Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Balothizer: Οι Κρητικοί ροκάδες που βάζουν φωτιά στην παράδοση!

Δημοσιεύτηκε

στις

Ε, όχι και κρητική μουσική από την Κόλαση. Cretan Music From Hell. «Δεν έχεις ακούσει ακόμη το δίσκο μας», μου λέει ο λαουτιέρης των Balothizer (από τις μπαλοθιές;) Νίκος Ζιάρκας


Με νόημα. Πάντως, το σωστό να λέγεται. Δεν ευθύνεται το δυναμικό μετα-πάνκ (αν θέλετε) τρίο, το power trio που δρέπει δάφνες στο Λονδίνο και ψηφίζει αναφανδόν την κρητική μουσική, για αυτόν τον υπότιτλο. Οι λονδρέζοι – και λοιποί – φαν τους το κοτσάρισαν δίπλα στο Balothizer. Καθώς το τρίο είχε τη δική του ιστορία (κυρίως στα λάιβ) και δεν έσπευσε κανείς να το γράψει στους λονδρέζικους τοίχους με μπογιά. Όμως φαίνεται πως οι Balothizer ήρθαν για να μείνουν κι ας βγάζουν μόλις τώρα το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ, «Balothizer: Vol. 1». Αυτό, που ένα μόλις υπονοούμενο μου το χαρακτήρισε ο Νίκος Ζιάρκας.

Γιατί τόσος ντόρος μαζί τους;

Αντιλαλούν ακόμη τις δυναμικές βραδιές τους μουσικοί χώροι στο Λονδίνο και αλλού. Αντιλαλούν και οι πλαγιές της Ζήρειας, στο περίφημο φεστιβάλ της οποίας αναμετρήθηκαν – το αποκαλόκαιρο – με τα βουνά και το φανατικό κοινό, ακουσμάτων σαν το δικό τους και μιας φρεσκάδας σε ό,τι ελληνικό ροκ ή πανκ ή μετα-ροκ ή μετα-πάνκ ή πειραγμένο παραδοσιακό.

Είχε τη δική του ιστορία, είπαμε. Όπως και ο καθένας από τους τρεις, όσο να φτάσουμε στο Harringay όπου, κατά κάποιον τρόπο, είναι σήμερα η έδρα τους. Τόπος με φημισμένο πανεπιστήμιο και ανάλογο κόσμο.

Ποιοι είναι οι Balothizer

Πρώτος, ο Νίκος Ζιάρκας. Γιός ενός Γιαννιώτη και μιας Καρπαθιώτισσας, που μεγάλωσε στη Ρόδο. Και στα πανηγύρια της Καρπάθου. Μέχρι που η μητέρα του του αγόρασε μια συλλογή του Ψαρονίκου και έπαθε… Ξυλούρη. Και κρητική μουσική. Και έμεινε εμβρόντητος, στα εφτά του ακόμη, από εκείνο το ταξίμι στο λαούτο. Και αναφώνησε: «Μάνα, αυτό θέλω». Ποιο αυτό; Μα όλο; Το ταξίμι, το λαούτο, τον ήχο του Ξυλούρη, την κρητική μουσική λεβεντιά. Ξεκίνησε όμως με μαντολίνο. Το λαούτο του έπεφτε μεγάλο για το μικρό μπόι του (ακόμη).

Έλα όμως που έπεσε – ναι, ακόμη και στη Ρόδο – και σε καλό δάσκαλο. Το Γιώργο Παραγιό, ιστορικό λυράρη, μαθητή του μεγάλου μάστορα Κώστα Μουντάκη, από την Αλφά Μυλοποτάμου. Και εκείνο το θέλω έγινε μεγάλο και τρανό. Και δυναμικό, επίσης. Πάνω που ο μεγάλος αδελφός του Νίκου έφυγε για σπουδές στην Αγγλία, τον ακολούθησε. Όλα ξεκίνησαν χαλαρά και έφτασε να σπουδάζει τζαζ και κιθάρα στο Middlesex. Και να παίζει κιθάρα πρώτα με τους Valia Calda, μπαίνοντας στα βαθιά νερά της πειραματικής τζαζ…

Και ο μπασίστας της παρέας…

Είπαμε για τον 25χρονο σήμερα λαουτιέρη της παρέας και το κρητικό θέλω του. Δεν είπαμε όμως ακόμη για τον μπασίστα και βασικό τραγουδιστή του power trio. Τον 32χρονο Παύλο Μαυροματάκη, που μοιράζεται και ένα αντίστοιχο δυναμικό θέλω. Παιδί κωφάλαλων γονέων και μεγαλωμένος με τη γιαγιά του στη Νέα Φιλαδέλφεια, από εκείνη άκουσε τις πρώτες νότες. Σε τραγούδια και ψαλμούς. Και έτσι μπήκε στη μουσική.

Και μεγάλωσε μαζί της. Αυτοδίδακτος (σε αρκετά όργανα). Όχι, δεν μεγάλωσε μέσα σε ψαλμούς. Μάλλον σε πανκ και trash metal. Μέχρι που κάποια μέρα κι εκείνος, πριν από 7-8 χρόνια, αποφάσισε να ξεφύγει από κάποια δικά του και βρέθηκε στο Λονδίνο. Εκείνος ήταν που έβαλε και στους Balothizer το Cretan-thrash post-punk στοιχείο, όπως τους το απέδωσαν ως ορισμό οι επαΐοντες περί τη μουσική εκεί στα ξένα. Βέβαια, εκείνος έπαιζε ήδη με τους Electric Litany και τους The Turbans.

Εκεί στα ξένα, που λέγαμε, γνωρίστηκε με το Νίκο Ζιάρκα και αρχικά με έναν Ισπανό ντράμερ έφτιαξαν τους Balothizer, που από το Μάρτιο που μας πέρασε έχει αποκτήσει και το δυναμικό θέλω και τον ήχο του 38χρονου Στιβ Μπόνγκο ή κατά κόσμον Στίβεν Τζ. Πέιν, βέρο Λονδρέζο με μουσική εμπειρία στο πλευρό των Τζουλς Χόλαντ και Χοσέ Φελισιάνο.

Πώς ξεκίνησαν όλα

Με έναν παράξενο τρόπο όλα ξεκίνησαν για τον Στίβεν απέναντι… στην τηλεόραση, στα έξι του χρόνια. Όταν με ένα παιδικό αρμόνιο, που του είχαν κάνει δώρο, άρχισε να κοπιάρει επίμονα τα τηλεοπτικά τζινγκλάκια. Με το αυτί. Και από τα τζινγκλ των τηλεοπτικών διαφημίσεων μεγάλωσε τις – παιδικές – δουλειές του κοπιάροντας τα τραγούδια από συγκροτήματα που άκουγε στο «Top of the Pops». Αν και έμαθε αρκετά όργανα και άρχισε να διακρίνεται και στη σύνθεση, ήταν σαν να επέλεξε πρώτα τα ρυθμικά ντραμς για τους Calypso Steel Band, στο σχολείο ακόμη.

Εκεί άκουσε την Μουσική (έτσι, με Μ κεφαλαίο) να τον καλεί. Άρπαξε και την κιθάρα και το μπάσο και τις παρτιτούρες του, το απόσταγμα των σπουδών του και το μεράκι του και εντάχθηκε, στα 23 του, στην πρώτη του επαγγελματική μπάντα, Future Sound Cartel. Διδάσκοντας όμως παράλληλα μουσική, όπως και ο Νίκος των Balothizer (ίσως ο μοναδικός που διδάσκει λαούτο στα – ξένα – μέρη του). Το βασικό είναι ότι, όπως μου λέει ο λαουτίστας των Balothizer, είναι και οι τρεις «full time μουσικοί». Ζουν από τα λάιβ τους και τα μαθήματα, ίσως και από κάποιες εκδηλώσεις (κυρίως ο Στιβ Μπόνγκο). Ζουν από τη Μουσική, για να μην απεραντολογούμε.

Πώς προέκυψε ο ήχος τους

Πώς προέκυψε ο ήχος των Balothizer, τελικά, το 2016; Από όσα μελέτησε και έπαιξε, από την κρητική μουσική, ο Νίκος Ζιάρκας. Από όσα αποτύπωσε θαυμαστά – και σε μουσική και σε στίχους – ο Παύλος Μαυροματάκης, που, όπως μου λέει ο Νίκος (από τη συννεφιασμένη Αγγλία), «το καλό είναι ότι πάντα βάζει κάτι δικό του σε όσα ακούει, αποτυπώνει και αναπαράγει». Για τον Νίκο τα πράγματα ήταν απλώς ένα βήμα. Μια συνάντηση. «Πάντα ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό πάνω στην κρητική μουσική», μου λέει. «Και πάνω στο λαούτο. Δεν το είχα τολμήσει και, μεταξύ μας, δεν το είχα πιστέψει και πολύ. Μέχρι που έπαιξα με τον Παύλο».

Τι μουσική παίζουν

Παίζετε πανκ, παίζετε trash τους έλεγαν όσοι τους άκουγαν στα λάιβ τους στην Γηραιά Αλβιόνα. Άλλωστε εκεί είχε ανοίξει δρόμο το πολύ επιτυχημένο πλέον ντούο Xylouris White, από τον δάσκαλο, μάστορα του λαούτου Ψαρογιώργο Ξυλούρη (ανιψιό του Νίκου Ξυλούρη) και τον αυστραλό ντράμερ Τζιμ Γουάιτ, που ήδη παίζουν το τολμηρό μίγμα κρητικής μουσικής και ροκ σε στέκια σε όλο τον κόσμο και σε μεγάλα φεστιβάλ, ενώ απήχηση έχουν και μέσω του YouTube. Όχι ότι δεν έχει ανοίξει δρόμο το – progressive folk / rock – Babel Trio, με έδρα στην Κρήτη, όπως μου θυμίζει ο Νίκος Ζιάρκας. Όπως έχει γραφτεί, τους Balothizer χαρακτηρίζει «o χειμαρρώδης ήχος, ο αντιφασιστικός στίχος και η ωμή σκηνική παρουσία», ενώ βασικές επιρροές τους είναι πέρα από την οικογένεια των Ξυλούρηδων, ο Κώστας Παπαδάκης (Ναύτης) και ο Λεωνίδας Κλάδος, αλλά και μπάντες όπως οι Ozric Tendacles, Earth και Dead Kennedys. Και οι επιρροές, φυσικά, από ντους δύο παραπάνω, που μας έφεραν σε εκείνο τον χαρακτηρισμό της μουσικής τους, που τους χάρισε το ίδιο το κοινό τους: Cretan Music From Hell.

Εκείνοι, απλώς πιστεύουν ότι κάτι αντίστοιχο θα συνέβαινε αν «έπαιρνες έναν λαουτιέρη από τους παλιούς, τον κάρφωνες σε έναν λαμπάτο ενισχυτή και του έβαζες και έναν ντράμερ από πίσω. Δεν θα απείχε πολύ. Απλώς θα έβγαινε αυτή η ροκιά και η αγριάδα, που ήδη υπάρχει».

Τι τους κάνει χαρούμενους;

Πέρα από αυτό, εκείνοι χαίρονται με αυτό που τους συμβαίνει στη σκηνή. Άλλο να το γράφεις και άλλο να το βλέπεις. «Έχουμε πολλή ενέργεια. Μπορεί ο ένας να πέσει κάτω και να παίζει ανάσκελα με φόρα. Ο Στιβ, που έχει απίστευτη ενέργεια», προσθέτει ο Νίκος Ζιάρκας, «παίζει σαν 15χρονος, τόσο δυνατά. Στο Six Dogs έφτασε να κάνει βουτιά στο κοινό. Φτιαχνόμαστε πολύ από αυτό που παίζουμε και από την ενέργειά του».

Κάπως έτσι είναι τα πράγματα και στο Manor House / Finsbury Pub του Λονδίνου που έδωσαν το «παρών» στις 11 Ιανουαρίου, ή στην Κρακοβία που παίζουν μέσα στον Ιανουάριο ή στο Φεστιβάλ του Κέμπριτζ που τους έχει καλέσει το Φεβρουάριο και το τουλάχιστον ένα λονδρέζικο λάιβ το μήνα που υποσχέθηκαν στον εαυτό τους ότι θα προγραμματίζουν το 2018. Η Ευρώπη τους καλεί και μάλιστα πολύ. Άλλο αν εκείνοι ονειρεύονται μια ελληνική περιοδεία. Πάντα με «κρητική μουσική από την Κόλαση». Ή, μήπως, όχι από την Κόλαση;

Κείμενο: Παύλος Αγιαννίδης

Πηγή: protagon.gr

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κυνηγώντας με τη σφεντόνα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέλος 10ετίας του ’40 αρχές της 10ετίας του ’50 στο μικρό ορεινό χωριό Απίδια Σητείας


Σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού είμαστε οπλισμένα με σφεντόνες για το κυνήγι των πουλιών. Τότε ήταν πάρα πολλά στην περιοχή μας. Δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα και άλλα δηλητήρια, για να τα εξοντώνουν. Όμως ο δραγάτης* μάς κυνηγούσε και, αν μας έπιανε, έκανε «κατάσχεση» της σφεντόνας. Γι αυτό και, όταν τον βλέπαμε να πλησιάζει, γινόμαστε «καπνός». Είχαμε το δικό μας όπλο, για να αποφύγουμε την κατάσχεση της σφεντόνας από τον αγροφύλακα. Τη γρηγοράδα μας στο τρέξιμο! Αδύνατο να μας πιάσει ο δραγάτης! Αλλά, ακόμη κι αν πέφταμε στα χέρια του καθώς περνούσαμε δίπλα από την ενέδρα του και χάναμε έτσι τη σφεντόνα μας, πολύ γρήγορα φτιάχναμε άλλη. Χρειαζόμαστε ένα ξύλο διχαλωτό (διχάλι) δυο ειδικά λάστιχα και ένα πετσάκι από μαλακό δέρμα, όπου θα βάναμε τα «πολεμοφόδια», τις μικρές στρογγυλές πέτρες. Το διχάλι φτιάχναμε από κλαδιά αγριελιάς ή πριναριών. Διαλέγαμε το κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, το κόβαμε από το μητρικό φυτό, το καθαρίζαμε από τα φύλλα και τα μικρά κλωναράκια. Για να αποκτήσει το κατάλληλο, καμπυλωτό σχήμα δέναμε με σύρμα τις πάνω άκρες του και το αφήναμε κάποιες μέρες για να ξεραθεί και να σταθεροποιήσει το σχήμα αυτό. Όταν πια νομίζαμε ότι ήταν καλό, λύναμε το σύρμα και δέναμε στις άκρες του διχαλιού τα δυο λάστιχα. Τα βρίσκαμε στο εμπόριο, σε μαγαζιά.

Κάποιες φορές σε περίπτωση έλλειψης κόβαμε στενές λουρίδες από σαμπρέλες αυτοκινήτων, για να τα βάλομε σαν λάστιχα στη σφεντόνα μας. Πολύ πρόχειρη αυτή η κατασκευή και χωρίς πολλές επιτυχίες στη σκόπευση! Όμως πενία τέχνας κατεργάζεται! Το πετσάκι, ένα κομμάτι από μαλακό δέρμα, το βρίσκαμε στα τσαγκαράδικα του χωριού. Τέτοια μικρά κομμάτια είχαν αρκετά. Γεμίζαμε τις τσέπες μας με μικρές στρογγυλές πέτρες, πολεμοφόδια για το κυνήγι που θα ακολουθούσε. Τις ελεύθερες μας ώρες, κυρίως τις μεσημεριανές, μετά τη βόσκηση των ζώων και την επιστροφή μας στο σπίτι, ξαμολιόμαστε στις γύρω από το χωριό περιοχές, άλλοτε με παρέα τους φίλους αλλά τις πιο πολλές φορές μόνοι, όπου υπήρχαν δέντρα και η προσπάθεια και η αγωνία μας ήταν πόσα πετούμενα θα είχαμε πετύχει με την επιστροφή μας στο σπίτι. Το μεσημεριανό φαγητό δε μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Γνωρίζαμε ότι στην περιπλάνησή μας την ώρα του κυνηγιού θα συναντούσαμε δέντρα αλλά και αμπέλια με πολλούς εύχυμους και ώριμους καρπούς, για να κορέσουμε την πείνα μας!

Τα πιο συνηθισμένα πτερωτά θηράματά μας ήταν: λαδάκια (με φαιοπράσινο- λαδί χρώμα του πτερώματός τους), κεφαλάδες ( με κεφάλι αναλογικά μεγάλο για το σώμα του), γλωσσάδες (με τη μεγάλη στενόμακρη γλώσσα τους) και ασκορδαλοί (κορυδαλλοί). Σπάνια κίτρινους ή μελισσοφάδες και ακόμη πιο σπάνια κανένα τσαλαπετεινό ή αγριοπερίστερο. Τέτοιες επιτυχίες είχαν οι πιο δεινοί σκοπευτές. Ένας τέτοιος ήταν ο Μιχάλης Χρυσοφάκης από την Ιεράπετρα, εγγονός του θείου μου του Χατζή (Ιωάννη Γιακουμάκη), ο οποίος περνούσε μεγάλο χρονικό διάστημα τα καλοκαίρια στο Έξω Απίδι, κοντά στον παππού και τη γιαγιά του. Ένας άλλος καλός σκοπευτής με τη σφεντόνα ήταν το Νικολάκι του Καβαλάρη. Ήταν αυτός που κάποιοι τον αποκαλούσαν «απόρακη», όμως έπαιρναν την πληρωμένη απάντηση, όπως αναφέρω σε άλλο σημείο του βιβλίου μου «Με της μνήμης τα φτερά ταξιδεύω στα παλιά».

Επιστρέφοντας από το κυνήγι καμαρώναμε για τις επιτυχίες μας! Συνοριζόμαστε με άλλα παιδιά του χωριού. Το κυνήγι ασχολούμαστε οι ίδιοι για την προετοιμασία του για το ψήσιμο. Μαδούσαμε τα φτερά, σκίζαμε και καθαρίζαμε από τα εντόσθια, κόβαμε τις άκρες των ποδιών από το γόνατο και κάτω. Τα πλύναμε, τα αλατίζαμε και ήταν πια έτοιμα για ψήσιμο. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, καθώς το σκέφτομαι είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσα να το κάνω! Βέβαια άλλες οι σημερινές και άλλες οι τότε συνθήκες! Κάποιες φορές, αν υπήρχε αρκετή ποσότητα κυνηγιού, η μητέρα μάς τα τηγάνιζε ή τα έψηνε πιλάφι με ρύζι ή χόντρο. Τις πιο πολλές όμως φορές τα ψήναμε οφτά μέσα σε πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς! Οι οφτές πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς, με αλάτι και λεμόνι, μας άρεσαν ιδιαίτερα. Ακόμη περισσότερο, όταν εφαρμόζαμε μια δική μας πατέντα, τη δική μας εφεύρεση και συνταγή. Ανοίγαμε τις πατάτες, όπως σήμερα στα γεμιστά, και στο κενό κοίλωμα τοποθετούσαμε μικρά πουλιά, κυρίως λαδάκια, που είχαμε σκοτώσει με τις σφεντόνες μας. Επιμελώς μαδημένα, καθαρισμένα από τα εντόσθια και με κομμένο κεφάλι και τις άκρες από τα ποδαράκια, τα βάναμε μέσα στις πατάτες, κλείναμε το άνοιγμα με ένα καπάκι από πατάτα και τις σκεπάζαμε στην καρβουνιστιά. Έπειτα από πολλή ώρα- είχαμε τη σχετική υπομονή- το αποτέλεσμα μάς δικαίωνε. Λίπος από το «κυνήγι» έλιωνε και έκανε την πατάτα νοστιμότατη, σωστή λιχουδιά! Το ίδιο και περισσότερο νόστιμο ήταν το κρέας των πουλιών!

Είχαμε, ακόμη, μάθει από τους μεγαλύτερους μας, να στένομε πλάκες- παγίδες, στηρίζοντάς τις σε ξυλάκια, με ειδικό έντεχνο τρόπο και κάτω από αυτές σε λακκάκι βάναμε σπόρους σιταριού για δόλωμα. Πήγαιναν κυρίως οι ασκορδαλλοί να φάνε το σιτάρι, χτυπούσαν τα ξυλάκια, η πλάκα έπεφτε και τους παγίδευε κάτω από το βάρος της. Δεν έμενε παρά να περάσομε και να μαζέψομε τη «λεία» μας! « Πενία τέχνας κατεργάζεται», λέει το γνωστό γνωμικό!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τρύγος στη Σητεία

Δημοσιεύτηκε

στις

Αρχές Σεπτέμβρη! Ταξιδεύοντας με της μνήμης τα φτερά στα παλιά, έρχονται στα μάτια μου γνώριμες εικόνες από τις εργασίες στο μακρινό, ορεινό χωριό μου Απίδια Σητείας!


Αληθινός οργασμός στα κρασάμπελα! Τρυγητός, φόρτωμα των σταφυλιών στις κόφες και μεταφορά τους στο πατητήρι. Τη σημερινή εποχή σπάνια βλέπεις τέτοιες εικόνες. Το χωριό σχεδόν έχει ερημώσει, η καλλιέργεια των αμπελιών περιορίστηκε. Λίγοι οι νέοι κάτοικοι για να ασχοληθούν με γεωργικές εργασίες! Αυτή δυστυχώς είναι η μοίρα πολλών χωριών μας!
Οι παρακάτω στίχοι του ποιήματός μου”ΠΑΤΗΤΗΡΙ- ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ (σελ. 279-280 του βιβλίου μου ΜΕ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΑΞΙΔΕΥΩ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ) θα φέρουν τα μάτια μας εικόνες σχετικές:

ΠΑΤΗΤΗΡΙ – ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ
(στο χωριό Απίδια Σητείας πριν πολλά χρόνια)

Αρχές Σεπτέμβρη τρυγητός, στ’ αμπέλι «πανηγύρι»,
εικόνες όμορφες θωρείς, όπου το μάτι γύρει.
Οι πιο πολλοί οι χωριανοί βρίσκονται μες τ’ αμπέλια,
άντρες, γυναίκες, να τρυγούν ακόμη και κοπέλια.
Κόβουν σταφύλια ώριμα, λιάτικα, κοτσυφάλι,
κρασί να κάμουν διαλεκτό, που να μην το ‘χουν άλλοι.
Στο πατητήρι φέρνουν τα, τσι κόφες ξεφορτώνουν
και με σταφύλια διαλεκτά σε λίγο το γεμώνουν.
Την άλλη μέρα το πρωί το πάτημα αρχίζει
κι ο μούστος τρέχει αδιάκοπα και το βρασκί γεμίζει.
Με τα ποδάρια τους γυμνά, μα και καλοπλυμένα,
στα παντελόνια έχουνε μπατζάκια σηκωμένα.
Από το πήλινο βρασκί το μούστο μεταφέρουν
και μες τα κρασοβάρελα προσεκτικά φκεραίνουν.
Μεταπατούν αδιάκοπα, λιώνουνε τα σταφύλια,
τραγούδι, μερικές φορές, βγαίνει από τα χείλια.
Φαίνεται δεν κουράζονται και τη δουλειά ξετρέχουν,
γιατί στα κρασοβάρελα καλό κρασί θα έχουν.
Να πίνουν με τα φαγητά αλλά και στην παρέα,
βάσανα να ξεχάσουνε και να περνούν ωραία.
Στην άκρη του πατητηριού τα στράφυλα πετρώνουν,
σε ξύλινες παλιόπορτες πέτρες βαριές φορτώνουν.
Καλά για να συμπιεστούν, μούστος να μην ‘πομείνει,
θέλουνε περισσότερο κρασάκι να τους γίνει.
Μες σε πιθάρια πήλινα στράφυλα θα στερέψουν,
στο μήνα, που θα «ζυμωθούν», πρέπει να καζανέψουν.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Από που φτιάχνεται η κατσούνα των Κρητικών

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι μαγκούρες των Κρητικών με τις οποίες πήραν στο κυνήγι τα ΜΑΤ, φτιάχνονται από το σπάνιο δέντρο «αμπελιτσά» που κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Τα κλαδιά του έχουν εξογκώματα που κάνουν το χτύπημα επώδυνο


Η Κρήτη αποτελεί έναν χλωριδικό και όχι μόνο παράδεισο. Ένα στα τέσσερα φυτικά είδη της Κρήτης είναι ενδημικά, δηλαδή υπάρχουν μόνο εκεί και πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό συμβαίνει και με την Αμπελιτσά από την οποία κατασκευάζονται τα μπαστούνια των Κρητικών, οι κατσούνες.

Η αμπελιτσά είναι ένα είδος δέντρου που επιστημονικά ονομάζεται Zelkova abelicea ή Zelkova cretica. Από την ονομασία του καταλαβαίνουμε ότι εξαπλώνεται μόνο στην Κρήτη και απαντάται κυρίως σε μέτρια με μεγάλα υψόμετρα.

Είναι, αρχέγονο ενδημικό φυτό της Κρήτης, έχει εξελιχθεί πολύ λίγο ανά τις χιλιετίες και είναι συγγενικό είδος με τη φτελιά. Το φυτό αυτό προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες και τη δασική νομοθεσία και βρίσκεται στο ‘’Κόκκινο’’ βιβλίο με τα προστατευόμενα είδη που απειλούνται άμεσα με εξαφάνιση.

Φυτρώνει μέχρι και τα 1760 μέτρα υψόμετρο. Είναι μικρό δέντρο και αποτελεί νόστιμη βοσκή για τα ζώα, τα οποία εμποδίζουν την ανάπτυξή του. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει μέχρι και 10 μέτρα σε ύψος”.

image

 

Ποια είναι η κατσούνα

Από το ξύλο αμπελιτσάς κατασκευάζονται παραδοσιακά οι μαγκούρες των βοσκών στην Κρήτη. O μεγάλος αριθμός κλαδιών κάνει την μαγκούρα να έχει πολλούς ρόζους (εξογκώματα).

Για αυτόό το χτύπημά με την κατσούνα πονάει περισσότερο.

Το Κρητικό Ραβδί αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του στρατιωτικού σώματος των Κρητικών. Ηλικιωμένοι και νέοι Βοσκοί Κρητικοί κρατούσαν συνεχώς μια Κατσούνα για να τους βοηθά στο περπάτημα και κυρίως να ανεβαίνουν στις ορεινές περιοχές, όπου έβοσκαν τα ζώα τους. Ήταν πολύτιμο εργαλείο για την μεταφορά του σακουλιού τους, που περιείχε το καθημερινό κολατσιό και νερό. Πολύτιμες χρήσεις της Κατσούνας ακόμη ήταν να καθαρίζουν οι βοσκοί με αυτήν τα μονοπάτια τους, αλλά και να εγκλωβίζουν με τη ράχη της τα ζώα τους που θέλουν να τους ξεφύγουν, ενώ σε εμπόλεμες εποχές αποτελούσε και όπλο εναντίον του εχθρού.

Ακόμα και σήμερα, η Κατσούνα χρησιμοποιείται από πολλούς βοσκούς και κυρίως ηλικιωμένους ανθρώπους, ενώ συμβολίζει ταυτόχρονα την Κρητική υπερηφάνεια και παράδοση.

image

«Αν θες η κατσούνα να είναι γερή, τα ξύλα θα τα κόψεις στη λίγωση του φεγγαριού»

Το μυστικό του τεχνίτη αποκάλυψε ο Κώστας Βαμβουκάκης από τον Κρουσώνα ο οποίος μίλησε στο MadeinCreta:

«Ο χρόνος έχει 12 λιγώσεις . Εγώ και στις 12 λιγώσεις, όλα τα χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά, κόβω τα ξύλα μου. Διότι αν το κόψεις στη γέμωση, σε δυο μήνες η βέργα μαμουνιά, ανθρακά και σπάει, όσο χοντρό και να’ναι το ξύλο».

Την ποιότητα της πρώτης ύλης την τόνισε ο κ. Κώστας με μια μαντινάδα:

«Όλα τα ξύλα του βουνού

δε μοιάζει το’να τ’ άλλο το

να κάνουν εικόνισμα

και κάρβουνο το άλλο».

«Ψάχνω στα δάση το ντρέτο ξύλο. Στο Μάραθος, τη Δαμάστα, το Γενί Γκαβέ, στα Αγρίδια, στα Απλαδιανά, στο Βόσακο μπαίνω μέσα για να ψάξω να βρω και όποιο μου αρέσει το κόβω».

Η δεύτερη δύσκολη δουλειά είναι το «γυρίδι»

Ο παραδοσιακός τεχνίτης περιγράφει ότι το ξύλο έχει την ιδιαιτερότητά του. Μπορεί να θεωρείται κατάλληλο αλλά να μην γυρίζει. Και το γυρί της κατσούνας είναι το δεύτερο δύσκολο στάδιο για τον τεχνίτη.

Μάλιστα ο ίδιος λέει, ότι έκανε τρία χρόνια για να πετύχει «το γυρί δακτυλίδι». Τώρα κατόπιν παραγγελίας φτιάχνει και τετράγωνο γυρί ή τρία διαδοχικά μόνο για διακοσμητικούς λόγους.

image

Με πληροφορίες από το γφ βοτανική (Γιάννης Φραγκάκης) και το MadeinCreta

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη