Connect with us

ΘΕΜΑΤΑ

Του κρασού τα καμώματα τα παλιά χρόνια στη Κρήτη

Δημοσιεύτηκε

στις

Η βάφτιση τση Στρατοχρυσής – Μια ιστορία εξ ολοκλήρου πραγματική, με τσι περισσότερους πρωταγωνιστές να βρίσκονται ακόμα στη ζωή


Τα παλιά τα χρόνια, στα περισσότερα χωργιά τση Κρήτης και ειδικά στα ορεινά, ο πολύς ο κόσμος εύκολα μονοπάντιζε για κάπχοια παρέα, ενώ πρωταγωνιστής τση παρέας ήτονε πάντοτε το κρασί.

Το κρασί καθόριζε το ξεκίνημα, τη συνέχεια και το ξέτελος τση παρέας.

Τσι περισσότερες φορές, που ”μίλαγε το κρασί”, είχενε αίσιο αποτέλεσμα και σπάνια κατέληγε σε καβγά.

Κατά τη διάρκεια τση παρέας, όλο και κάπχοιο θα πάντρευαν ή θα βάφτιζαν ή θα στεφάνωναν.

Το κρασί ήτανε αυτό που θα επισφράγιζε τη κάθε βούληση τση παρέας.

Απ’ αυτές τσι παρέες δεν έλλειπε κάπχοιος ”σασμός”, δηλαδή η διαμεσολάβηση τρίτων για να συμφιλιώσουνε μια κατάσταση έχθρας, ίσως πολλών ετών, που προερχότανε από οικογενειακές διαφορές ή και ακόμα από κάπχοιες ζωοκλοπές.

Ετσά κατέληξε το λοιπόν και η σημερινή παρέα που θα μας απασχολήσει και που είχενε διαδραματιστεί σε ένα καφενείο στο χωριό Βορίζα,το έτος 1936.

Μετά από ολονύχτιο κρασοπότι κάποιων Βορζανών και όταν πλέον ήταν στο ”τσακίρ κέφι”, εσκεφτήκανε να κάνουνε την ίδια βραδιά μια βάφτιση.

Όλοι ντως συζητάγανε, πχοιό κοπέλι είναι αβάφτιστο στο χωργιό, για να το βαφτίσουνε.

Πετάτε πασίχαρος πρώτος πρώτος ο καφετζής και τως σε λέει:

– Ο Στρατοστελιανός μρε κοπέλια, έχει ένα και δε το ‘χει ακόμα βαφτισμένο!!

– Ε… σκωθείτε μρε να πάμε, να τονέ ξυπνήσουμε, να του το βαφτίσουμε, λένε ούλοι ντως.

Σκώνουντε ούλοι ντως από το καφενείο, περασμένα τα μεσάνυχτα καθώς ήτανε και τραβούνε οθώ του

Στρατοστελιανού το σπίτι.

Μόλις εφτάξανε και μετά από καμπόσες μαντινάδες, αρχινήξανε να του φωνιάζουνε:

– Στρατοστελιανέ, ε… Στρατοστελιανέ!!

– Ειντάναι μρε!! Πχοι είστε!!

– Σήκω απάνω, απού σου ‘ρθε μια παρέα και θέλει να σου πει δυο λόγια!!

– Ειντάναι κιανά τα λόγια απού θέλει να μου πει!!

Άνοιξε να μπούμενε μέσα και θα σου τα πούμενε!!

Ανοίγει ο Στρατοστελιανός, ενώ εφορούσενε τσι μακριές σωβράκες και μετά απού ‘βαλε το παντελόνι του, η πρώτη του κουβέντα ήτανε, κάτσετε να σας σε κεράσω μια ρακή.

Στη συνέχεια καθίζει και αυτός να τους ακούσει, αν και από το ύφος τους κατάλαβε πως δεν ήρθανε για κακό σκοπό.

Έφερε τη ρακή και τα καρύδια και έκατσε να ακούσει είντα θα του λέγανε.

Σηκώνεται ένας τση παρέας και του λέει με εύθυμο τρόπο, που μεθυσμένος ήτονε:

– Στρατοστελιανέ, ε Στρατοστελιανέ!! Ήρθαμε απόψε στο σπιτικό σου για να σου βαφτίσουμε το θηλυκό κοπέλι απού έχεις αβάφτιστο!!

Είπαμε να το βαφτίσουμε ίδια απόψε όμως!!

– Όφου και είντα ‘παθα ο μαύρο κακομοίτσης, απού δεν έχω ετοιμάσει δροσά για τη βάφτιση!!

– Μα είντανε ετούτανά τα λόγια απού λες, Στρατοστελιανέ!!

Ξάμας εμάς για τσ’ ετοιμασίες!!, λένε ούλοι ντως.

Στέσε μας μόνο το καζάνι στη παρασθιά και εμείς αναλαβένουμε ούλα τα ποδέλοιπα!!

Εσταμάτησε να μιλεί ο κακομοίτσης ο Στρατοστελιανός, μα δεν εμπόριενε και να το κάμει και αλλής λοής.

Δεν εμίλιενε ούτε όταν τους είδενε να σφάζουνε το τράγο απού είχενε όξω στην αυλή.

Συγχρόνως ούλοι ντως πέμπουνε το Ντοϊντομανωλιό (το πατέρα μου δηλαδή), μιας και είχενε πρώτο μπάρμπα το

Στρατοστελιανό, με ένα γάιδαρο μαζί, να πάει από το Βροντήσι, να φέρει το γούμενο του Βροντησού, το Νικόδημο, να τελέσει το μυστήριο.

Ο Γούμενος του Βροντησού είχενε στη δικαιοδοσία ντου εκείνα να τα χρόνια, την ενορία των Βοριζών.

Καβαλικεύγει το Μανωλιό το γάιδαρο και μνιας και δυο, φτάνει στο Βροντήσι και από αλάργο εφώνιαζε του Γούμενου να ξυπνήσει.

– Ξύπνα καημένε Γούμενε, ξύπνα, να ρθεις στα Βορίζα απού θα ‘χουμε απόψε βάφτιση!!

– Ποιος είναι απού φωνιάζει ετσά ώρα!!, λέει ο Γούμενος.

– Εγώ είμαι!! Το Μανωλιό του Ντουϊντοζαχάρη!! Μόνό σήκω απάνω!!

– Μα δε μπορώ μρε μανωλιό, γιατί εκρασοπίναμε επαέ ίσαμε οποταχιάς και είμαι ζάλη δράλη!! Κατάλαβες!!

– Είντα να σου κάμω καημένε Γούμενε εγώ, απού έχουνε κιόλας σφαγμένα τα σφαχτά για τη βάφτιση!! Είντα να σου κάμω!!

Χωρίς να έχει κιο Γούμενος πως να το κάμει, ντύνεται, παίρνει τα απαραίτητα σύνεργα για τη βάφτιση και καβαλικεύγει το γάιδαρο, ενώ το Μανωλιό τον ήσερνε αξυπόλητο απού ήτανε και μνιάς και δυο φτάνουνε στην εκκλησά των Βοριζών, τη Παναγία.

Εκειά τσι βρήκανε ούλου ντως, μαζωμένους.

Μαζί ντους ήτανε και το φιλιοτσάκι, απού το κρατούσενε ο νονός αγκαλιά, που νονός ήτονε ο Γεναρομανώλης, βοσκός στο επάγγελμα.

Δεν άργησε στη συνέχεια να ξεκινήσει ο Γούμενος τη βάφτιση και πλοια μπροστά τη προβλεπόμενη κατήχηση.

Κατά τη διάρκεια τση κατήχησης, ο Γούμενος ρωτά το Γεναρομανώλη:

– Γεναρομανώλη: Συντάξεις το Χριστό!!

– Κιαμέ – κιαμέ!!!

– Και πιστεύγεις σ’ αυτόν!!

– Για γρήκα είντα λέει!!! Για γρήκα!!!

Η βάφτιση όμως ετελείωσε στη συνέχεια και οι χωργιανοί εκάνανε τα συγχαρητήρια του Γεναρομανώλη, λέγοντας του:

– Άξιο το μισθό σου Σύντεκνε!!

– Ο Κύρης του να το κάμει άξιο!!

– Μρε, του λέει ένας: Ο Κύριος να λες….

Αυτός συνέχιζε και έλεγε: Ο Κύρης του να το κάμει άξιο!!

– Μρε του ξαναλέει: Ο Κύριος να λες…

– Ε… ο Παπάς να το κάμει άξιο!!!, συμπλήρωνε ο Γεναρομανώλης.

Κάπως ετσά, απλά, εκαταλήγανε οι παρέες των ανθρώπων τα παλιά τα χρόνια μετά από κάποιο κρασοπότι στη Κρήτη και ιδικά, στα ορεινά αυτής.

Μήπως τελικά ήτονε καλλίτερα τότες, παρά και από σήμερο;;;

Πάντως ο Γεναρομανώλης απ’ ότι βλέπουμε, ίσως να μην τα κατάφερε και τόσο τέλεια ως προς τα θρησκευτικά δρώμενα μέσα στην εκκλησία.

Κατάφερε όμως να κάμει μια βάφτιση σε απρόσμενο χρόνο και τόπο, πράμα αδιανόητο για τα σημερινά δεδομένα!!

Επίσης απ’ ότι όλοι λένε, κατάφερε να κάμει τη παράδοση τση φιλιότσας του προς τη Συντέκνισσα του, τη Στρατοφυλακτή, μετά πού ετελείωσε η βάφτιση, σύμφωνα με το Βορζανό παραδοσιακό τρόπο, λέγοντας τα Βορζανά παραδοσιακά λόγια, πού ήτονε τα παρακάτω λόγια απού ακολουθούν:

– ”Συντέκνισσα, να μας σε ζήσει η φιλιότσα, και ο Θεός να μας το βλέπει, από φωτιά κι’ από νερό κι’ από τσ΄αγάπης το καημό”!!!

 

Σύνταξη κειμένου, διάσωση ιστορικού: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook