Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Του λιναριού τα πάθη!

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Από ένα παραμύθι παλιού αναγνωστικού, στα προ κατοχικά χρόνια, δράττομαι της ιδέας του σημερινού άρθρου!


Το παραμύθι μιλούσε για μια μάνα, που πήρε μαζί της το γιό της , να του δείξει πως είναι δυνατόν, να «φυτρώσει» στη γη ένα … πουκαμισάκι!

Πήρε λοιπόν το παιδί από το χέρι, ένα πρωί του Οκτώβρη, μαζί με τον πατέρα του, να πάνε στο χωράφι, γιατί ήταν κατάλληλη εποχή για τη σπορά του λιναριού.

Πατέρας λοιπόν μάνα και ο γιός, και μαζί τους το γαϊδουράκι φορτωμένο με το αλέτρι και τα σχετικά, και οπωσδήποτε το σακούλι με το λιναρόσπορο, και πήγαν στο κατάλληλο χωράφι όπου είχε ειδικό χώμα για να τον σπείρουν, μια και είχε βρέξει μάλιστα πριν λίγες μέρες!

-Εδώ, σε αυτό το χωράφι παιδί μου θα σπείρουμε το λινάρι μας, του λέει η μάνα, γιατί το χωράφι αυτό που βλέπεις είναι το πιο κατάλληλο!

Το λινάρι θέλει το χώμα να είναι «φτενό»(ανάβαθυ) και «αμμουδερό», και αυτό για να ξεπατώνεται εύκολα, να έχει αν είναι δυνατόν βράχο από κάτω, για να κρατάει υγρασία, γιατί δεν θα ποτίζεται, παρά μόνο με τη βροχή!

Το λινάρι κάνει μια ρίζα που φτάνει 10 πόντους στο βάθος, δε πρέπει να σπέρνεται βαθειά γιατί μετά σαπίζει και δε φυτρώνει.

Ο πατέρας σου είχε ήδη κάνει και πριν το χωράφι άλλα δύο αλέτρια οφέτος πριν τη σπορά, για «να κρατάει καλή ανάδοση»(υγρασία) τους ζεστούς μήνες. Το πρώτο αλέτρι το έκανε με το μονόφτερο την Άνοιξη, που έχει μεγάλο ηνί που σκάβει βαθειά το χώμα, και τα άλλα δύο με το δίφτερο, που δεν χρειάζεται ιδιαίτερο βάθος.

Ο πατέρας σου σήμερα θα οργώσει για τρίτη και τελευταία φορά το χωράφι οφέτος.

Εμείς θα πετάμε το σπόρο, και ξωπίσω θα περάσει πάλι ο πατέρας σου με τη ξυλόπορτα να το σβαρνίσει.

Βλέπεις ο πατέρας σου φροντίσει για σένα όπως και για τα άλλα σου αδέρφια, να έχουν τα απαραίτητα, αλλά φέτος με το λινάρι που θα σπείρουμε, σαν θα φυτρώσει, θα έχεις και συ το δικό σου πουκαμισάκι και όχι μόνο!

Εμείς εδώ θα σπείρουμε σήμερα το σπόρο, και το πουκαμισάκι, θα το έχεις, αφού φυτρώσει την Άνοιξη δηλαδή, και αφού μεστώσει.

Θα το έχουμε έτοιμο υπολλογίζω, μάλλον τέλος του Καλοκαιριού, με αρχές του Φθινοπώρου! Πάντως θα γραφτείς στη νέα σου τάξη και θα φοράς το καινούργιο σου πουκάμισο, και όλοι θα σε καμαρώνουν! Να είσαι σίγουρος!

Το λινάρι – μια λύση για τη φτωχολογιά

Τα ίδια έκανε παλιά και ο παππούς σου παιδί μου, όπως όλοι οι χωριανοί.

Καλλιεργούσε και αυτός λινάρι, για να έχουμε όλοι τα ρούχα μας, κυρίως τα καλοκαιρινά.

Έτσι προίκισε όλα του τα κορίτσια και τα καλοπάντρεψε! Με το λινάρι φτιάχναμε τα λινά υφάσματα στον αργαλειό, μετά τα βάφαμε και άλλα τα είχαμε για καθημερινή χρήση, και άλλα στην άκρη για την προίκα των κοριτσιών!

Από το λινάρι φτιάχναμε εκτός από λινά και λινοβαμβακερά, και λινομέταξα υφάσματα, καθώς και παντελόνια, πουκάμισα, σακάκια, σακιά, σακούλες , λεπτά σεντόνια, παντελόνια, και λεπτά γαμπριάτικα πουκάμισα, αλλά και χονδρές πουκαμίσες, όπως ήταν τα παλιά ρασιδάκια σαν ένδυμα των παιδιών. Ήταν δηλαδή τα καλοκαιρινά ρασιδάκια, λινές πουκαμίσες με σχίσιμο στην άκρη, για να αερίζεται και να κινείται εύκολα το παιδί. Το χειμώνα τα ρασιδάκια ήταν μάλλινα και χωρίς σχίσιμο, για να είναι πιο ζεστά.Τέτοια φορούσε παιδί μου και ο πατέρας σου!

Εμείς που θωρείς, περάσαμε δύσκολα χρόνια οικονομικά, και τα λεφτά για ρουχισμό, ήταν περιορισμένα, όχι μονάχα σε μας, αλλά και για τον περισσότερο κόσμο.

Υπήρχαν πολλές πολυμελείς οικογένειες που είχαν κόρες της παντρειάς, και σαν φτωχοί, δεν είχαν να τις προικίσουν!

Εύκολη λύση για όλους, ήταν η καλλιέργεια του λιναριού, που με την τελική βοήθεια του αργαλειού, είχαμε το ρούχο που επιθυμούσαμε!

Εφτιάχναμε λοιπόν όπως σου είπα πολλά με το λινάρι, ακόμα και λινά ανδρικά εσώρουχα, ακόμα και κάλτσες και σπάγγους!

Το λινάρι, που άλλοι το λένε και «κάνναβη», λένε πως ήρθε από την Ασία, και έχω ακούσει πως υπήρχε και στην αρχαία Αίγυπτο με το Φαραώ, που είχανε βρεθεί και μούμιες να είναι λέει τυλιγμένες με λινά υφάσματα!

Ασφαλώς από την Αίγυπτο, θα ήρθε και σε εμάς τους Ευρωπαίους!

Έτσι που λες έκαναν όλοι, και ανάλογα τα πόσα κορίτσια είχε κάθε οικογένεια, οι γυναίκες συνήθως παράγγελναν στους άνδρες τους να σπείρουν και τα ανάλογα στρέμματα, από μισό μέχρι ένα στρέμμα συνήθως.

Σεπτέμβριο με Οκτώβριο έκαναν τη τελική σπορά, αφού ανακάτευαν το σπόρο με στάχτη, όπως είδες πως το κάναμε και εμείς το ίδιο σήμερα. Είδες πως ανακατέψαμε τον άθο με το σπόρο, αφού τα βάλαμε σε ένα δρουβά. Με το χέρι χωμένο στο δρουβά τα ανακατεύαμε, και με τη φούχτα πιάναμε σπόρο και στάχτη μαζί, και το σπέρναμε με το δεξί μας χέρι! Έτσι κάναμε σε όλους τους πολύ λεπτούς σπόρους, τους ανακατεύαμε με τη στάχτη ή με χώμα.

Τη στάχτη την βάζουμε για να καταφέρνουμε ομοιόμορφη σπορά όπως είδες με τα μάτια σου, για να μη βγαίνουν πυκνά τα φυτά! Στη συνέχεια είδες να σβαρνίζει ξωπίσω το χώμα, ο πατέρας σου με τη ξυλόπορτα, για να σκεπαστεί αμέσως ο σπόρος.

Αν δεν είχαν στάχτη, κοπανίζανε χώμα στο χωράφι και το κοσκινίζανε η το διαλέγανε με τα δάχτυλα και με αυτό ανακατεύανε το σπόρο.

Εμείς με το πατέρα σου, πάντα πάμε μαζί στο χωράφι και τον βοηθάω, πότε του σέρνω το γαϊδούρι να κάνει ίσιες τις σποριές, και πότε του σπέρνω και εγώ η ίδια το σπόρο γιατί με έχει μάθει πώς να το κάνω, ενώ εκείνος αμέσως από πίσω το σβαρνίζει να μη χαθεί η ανάδοση! Το βράδυ πάλι και εκείνος με βοηθάει και μένα στις δουλειές του σπιτιού.

Τις δουλειές μας εμείς τα ζευγάρια στη Κρήτη, τις κάνουμε πάντα μαζί, έτσι παντού μαζί πάμε και μείς με το πατέρα σου! Με βοηθά και τον βοηθώ! Έτσι είναι η οικονομία ολόκληρης της Κρήτης, στηρίζεται εξίσου στον άνδρα και στη γυναίκα!

Για να ξέρεις, το λινάρι είναι μονοετές φυτό, και κάνει ένα μονάχα κλώνο, που φτάνει σε ύψος περίπου τα 70 μέχρι 130 εκατοστά!

Την Άνοιξη το λινάρι κάνει όμορφα ασπρογάλαζα λουλουδάκια, και σε κάθε ανθάκι ξεπηδάει και από ένα στρογγυλό κεφαλάκι, σε μέγεθος ρεβιθιού, που το κάθε ένα μέσα θα περικλείει από 5 μέχρι 10 σπόρους λιναριού!

Την Άνοιξη κάθε τόσο το παρακολουθούμε αν είχε μεστώσει, και αυτό θα φανεί μόλις αρχίζουν να κιτρινίζουν οι κλώνοι. Δεν πρέπει να παραμείνει όμως μετά, γιατί ο σπόρος άμα πολυμεστώσει, θα πέσει στο έδαφος και θα χαθεί.

Το λινάρι τέλος του Μάη, πριν ξεραθεί, δεν θα το θερίσουμε, αλλά θα το ξεπατώσουμε, γιατί πράγματι θα το δεις, θα ξεπατώνεται πολύ εύκολα!

Ξεπατώνοντας το λινάρι μας, το κάνουμε μάτσα μάτσα, όσα χωράνε στις φούχτες των δύο χεριών μας, το τινάζουμε ελαφρά να φύγει το τυχόν χώμα από τις ρίζες, και φροντίσουμε στα μάτσα μας, τα κεφαλάκια να είναι πάντα από την ίδια μεριά.

Τότε τα δένουμε ένα ένα στη μέση με σπάγκο ή με βρούλα, ή με αγγέλαμο, αλλά αν είναι πολύ μακρύ το λινάρι μας, το δένουμε ξανά δεύτερη φορά και προς τις ρίζες.

Αφού λοιπόν το ξεπατώσουμε και το έχουμε δέσει και σε ματσάκια, όπως κάνουμε και στα ρεβίθια σ τη φακή και το σουσάμι , στη συνέχεια τα μάτσα θα γίνουν δέματα και θα τα μεταφέρουμε ή στο αλώνι που είναι στην εξοχή, ή στο χωριό, συνήθως στην ταράτσα του σπιτιού μας, η ακόμα και στην αυλή. Θα λύσουμε τα δέματα και θα τα απλώσουμε για 10 έως 15 μέρες, μέχρι να ξεραθούν καλά τα κεφαλάκια και τα στελέχη του λιναριού, τα οποία θα είναι όλα όρθια τοποθετημένα με τις ρίζες τους προς τα κάτω .

Συνήθως τα ματσάκια αυτά όπου τα στοίβαζαν για να ξεραθούν, τα είχαν σε μορφή κύκλων, και οι κύκλοι αυτοί λεγόταν «τσουμαλιές».

Μπορούνε όμως να αφήσουμε αν θέλουμε το λινάρι μας και στο ίδιο το χωράφι, αφού ισιώσουμε καλά καλά και στρωθεί ομαλά το έδαφος σε ένα μέρος του.

Η αφαίρεση του λιναρόσπορου

Αφού λοιπόν το λινάρι μας είχε ξεραθεί καλά, είτε το έχουμε στην εξοχή ή στο αλώνι, τότε πλέον το κάνουμε πάλι δέματα και το κουβαλάμε συνήθως στο σπίτι, και τα αφήνουμε στην αυλή ή στην ταράτσα, αφού κάτω στρώνουμε μια μεγάλη σεντόνα ή μουσαμά, στο κέντρο της σεντόνας τοποθετούμε μια χονδρή πέτρινη πλάκα.

Παίρνουμε μετά ένα ένα το ματσάκι από τα δέματά μας, και το τοποθετούμε με τη πλευρά που είχε τα κεφάλια πάνω στη πέτρα, και με ένα ξύλινο κόπανο κοπανίζουμε ελαφρά τα κεφάλια τους, να σπάσουν, και να χυθεί κάτω στο ύφασμα ο λιναρόσπορος, για να χρησιμοποιηθεί και για του χρόνου, αλλά και για άλλους σκοπούς, όπως σαν ενισχυτικό τροφής ζώων και για χρήση έμπλαστρου.

Το «έμπλαστρο της εποχής» τότε ήταν οι κοπανισμένοι σπόροι λιναριού ανακατεμένοι με ρακί, τον άλπωναν σε ένα πανί, και το εναπόθεταν στο σημείο που πονούσε.

Το κοπάνισμα του λιναριού για να φύγει ο σπόρος, γίνεται με προσοχή, ώστε να μη σπάσει και αχρηστευθεί.

Μετά την αφαίρεση του σπόρου ότι απέμενε, οι ράπες δηλαδή, θα γίνουν πάλι δεμάτια και θα τις πάμε σε ποτάμια η ρυάκια που είχε κολύμπες.

Εκεί σε ένα κόλυμπο, τις βάζουμε να χωθούν τελείως μέσα στο νερό, και θα τις πετρώσουμε με μεγάλες πλακωτές πέτρες για να μην επιπλέουν και να σκεπάζονται καλά με το νερό.

Θα φροντίσουμε οι κολύμπες να μην αδειάζουν ποτέ από νερό, και θα τις αφήσουμε εκεί από 15 μέχρι 25 μέρες, ώσπου ο ξυλώδης φλοιός του λιναριού να σαπίσει καλά.

Στη συνέχεια τις βγάζουμε από το νερό, θα στήσουμε όρθια τα μάτσα για να στεγνώσουν, και αφού στεγνώσουν, θα τα φορτώσουμε πάλι σε δέματα, να τα πάμε στο σπίτι ή στα αλώνια. Εκεί θα απλωθούν πάλι σε μάτσα στην ταράτσα η στην αυλή, για να στεγνώσουν και πάλι, για άλλες 10 έως 15 μέρες περίπου στον ήλιο.

Από δω και μετά, και αφού το λινάρι έχει στεγνώσει πολύ καλά, θα ακολουθήσει μια διαδικασία επεξεργασίας, μέχρι να φτάσει στο στάδιο να μείνουν μονάχα οι καθαρές ίνες του λιναριού, που θα μπορούν να μετατραπούν στη συνέχεια σε κλωστή.

Σε κάποιες περιπτώσεις προσθέτανε και μαλλί όταν θα πήγαινε για υφάδι, ενώ στο στιμόνι μπορούσε να είναι και σκέτο λινάρι, η λινομέταξο..

Η δουλειά του λιναρά

Η υπόλοιπη εργασία, και για την ειδική αυτή επεξεργασία του λιναριού, ώστε να ξεχωρίσουν και να μείνουν καθαρές οι ίνες, την είχαν αναλάβει ειδικοί επαγγελματίες της εποχής, οι λεγόμενοι «λιναράδες» ή «καναβάδες».

Κάποιοι όμως, μέσα από την πολυετή εμπειρία τους, είχαν μάθη πια αρκετά καλά την τέχνη της επεξεργασίας, του λιναριού, και την έκαναν μόνοι τους, καθώς και τα ειδικά εργαλεία που απαιτούνται.

Οι λιναράδες ή καναβάδες, ερχόταν στη Μεσαρά κάθε χρόνο συνήθως στα μέσα του Ιουλίου, και τέλειωναν στα τέλη του Οκτωβρίου. Προερχόταν κυρίως από χωριά της επαρχίας Αμαρίου Ρεθύμνου.

Οι λιναράδες κουβαλούσαν τα δικά τους εργαλεία φορτωμένα στο γαϊδουράκι τους, και γύριζαν στα χωριά φωνάζοντας, καθώς περνούσαν από τις γειτονιές:

-«Ο λιναράς ο καναβάς! Δαγκανίζω σπαθίζω και χτενίζω! Το λινάρι σας με το μεροκάματο, μα και εργολαβία!»

Η αμοιβή του λιναρά, ήταν από 8 έως 10 οκάδες σιτάρι για δεκάωρη απασχόληση κάθε μέρα, ή εργολαβικά κάθε 4 μάτσα λινάρι μια οκά σιτάρι, ή κάθε 15 μάτσα λινάρι μια οκά λάδι, και όπως συμφωνούσαν!

Συνήθως έβλεπε τη ποσότητα ο λιναράς, που έκοβε το μάτι του, υπολόγιζε ας πούμε διό μέρες δουλειά, και ζήταγε για όλα αυτά ένα κόσκινο σιτάρι, ή κριθάρι ή κουκιά, γιατί τα

Αμαριώτικα χωριά δεν παρήγαγαν όλα όσπρια και λάδι.
Αν τελικά συμφωνούσαν, οι λιναράδες αναλάμβαναν την όλη επεξεργασία, και τέλος τους παρέδιδαν το λινάρι τους στη μορφή που το λέγανε «μποκάρια» ή «κούκλες», και φυσικά ήταν πλήρως επεξεργασμένο!

Κάθε λιναράς κουβαλούσε μαζί του τα εξής ειδικά εργαλεία δικής του κατασκευής:

α) το κόπανο

β) Τη ξυλογαίδάρα

γ) τη δαγκάνα ή ξυλοδαγκάνα

δ) τη ξυλοσπάθη

ε) το χτενιά

(Στη συνέχεια αναλυτικά η περεταίρω επεξεργασία του λιναριού ώστε να μετατραπεί σε καθαρές λευκές ίνες)

Κείμενο –Φωτογραφίκό υλικό: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *