, να του »κενωθεί» (επιτεθεί) πρώτος και στη συνέχεια θα τόνε πλακώνανε και οι γιαποδέλοιποι. Μέσα στη φυλακή όμως ήτανε συγκρατούμενος και ένα τουρκάκι-ντελικανιδάκι, το οποίο επήρε χαμπάρι τη συζήτηση των Γκραικώ και έκαμε πρέφα (έκαμε γνωστό) στο τούρκο δεσμοφύλακα, για να τόχει τάχατες »λάσκα». Ο δεσμοφύλακας, που καθώς είπαμε ήταν σκληρός και δυνατός άντρας, παίρνει τον αργιλέ ντου, ανοίγει τη πόρτα του κελιού και κάθεται με τόνα πόδα πάνω στον άλλο καπνίζοντας αμέριμνος τη πίπα του αργιλέ. Μετά βγάνει από τη τσέπη ντου ένα μπιτσάκο, τον ανοίγει και καρφώνει τη λεμπίδα στο μηρό ντου εξακολουθώντας να ρουφάει τον αργιλέ, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Ίσαμε να τόνε δούνε οι φυλακισμένοι επαγώσανε και τόσε λέεει ο Φανουρονικολής: – Ιδέ μρε!!!! Γιά την κοινωνιά μου κακομοίρηδες!!!!! Νάχε ντου μοντάρω και δε θα λα φάω μπιτσακίδια!!! >>.

Δύσκολες, ομολογουμένως, εποχές, χαλεποί καιροί, φτώχεια μεγάλη, όμως παρ’ όλα αυτά οι χωριάτες και μάλιστα οι Βοριζανοί είχανε τις όμορφες στιγμές τους.
Τακτικά έπαιζαν »το θέατρό τους», για να διασκεδάσουνε κάτω από το φόβο και την απειλή του τούρκικου γιαταγανιού.

Αφήγηση : Μιχάλης Ι. Νικολούδης, γιατρός.
Επεξεργασία κειμένου: Φανούριο Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κυνηγώντας με τη σφεντόνα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέλος 10ετίας του ’40 αρχές της 10ετίας του ’50 στο μικρό ορεινό χωριό Απίδια Σητείας


Σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού είμαστε οπλισμένα με σφεντόνες για το κυνήγι των πουλιών. Τότε ήταν πάρα πολλά στην περιοχή μας. Δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα και άλλα δηλητήρια, για να τα εξοντώνουν. Όμως ο δραγάτης* μάς κυνηγούσε και, αν μας έπιανε, έκανε «κατάσχεση» της σφεντόνας. Γι αυτό και, όταν τον βλέπαμε να πλησιάζει, γινόμαστε «καπνός». Είχαμε το δικό μας όπλο, για να αποφύγουμε την κατάσχεση της σφεντόνας από τον αγροφύλακα. Τη γρηγοράδα μας στο τρέξιμο! Αδύνατο να μας πιάσει ο δραγάτης! Αλλά, ακόμη κι αν πέφταμε στα χέρια του καθώς περνούσαμε δίπλα από την ενέδρα του και χάναμε έτσι τη σφεντόνα μας, πολύ γρήγορα φτιάχναμε άλλη. Χρειαζόμαστε ένα ξύλο διχαλωτό (διχάλι) δυο ειδικά λάστιχα και ένα πετσάκι από μαλακό δέρμα, όπου θα βάναμε τα «πολεμοφόδια», τις μικρές στρογγυλές πέτρες. Το διχάλι φτιάχναμε από κλαδιά αγριελιάς ή πριναριών. Διαλέγαμε το κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, το κόβαμε από το μητρικό φυτό, το καθαρίζαμε από τα φύλλα και τα μικρά κλωναράκια. Για να αποκτήσει το κατάλληλο, καμπυλωτό σχήμα δέναμε με σύρμα τις πάνω άκρες του και το αφήναμε κάποιες μέρες για να ξεραθεί και να σταθεροποιήσει το σχήμα αυτό. Όταν πια νομίζαμε ότι ήταν καλό, λύναμε το σύρμα και δέναμε στις άκρες του διχαλιού τα δυο λάστιχα. Τα βρίσκαμε στο εμπόριο, σε μαγαζιά.

Κάποιες φορές σε περίπτωση έλλειψης κόβαμε στενές λουρίδες από σαμπρέλες αυτοκινήτων, για να τα βάλομε σαν λάστιχα στη σφεντόνα μας. Πολύ πρόχειρη αυτή η κατασκευή και χωρίς πολλές επιτυχίες στη σκόπευση! Όμως πενία τέχνας κατεργάζεται! Το πετσάκι, ένα κομμάτι από μαλακό δέρμα, το βρίσκαμε στα τσαγκαράδικα του χωριού. Τέτοια μικρά κομμάτια είχαν αρκετά. Γεμίζαμε τις τσέπες μας με μικρές στρογγυλές πέτρες, πολεμοφόδια για το κυνήγι που θα ακολουθούσε. Τις ελεύθερες μας ώρες, κυρίως τις μεσημεριανές, μετά τη βόσκηση των ζώων και την επιστροφή μας στο σπίτι, ξαμολιόμαστε στις γύρω από το χωριό περιοχές, άλλοτε με παρέα τους φίλους αλλά τις πιο πολλές φορές μόνοι, όπου υπήρχαν δέντρα και η προσπάθεια και η αγωνία μας ήταν πόσα πετούμενα θα είχαμε πετύχει με την επιστροφή μας στο σπίτι. Το μεσημεριανό φαγητό δε μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Γνωρίζαμε ότι στην περιπλάνησή μας την ώρα του κυνηγιού θα συναντούσαμε δέντρα αλλά και αμπέλια με πολλούς εύχυμους και ώριμους καρπούς, για να κορέσουμε την πείνα μας!

Τα πιο συνηθισμένα πτερωτά θηράματά μας ήταν: λαδάκια (με φαιοπράσινο- λαδί χρώμα του πτερώματός τους), κεφαλάδες ( με κεφάλι αναλογικά μεγάλο για το σώμα του), γλωσσάδες (με τη μεγάλη στενόμακρη γλώσσα τους) και ασκορδαλοί (κορυδαλλοί). Σπάνια κίτρινους ή μελισσοφάδες και ακόμη πιο σπάνια κανένα τσαλαπετεινό ή αγριοπερίστερο. Τέτοιες επιτυχίες είχαν οι πιο δεινοί σκοπευτές. Ένας τέτοιος ήταν ο Μιχάλης Χρυσοφάκης από την Ιεράπετρα, εγγονός του θείου μου του Χατζή (Ιωάννη Γιακουμάκη), ο οποίος περνούσε μεγάλο χρονικό διάστημα τα καλοκαίρια στο Έξω Απίδι, κοντά στον παππού και τη γιαγιά του. Ένας άλλος καλός σκοπευτής με τη σφεντόνα ήταν το Νικολάκι του Καβαλάρη. Ήταν αυτός που κάποιοι τον αποκαλούσαν «απόρακη», όμως έπαιρναν την πληρωμένη απάντηση, όπως αναφέρω σε άλλο σημείο του βιβλίου μου «Με της μνήμης τα φτερά ταξιδεύω στα παλιά».

Επιστρέφοντας από το κυνήγι καμαρώναμε για τις επιτυχίες μας! Συνοριζόμαστε με άλλα παιδιά του χωριού. Το κυνήγι ασχολούμαστε οι ίδιοι για την προετοιμασία του για το ψήσιμο. Μαδούσαμε τα φτερά, σκίζαμε και καθαρίζαμε από τα εντόσθια, κόβαμε τις άκρες των ποδιών από το γόνατο και κάτω. Τα πλύναμε, τα αλατίζαμε και ήταν πια έτοιμα για ψήσιμο. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, καθώς το σκέφτομαι είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσα να το κάνω! Βέβαια άλλες οι σημερινές και άλλες οι τότε συνθήκες! Κάποιες φορές, αν υπήρχε αρκετή ποσότητα κυνηγιού, η μητέρα μάς τα τηγάνιζε ή τα έψηνε πιλάφι με ρύζι ή χόντρο. Τις πιο πολλές όμως φορές τα ψήναμε οφτά μέσα σε πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς! Οι οφτές πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς, με αλάτι και λεμόνι, μας άρεσαν ιδιαίτερα. Ακόμη περισσότερο, όταν εφαρμόζαμε μια δική μας πατέντα, τη δική μας εφεύρεση και συνταγή. Ανοίγαμε τις πατάτες, όπως σήμερα στα γεμιστά, και στο κενό κοίλωμα τοποθετούσαμε μικρά πουλιά, κυρίως λαδάκια, που είχαμε σκοτώσει με τις σφεντόνες μας. Επιμελώς μαδημένα, καθαρισμένα από τα εντόσθια και με κομμένο κεφάλι και τις άκρες από τα ποδαράκια, τα βάναμε μέσα στις πατάτες, κλείναμε το άνοιγμα με ένα καπάκι από πατάτα και τις σκεπάζαμε στην καρβουνιστιά. Έπειτα από πολλή ώρα- είχαμε τη σχετική υπομονή- το αποτέλεσμα μάς δικαίωνε. Λίπος από το «κυνήγι» έλιωνε και έκανε την πατάτα νοστιμότατη, σωστή λιχουδιά! Το ίδιο και περισσότερο νόστιμο ήταν το κρέας των πουλιών!

Είχαμε, ακόμη, μάθει από τους μεγαλύτερους μας, να στένομε πλάκες- παγίδες, στηρίζοντάς τις σε ξυλάκια, με ειδικό έντεχνο τρόπο και κάτω από αυτές σε λακκάκι βάναμε σπόρους σιταριού για δόλωμα. Πήγαιναν κυρίως οι ασκορδαλλοί να φάνε το σιτάρι, χτυπούσαν τα ξυλάκια, η πλάκα έπεφτε και τους παγίδευε κάτω από το βάρος της. Δεν έμενε παρά να περάσομε και να μαζέψομε τη «λεία» μας! « Πενία τέχνας κατεργάζεται», λέει το γνωστό γνωμικό!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τρύγος στη Σητεία

Δημοσιεύτηκε

στις

Αρχές Σεπτέμβρη! Ταξιδεύοντας με της μνήμης τα φτερά στα παλιά, έρχονται στα μάτια μου γνώριμες εικόνες από τις εργασίες στο μακρινό, ορεινό χωριό μου Απίδια Σητείας!


Αληθινός οργασμός στα κρασάμπελα! Τρυγητός, φόρτωμα των σταφυλιών στις κόφες και μεταφορά τους στο πατητήρι. Τη σημερινή εποχή σπάνια βλέπεις τέτοιες εικόνες. Το χωριό σχεδόν έχει ερημώσει, η καλλιέργεια των αμπελιών περιορίστηκε. Λίγοι οι νέοι κάτοικοι για να ασχοληθούν με γεωργικές εργασίες! Αυτή δυστυχώς είναι η μοίρα πολλών χωριών μας!
Οι παρακάτω στίχοι του ποιήματός μου”ΠΑΤΗΤΗΡΙ- ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ (σελ. 279-280 του βιβλίου μου ΜΕ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΑΞΙΔΕΥΩ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ) θα φέρουν τα μάτια μας εικόνες σχετικές:

ΠΑΤΗΤΗΡΙ – ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ
(στο χωριό Απίδια Σητείας πριν πολλά χρόνια)

Αρχές Σεπτέμβρη τρυγητός, στ’ αμπέλι «πανηγύρι»,
εικόνες όμορφες θωρείς, όπου το μάτι γύρει.
Οι πιο πολλοί οι χωριανοί βρίσκονται μες τ’ αμπέλια,
άντρες, γυναίκες, να τρυγούν ακόμη και κοπέλια.
Κόβουν σταφύλια ώριμα, λιάτικα, κοτσυφάλι,
κρασί να κάμουν διαλεκτό, που να μην το ‘χουν άλλοι.
Στο πατητήρι φέρνουν τα, τσι κόφες ξεφορτώνουν
και με σταφύλια διαλεκτά σε λίγο το γεμώνουν.
Την άλλη μέρα το πρωί το πάτημα αρχίζει
κι ο μούστος τρέχει αδιάκοπα και το βρασκί γεμίζει.
Με τα ποδάρια τους γυμνά, μα και καλοπλυμένα,
στα παντελόνια έχουνε μπατζάκια σηκωμένα.
Από το πήλινο βρασκί το μούστο μεταφέρουν
και μες τα κρασοβάρελα προσεκτικά φκεραίνουν.
Μεταπατούν αδιάκοπα, λιώνουνε τα σταφύλια,
τραγούδι, μερικές φορές, βγαίνει από τα χείλια.
Φαίνεται δεν κουράζονται και τη δουλειά ξετρέχουν,
γιατί στα κρασοβάρελα καλό κρασί θα έχουν.
Να πίνουν με τα φαγητά αλλά και στην παρέα,
βάσανα να ξεχάσουνε και να περνούν ωραία.
Στην άκρη του πατητηριού τα στράφυλα πετρώνουν,
σε ξύλινες παλιόπορτες πέτρες βαριές φορτώνουν.
Καλά για να συμπιεστούν, μούστος να μην ‘πομείνει,
θέλουνε περισσότερο κρασάκι να τους γίνει.
Μες σε πιθάρια πήλινα στράφυλα θα στερέψουν,
στο μήνα, που θα «ζυμωθούν», πρέπει να καζανέψουν.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη