του Αντώνη Κουκλινού


Δε ντου κόλα νε ύπνος και σηκώθηκενε αξημέρωτα…
Εβγήκενε όξω στη ν’ αυλή και φέρνει μνιά ν’ αμπασκάλη ξύλα κι άφτει φωθιά.
Έβαλε στο τσισβεδάκι καφέ και σαν έβρασε, γεμίζει το φλυτζάνι.
Έσυρε μνιά ρουφηξά και βγάνει το νταμπάκο να στρίψει ένα κιρίκι.
Ολομόναχος σαν τη καλαμιά στο κάμπο που λένε…
Σέρνει τη καθέκλα κοντά στο τραπέζι να κάτσει και ψηλώνει το φτύλι τση λάμπας να φέξει μνιά ολιά πλιά καλά.
Απάνω στο μεσοδόκι, σαν εψήλωσε τη λάμπα, γλακούνε φοβισμένοι δυό μ-ποντικοί να τρυπώξουνε.
Κάθε ρουφηξιά και νεφέσι καπνό…
Ετσά που ξάνοιγε το τοίχο, θωρεί ένα σαμνιάμιδι κι αγλακά να βουτήξει τη μύγια και ραφώνει πίσω στο κάδρο.
Ο κύκλος τση ζωής σκέφτηκε…
Ο κύκλος τση ζωής και στη φωτογραφία του κάδρου…
Καθισμένος με το μ-πόδα απάνω σ’ άλλο ο καπετάνιος με τα σαλβάργια, δίπλα η κερά ντου με τα χέργια στη μ-ποδιά τζη σταυρωμένα και εφτά κοπέλια να στέκουνται από πίσω στη σειρά.
Ούλοι φευγάτοι, εκτός από δυό μπαρμπάδες του, που ποκρατούνε ακόμη.
Δύσκολη ζωή, πείνες, κακουχίες, πολέμοι, μα εκάμανε οικογένεια έστω και με τα χίλια βάσανα.
Αυτοί που σκοτωθήκανε, αφήκανε οπίσω πόνο, χήρες και ορφανά κοπέλια…
Ένα από αυτά είναι κι αυτός…
Άτυχος από γεννησιμνού…
Δε ν’ επρόλαβε να χαρεί… να κάμει οικογένεια κι έχασε στη γέννα γυναίκα και κοπέλι.
Επέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβει και έτσά απου εταξίδευγε η σκέψη ντου, ήνοιξε αέρας το μπατζούρι και ήφεξε το σπίτι.
Το φως τση ταχινής ετρύπωξε στσι χαραμάδες του μνιαλού ντου και ντελόγω αφήνει το συλλογισμό ντου οπίσω.
Ώρα να αφήσει πίσω και τα σκοτάδια τση θύμησης.
Σβήνει τη λάμπα, σέρνει το κουρτινάκι του παραθυργιού και μπώθει τα παραθυρόφυλλα ν’ ανοίξουνε.
Η μυρωδιά του πρωινού μεθεί, σα ντο καλό κρασί.
Τα ξινόδεντρα τσ’ αυλής οι γλάστρες με τσι βγιόλες στολίζουνε από ξαρχής τη σκέψη ντου.
Καθισμένος μπροστά στο παραθύρι εκέντησε κι άλλο τσιγάρο…
Ίντα όμορφα ξεκινά η μέρα, μα πως θα βραδιάσει κιανείς δε γατέχει.
Παρατηρεί τσι σπουργίτες στη κρεβατίνα να ξετινάσουνε τσι φτερούγες και το (γ)κάτη σκαλωμένος έτοιμος να ορμήξει.
Ετσά ναι η ζωή…
Από τη μνιά στιγμή στη ν’ άλλη δε γατέχεις ίντα θα σου ξελαμίσει.
Αγναντεύοντας τη θέα του κάμπου, οι πρώτες αχτίνες του ήλιου αγκαλιάσανε τη ψυχή και τη ν’ αυλή ντου.
Ένα παράθυρο γίνεται το κάδρο της ελπίδας του κάθα ταχινή.
Καλά μας είναι εδά σκέφτηκε…
Έκλεισε το τεφτέρι τση σκέψης του με αισιοδοξία και ξεκινά τη μέρα ντου δυνατός.
Η ζωή θέλει απάλε και με τη δύναμη του μεγαλοδύναμου τα καταφέρνει να ζει…
Έστω κι αν ένα δικό ντου κάδρο να κάθεται σταυροπόδι με τη δικιά ντου φαμίλια δε θα ιδεί να κρέμεται στο τοίχο…

Αντώνης Κουκλινός
……………………………………………..
Εγώ γράφω και διαβάζοντάς το γίνεται εικόνα…!
Μαρία Βούρη σ’ ευχαριστώ…!