Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ελευθέριος Βενιζέλος – Σπάνιο φωτογραφικό υλικό από την κηδεία του

Δημοσιεύτηκε

στις

Παρίσι, Τετάρτη 18 Μαρτίου 1936, ώρα 10.30 το πρωί. Η καρδιά του Ελευθερίου Βενιζέλου σταματά να κτυπά. Και μαζί «λυγίζει» η καρδιά της Ελλάδας


Όλα ξεκίνησαν από μία γρίπη, που δεν την πρόσεξε όπως έπρεπε, η οποία εξελίχτηκε σε πνευμονία με αρκετές -στη συνέχεια- παρενέργειες και τραγική κατάληξη την εγκεφαλική συμφόρηση.

Η είδηση του θανάτου του μεταδίδεται αμέσως στην Ελλάδα, με έκτακτες εκδόσεις των αθηναϊκών φύλλων. Η συγκίνηση φυσικά ήταν μεγάλη για τον άνθρωπο που επί σχεδόν πενήντα χρόνια πρωταγωνίστησε στην επαναστατική και πολιτική ζωή της Κρήτης και στη συνέχεια της Ελλάδας.Ο θάνατος τον βρήκε στο κρεβάτι του, στο λιτό διαμέρισμα της οδού Μποζόν. Στο τραπεζάκι δίπλα του τα τελευταία του αναγνώσματα: Αισχύλος, Ιστορία της Ευρώπης και οι πιο πρόσφατες ελληνικές εφημερίδες που δεν είχε προλάβει να ανοίξει. Στο προσκέφαλό του η σύζυγός του, Έλενα Βενιζέλου, οι δύο γιοι του και ο προσωπικός του γιατρός, Σκουλάς, που είχε κληθεί εσπευσμένα από την Αθήνα για να διαπιστώσει και αυτός πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μόλις μαθεύτηκε ο θάνατός του, επικράτησε θρήνος και σπαραγμός σε όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Κρήτη.

Η εποχή του θανάτου του Βενιζέλου είναι κρίσιμη για τη χώρα. Διχασμός και πάλι. Μια ακόμη κρίση. Και η δικτατορία Μεταξά προ των πυλών. Για τον κόσμο των φιλελευθέρων η απώλεια ήταν τεράστια, καθώς «έφευγε» ο ιδρυτής και φυσικός ηγέτης της παράταξης. Οι εχθροί του – όχι όλοι- τον σεβάστηκαν την ώρα που βρισκόταν νεκρός πλέον μπροστά τους. Ορισμένες από τις εφημερίδες του αντίπαλου Λαϊκού Κόμματος δημοσίευσαν κείμενα που ταίριαζαν στην περίσταση. Ορισμένες άλλες σχεδόν αποσιώπησαν το γεγονός.

Οι δικοί του άνθρωποι, εκτός από τον πόνο τους, είχαν να αποφασίσουν και για το μέρος πού θα γινόταν η κηδεία του. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε εκφράσει την επιθυμία να ταφεί στην Κρήτη, και πράγματι η πρώτη απόφαση που πάρθηκε από τη γυναίκα του και τους δύο γιους του ήταν να μεταφερθεί η σορός του με τρένο μέχρι το Μπρίντεζι και από εκεί με καράβι ως τα Χανιά όπου και θα γινόταν η κηδεία του.

«Στο Ακρωτήρι καθ’ αργά ανάβει μια λαμπάδα
για τον Εθνάρχη που ‘κανε μεγάλη την Ελλάδα»

Η κυβέρνηση, διά στόματος Ι. Μεταξά, που την εποχή εκείνη ήταν αντιπρόεδρος και υπουργός στρατιωτικών, αποφάσισε να αποδοθούν στον νεκρό τιμές πρωθυπουργού εν ενεργεία και επίσης να σταλούν στο Μπρίντεζι δύο αντιτορπιλικά να συνοδεύσουν τη σορό.

Μόλις μαθεύτηκε στην Αθήνα πως απόφαση την οικογένειας ήταν να γίνει η κηδεία στην Κρήτη, ο κόσμος ξεσηκώθηκε. Γενική απαίτηση ήταν να μεταφερθεί πρώτα η σορός στην πρωτεύουσα για λαϊκό προσκύνημα και ύστερα να κηδευθεί στην Κρήτη. Η οικογένεια δέχτηκε και συμφωνήθηκε από τον Μεταξά να γίνει μια στάση δύο ημερών στην Αθήνα ώστε να αποδοθούν στον Βενιζέλο οι πρέπουσες νεκρικές τιμές.

Όμως παράλληλα με τον θρήνο των βενιζελικών, ξεσηκώθηκαν και οι φιλοβασιλικοί, οι οποίοι δεν δέχονταν να μεταφερθεί στην Ελλάδα ο Βενιζέλος με τιμές πρωθυπουργού την ώρα που οι βασιλείς Κωνσταντίνος, Σοφία και Όλγα παρέμεναν θαμμένοι στο εξωτερικό. Δυο μέρες αργότερα διοργανώθηκε μνημόσυνο στη μνήμη των νεκρών βασιλέων και μετά τη λήξη του ο αντιβενιζελικός όχλος ξεχύθηκε στην Ομόνοια με συνθήματα όπως «Έξω ο τρισκατάρατος», «Πετάξτε το πτώμα στη θάλασσα» και άλλα παρόμοια, ενώ στη συνέχεια οι διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς το Σύνταγμα με άγριες διαθέσεις για να διαλυθούν μόνο μετά από επέμβαση της αστυνομίας.

Οπλοφόροι Κρητικοί, που είχανε έρθει στην Αθήνα, για να σχηματίσουν, κατά την κηδεία του Βενιζέλου, τιμητική φρουρά. Ως γνωστόν όμως, η κηδεία, τελικώς, δεν έγινε στην πρωτεύουσα…

Με πρόφαση τον κίνδυνο δημιουργίας νέων επεισοδίων η κυβέρνηση ζήτησε από την Έλενα Βενιζέλου να μη γίνει η προγραμματισμένη στάση στην Αθήνα και έτσι αποφασίστηκε να μεταφερθεί η σορός κατευθείαν στην Κρήτη.

Το τρένο με τη σορό του Βενιζέλου έφτασε στο Μπρίντεζι στις 24 Μαρτίου. Εκεί βρίσκονταν ήδη τα αντιτορπιλικά «Κουντουριώτης» και «Ψαρά» που είχε στείλει η ελληνική κυβέρνηση. Το φέρετρο και οι συγγενείς ανέβηκαν στο «Κουντουριώτης» και στη συνέχεια τα δύο πλοία, με μεσίστιες σημαίες, ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής.

Την ίδια ώρα στην Αθήνα, όσοι μπορούσαν έφευγαν για τα Χανιά, ενώ πολλοί περισσότεροι περίμεναν μάταια στην προκυμαία του Πειραιά μήπως βρουν κάποιο πλοίο που θα τους μετέφερε στην Κρήτη. Μαθεύτηκε όμως πως τα δύο πλοία που συνόδευαν τη σορό του Βενιζέλου θα περνούσαν από τον Ισθμό κι έτσι πλήθος κόσμου κατέκλυσε τις δυο πλευρές της διώρυγας με λουλούδια, στεφάνια και κεράκια. Όλοι περίμεναν υπομονετικά με τις ώρες.

Ήταν 10 το πρωί όταν τα δύο πολεμικά πλοία έφτασαν επιτέλους στη διώρυγα. Προχωρούσαν αργά αργά ρυμουλκούμενα από ειδικό πλοίο. Ο κόσμος κατάλαβε σε ποιο σημείο του «Κουντουριώτη» βρισκόταν το φέρετρο από τον τεράστιο σωρό των λουλουδιών που το κάλυπτε κι οι στιγμές που ακολούθησαν ήταν ιδιαίτερα συγκινητικές.

Όλοι άρχισαν να ρίχνουν τα στεφάνια στη θάλασσα και να ανάβουν τα κεράκια, κλαίγοντας με λυγμούς οι οποίοι σταμάτησαν μόνο όταν τα δύο πλοία είχαν απομακρυνθεί από τη διώρυγα.

Το επόμενο πρωί τα δύο αντιτορπιλικά έφτασαν στην Κρήτη. Η πόλη των Χανίων, βυθισμένη στα μαύρα, ήταν έτοιμη να υποδεχτεί για τελευταία φορά τον Βενιζέλο. Γύρω στις 10 το πρωί η λευκή βενζινάκατος με το φέρετρο ξεκίνησε από τα πλάγια του «Κουντουριώτη» την ώρα που από το φρούριο ακούγονταν πένθιμοι κανονιοβολισμοί. Όταν η βενζινάκατος έφτασε στην προκυμαία όλοι γονάτισαν.

Στη συνέχεια η νεκρική πομπή με επικεφαλής βρακοφόρους Κρητικούς, συμπολεμιστές του Βενιζέλου, κατευθύνθηκε προς την Μητρόπολη Χανίων, όπου και τελέστηκε η νεκρώσιμη ακολουθία. Μετά η πομπή ξεκίνησε πάλι, αυτή τη φορά για τη Χαλέπα, όπου η σορός εναποτέθηκε στο μικρό εκκλησάκι της Αγίας Μαγδαληνής, κοντά στο σπίτι του Βενιζέλου. Ήταν γύρω στη μία το μεσημέρι όταν ξεκίνησε το λαϊκό προσκύνημα, το οποίο κράτησε μέχρι το επόμενο πρωί.

Στις 11 την άλλη μέρα το λείψανο μεταφέρθηκε στο Ακρωτήρι όπου ήταν η επιθυμία του Βενιζέλου να ταφεί. Στο ίδιο σημείο το 1898, ως πολέμαρχος της Κρήτης, αντιμετώπιζε τα κανόνια των ξένων στόλων, έγραφε την ιστορική διαμαρτυρία του για τον βομβαρδισμό της Κρήτης και σήκωνε λίγο αργότερα, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, την ελληνική σημαία. Όσοι από εκείνους τους οπλαρχηγούς ήταν ακόμη εν ζωή βρίσκονταν τώρα μαζί του συνοδεύοντας το λείψανό του μέχρι την τελευταία του κατοικία. Φυσικά η πομπή ήταν τεράστια. Το πλήθος του κόσμου αμέτρητο. Ακριβώς στη μία το μεσημέρι το φέρετρο εισήλθε για πάντα στην κρητική γη, ενώ ο κόσμος έριχνε από πάνω μύρα, δάφνες και λουλούδια.

Η πλάκα που στήθηκε έγραφε: ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ 1864-1936

Κλείνουμε με τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Τσάτσου, ο οποίος -μαζί με τον Γιώργο Σεφέρη- ήταν στην κηδεία του Βενιζέλου:

Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να διηγηθώ ένα περιστατικό που έζησα πριν από σαράντα χρόνια έξω από το λιμάνι των Χανίων, τη μέρα που γινότανε η κηδεία του Βενιζέλου.

Ο Μεταξάς δεν είχε αντίρρηση να τιμηθεί ο Βενιζέλος. Είχε όμως απαγορεύσει τη στάθμευση της σορού στην Αθήνα από το φόβο μήπως δώσει αφορμή σε λαϊκές αντικυβερνητικές εκδηλώσεις. Τότε μερικοί πήγαν στον Ισθμό να δουν να περνάει το αντιτορπιλικό που έφερνε το φέρετρό του από την Ιταλία. Οι περισσότεροι αποφάσισαν να πάνε στα Χανιά, για να παραστούν στην κηδεία του, που θα ξεκινούσε από εκεί για να φτάσει στον τόπο της ταφής, στο Ακρωτήρι. Δύσκολα όμως βρισκότανε θέση, έστω και στο κατάστρωμα, αν και όλα τα διαθέσιμα καράβια έκαναν έκτακτα δρομολόγια, για να φτάσει ο κόσμος τη στιγμή που θα αποβιβαζόταν το φέρετρο στην κρητική γη. Τότε, μαζί με τον Γιώργο Σεφέρη, καταφύγαμε στον κοινό μας φίλο, τον «Καπετάνιο» όπως τον ονομάζαμε, τον Δημήτρη Αντωνίου, που ήταν δεύτερος πλοίαρχος στο επιβατικό «Ακρόπολις». Χάρις σ’ αυτόν ξεκινήσαμε παραμονή βράδυ. Λίγο μετά την ανατολή αράξαμε σε μικρή απόσταση από τα τρία πολεμικά. Ανεβήκαμε στη γέφυρα του πλοιάρχου και από εκεί αντικρίσαμε στην πρύμνη του μεγαλύτερου το φέρετρο σκεπασμένο με την ελληνική σημαία και τους τέσσερις αξιωματικούς που στέκονταν τιμητική φρουρά γύρω του. Το λιμάνι, όλη η πολιτεία ήταν σκεπασμένη με μαύρα σεντόνια. Μονάχα πέρα ο Ψηλορείτης διατηρούσε ατάραχος τα χιόνια της κορυφής του.

Ένας κόμπος λύθηκε στο λαιμό μου και άρχισα να κλαίω. Ο Γιώργος πλάι μου έκλαιγε και αυτός και η απόγνωση ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό του. Έκλαιγε το Γένος, την ώρα εκείνη, όπως το κλαίει σε όλη του την ποίηση. Μια στιγμή με τράβηξε από το μανίκι. «Σε κλαίει ο λαός… Θυμάσαι;» -Λόγια ενός άλλου ποιητή για έναν άλλο ήρωα. –«Θυμάμαι». Και τι δε θυμόμουνα! Τόσων χρόνων τραγικές συγκρούσεις, δόξες και καταστροφές. Τον Βενιζέλο, εύθυμο και χαριεντιζόμενο, στο πατρικό μου. Τον Βενιζέλο στο Παρίσι. Τον Βενιζέλο μετά την απόπειρα. –Πλάι μας έκλαιγε, σιωπηλά και αυτή, μια τιμημένη δέσποινα της εποχής, η κυρία Έλλη Αδοσίδη, γυναίκα του Γενικού Διοικητού της Μακεδονίας επί Κυβερνήσεως Βενιζέλου.

Όταν βγήκε το φέρετρο στην προκυμαία και επρόκειτο να το σηκώσουν στους ώμους των Έλληνες αξιωματικοί, όρμησαν οι γέροι συμπολεμιστές του οπλαρχηγοί και το άρπαξαν κυριολεκτικά από τα χέρια της τιμητικής φρουράς και κρατώντας το σαν τρόπαιο το σήκωσαν απάνω από την ανθρωποθάλασσα βαδίζοντας προς το Ακρωτήρι. Μακρύς ο δρόμος. Ανθόσπαρτος, λιβανισμένος από την πόλη ως το Ακρωτήρι. Αυτό που σημαίνει «Πάνδημος κηδεία» τότε το ένιωσα. Κλαίγαν όλοι. Όλοι κλαίγαν τον νεκρό και ο καθένας ένα κομμάτι μαζί της ζωής του. Ο καθένας ένα όνειρο, ένα όραμα της Ελλάδας.

Ο Σεφέρης όλο και μου μιλούσε για τη μικρασιατική καταστροφή, το σημαδιακό για τη ζωή του γεγονός, από το οποίο ποτέ του δεν απομακρύνθηκε. Ήμαστε της γενιάς της αναστημένης με τη Μεγάλη Ιδέα, μα που ήταν μοίρα της και χρέος της να την θρηνήσει και να τη θάψει.

Στο Παρίσι η ταρίχευση δεν είχε γίνει σωστά και το πρόσωπο του νεκρού ήταν μελανιασμένο και κάπως παραμορφωμένο.

Δεν θυμάμαι πιο τίποτα από την επιστροφή μας. Μόνο τούτο: πως ήμαστε σαν αδειασμένοι. Χρειάστηκε καιρός για να ξαναχτίσουμε τον μέσα μας κόσμο.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ

από το βιβλίο «Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΣΗΜΕΡΑ»
ΤΕΤΡΑΔΙΑ «ΕΥΘΥΝΗΣ»

Ποιος ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Ο μεγαλύτερος πολιτικός της νεώτερης Ελλάδας, που συνέδεσε το όνομά του με το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας. Δέσποσε στην πολιτική ζωή της χώρας από το 1910 έως το 1936. Η πολιτική του δράση προκάλεσε εντονότατα πάθη για πολλά χρόνια και αποτυπώνονται στις έννοιες «Βενιζελισμός» και «Αντιβενιζελισμός». Διετέλεσε επτά φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, συνολικά επί δώδεκα χρόνια και πέντε μήνες.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου (11 Αυγούστου με το παλαιό ημερολόγιο) του 1864 στις Μουρνιές Χανίων και ήταν το πέμπτο παιδί του εμπόρου Κυριάκου Βενιζέλου και της Στυλιανής Πλουμιδάκη. Η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη το 1866, επειδή είχε αναμιχθεί στην επανάσταση εναντίον των Τούρκων. Έτσι, ο μικρός Ελευθέριος αναγκάστηκε να μάθει τα πρώτα του γράμματα στη Σύρο, όπου κατέφυγε η οικογένειά του. Τις γυμνασιακές του σπουδές τελείωσε στην Αθήνα και στα Χανιά, όπου επέστρεψε μετά την επανάσταση. Ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει έμπορο, αλλά το νεαρό παιδί ήθελε να διευρύνει τους ορίζοντές του και προτίμησε να σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1886 αναγορεύτηκε σε διδάκτορα Νομικής με βαθμό άριστα και αμέσως επέστρεψε στα Χανιά, όπου άρχισε να δικηγορεί και να αναμιγνύεται στην τοπική πολιτική.

Στη Βουλή της Κρήτης, όπου τον έστελνε τακτικά από το 1887 ως αντιπρόσωπό του ο λαός των Χανίων, διακρίθηκε για τη ρητορική του ευγλωττία και τις πολιτικές του ιδέες. Ανήκε στην παράταξη των Φιλελευθέρων, το «κόμμα των Ξυπόλητων», όπως ήταν γνωστό στην Κρήτη, επειδή το υποστήριζαν οι λαϊκές τάξεις του νησιού. Από τότε ο Βενιζέλος δεν έλειψε από καμία επαναστατική ενέργεια κατά των Τούρκων. Όταν το 1898, οι τέσσερις μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Ρωσία) κήρυξαν την αυτονομία της Κρήτης με Ύπατο Αρμοστή τον πρίγκηπα Γεώργιο της Ελλάδας, ο Βενιζέλος διορίστηκε Σύμβουλος (Υπουργός) Δικαιοσύνης της Κρητικής Πολιτείας. Αργότερα, όμως, ήλθε σε σύγκρουση με τον Γεώργιο. Το 1901 αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να κηρύξει την επανάσταση του Θερίσου (10 Μαρτίου 1905), με σκοπό την απομάκρυνση του πρίγκηπα από την Κρήτη και την ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα.

Τον Ιανουάριο του 1891 νυμφεύθηκε στα Χανιά τη Μαρία Κατελούζου (1870 – 1894). Η παρουσία στο γάμο του των προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων φανέρωνε το κύρος και τις σχέσεις που είχε αναπτύξει ο εικοσιεπτάχρονος δικηγόρος. Μετά το γάμο, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο επιβλητικό σπίτι της Χαλέπας και απόκτησε δύο παιδιά, τον εφοπλιστή Κυριάκο Βενιζέλο (1892-1942) και τον στρατιωτικό και πολιτικό Σοφοκλή Βενιζέλο (1894-1964), που έφτασε μέχρι την πρωθυπουργία της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του ‘50.

Η γέννηση, όμως, του Σοφοκλή το 1894 έμελλε να είναι μοιραία για την εικοσιτετράχρονη Μαρία, η οποία πέθανε αναπάντεχα από επιλόχεια μόλυνση. Ο πρόωρος θάνατός της συγκλόνισε τον Βενιζέλο, που βρέθηκε ξαφνικά με δύο βρέφη, χωρίς την αγαπημένη του γυναίκα. Απαρηγόρητος από το τραγικό γεγονός, χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να ξεπεράσει την απώλεια της συντρόφου του. Έκτοτε και για όλη του τη ζωή, διατήρησε τη χαρακτηριστική γενειάδα, σε ένδειξη πένθους.

Η πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα, συνεπεία του στρατιωτικού κινήματος στου Γουδή (15 Αυγούστου 1909), τον φέρνει στην Αθήνα με πρόσκληση του «Στρατιωτικού Συνδέσμου». Ο κρητικός πολιτικός έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό από τον αθηναϊκό λαό και στις βουλευτικές εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910, ως αρχηγός του νεοϊδρυθέντος Κόμματος των Φιλελευθέρων, επικράτησε με ευκολία, αφού η παλαιά πολιτική τάξη δήλωσε αποχή από την εκλογική διαδικασία. Αμέσως, ο Βενιζέλος έθεσε σε εφαρμογή ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς, που όμοιό του δεν είχε δει η χώρα στα ογδόντα χρόνια του ελεύθερου βίου της. Η εκσυγχρονιστική πολιτική βούληση του αποτυπώθηκε στο Σύνταγμα του 1911.

Με την αναδιοργάνωση του στρατού που έκανε με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τη σύναψη της Βαλκανικής Συμμαχίας κέρδισε τους απελευθερωτικούς πολέμους του 1912-1913 κατά των Τούρκων (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος) και των Βουλγάρων (Β’ Βαλκανικός Πόλεμος). Νωρίτερα, ο λαός επικροτώντας τις επιλογές του, του έχει χαρίσει μία ακόμα εκλογική νίκη στις 11 Μαρτίου 1912.

Το αναδημιουργικό του έργο ήλθε να διακόψει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Βενιζέλος διαφώνησε με το βασιλιά Κωνσταντίνο για το εάν έπρεπε να αναμιχθεί η χώρα μας αμέσως στον πόλεμο ή να παραμείνει ουδέτερη. Ο αγγλόφιλος Βενιζέλος υποστήριζε την άμεσα εμπλοκή της χώρας μας στον πόλεμο, ενώ ο γερμανόφιλος βασιλιάς προτιμούσε την ουδετερότητα. Είναι η εποχή του βαθύτατου «Εθνικού Διχασμού», που θα επισωρεύσει στην Ελλάδα τραύματα και πληγές, που θα αργήσουν πολύ να επουλωθούν.

Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία δύο φορές μέσα στο 1915 και αφού είχε κερδίσει πανηγυρικά της εκλογές της 31ης Μαΐου. Η διαμάχη των δύο ανδρών κορυφώθηκε τον Νοέμβριο του 1916 με την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την ανάληψη εκ νέου της πρωθυπουργίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που οδήγησε στην έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Μετά το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου», ο Βενιζέλος επιτυγχάνει ένα ακόμη διπλωματικό θρίαμβο με την υπογραφή στο Παρίσι της Συνθήκης των Σεβρών (27 Ιουλίου 1920), με την οποία δημιουργείται η μεγάλη Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Την ώρα, όμως, που ετοιμαζόταν να επιστρέψει θριαμβευτής στην Ελλάδα, έγινε απόπειρα δολοφονίας του στο Παρίσι από φανατικούς του αντιπάλους, η οποία απέτυχε (30 Ιουλίου).

Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο Βενιζέλος ηττήθηκε και απογοητευμένος αναχώρησε από την Ελλάδα, ανακοινώνοντας ότι εγκαταλείπει την πολιτική. Κλήθηκε, όμως, να συνεισφέρει με τη διπλωματική του εμπειρία και το αναμφισβήτητο διεθνές κύρος που διέθετε, στη διαμόρφωση της Συνθήκης της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923), στην οποία σύρθηκε η ηττημένη Ελλάδα στα πεδία των μαχών της Μικράς Ασίας. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1921 νυμφεύθηκε στο Λονδίνο, για δεύτερη φορά, την Έλενα Σκυλίτση (1874-1959), κόρη πλούσιας οικογένειας της Αγγλίας με καταγωγή από τη Χίο.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανήλθε στην κεντρική πολιτική σκηνή το 1928, μετά από μία μεγάλη περίοδο πολιτικής αστάθειας και κέρδισε τις εκλογές της 19ης Αυγούστου. Κυβέρνησε έως το 1932 σε μία ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την παγκόσμια οικονομία («Κραχ» του 1929). Θα επιτελέσει σημαντικό έργο σε πολλούς τομείς (Ίδρυση Αγροτικής Τράπεζας, Συμβουλίου της Επικρατείας και Εθνικού Θεάτρου, ανέγερση 3.000 σχολικών αιθουσών), αλλά θα χρεωθεί τη χρεωκοπία της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1932. Στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας συνήψε σύμφωνα φιλίας με την Ιταλία και τη Σερβία κι έθεσε τις βάσεις της ελληνοτουρκικής φιλίας με τον Κεμάλ Ατατούρκ (30 Οκτωβρίου 1930).

Τον Ιανουάριο του 1933 σχηματίζει την τελευταία του κυβέρνηση. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου οι Φιλελεύθεροι ηττώνται και την επομένη ακολουθεί το αποτυχημένο φιλοβενιζελικό κίνημα Πλαστήρα. Στις 6 Ιουνίου έγινε νέα απόπειρα δολοφονίας του από πολιτικούς του αντιπάλους, η οποία και πάλι απέτυχε. Μετά το νέο αποτυχημένο κίνημα των οπαδών του κατά της κυβερνήσεως του Λαϊκού Κόμματος την 1η Μαρτίου 1935, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να μην επιστρέψει ποτέ.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος άφησε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι στις 18 Μαρτίου 1936 από εγκεφαλική συμφόρηση. Η σορός του μεταφέρθηκε κατ’ ευθείαν στην Κρήτη, υπό τον φόβο επεισοδίων στην Αθήνα, και ενταφιάστηκε στη γνώριμη γη του Ακρωτηρίου Χανίων, που συνδέθηκε άρρηκτα με την αγωνιστική του παρουσία για την πραγματοποίηση των οραμάτων του.

Πηγή: agonaskritis

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ήθη και έθιμα της Μεγαλοβδομάδας και ημέρας της Λαμπρής

Δημοσιεύτηκε

στις

Όλα τα ήθη και τα έθιμα της Μεγαλοβδομάδας είναι βγαλμένα μέσα από το πλούτο της παράδοσης του λαού μας, που της προσδίδουν μια ξεχωριστή ομορφιά και την κάνουν πραγματικά Μεγάλη, αυτή τη τελευταία εβδομάδα πριν τη Λαμπρή


Ενώ Λαμπρή εννοούμε τη Λαμπρή ημέρα που Αναστήθηκε ο Χριστός, τη ξεχωριστή αυτή ημέρα από όλες τις άλλες μέρες του Χρόνου.

Λαμπρή είναι λέξη Ελληνική, που σημαίνει, λάμψη, ακτινοβολία, φως, χαρά. Πάσχα, είναι λέξη Εβραϊκή και σημαίνει, μετάβαση.

Υπάρχουνε πολλές μετονομασίες για όλες τις ημέρες της Μεγαλοβδομάδας, που είναι διαφορετικές από τόπο σε τόπο και πιθανών και σε βάθος χρόνου.

Από αυτές, άλλες απευθύνονται στα πάθη του Χριστού και άλλες στα ”πάθη” των ανθρώπων, δηλαδή την ταλαιπωρία των από την παρατεταμένη νηστεία, που τη Μεγαλοβδομάδα ήταν στην αποκορύφωση της.

Έψαξα και βρήκα διάφορες μετονομασίες που αξίζει να τις επαναφέρουμε στη μνήμη μας, ενώ θα αναφέρω και τον τόπο που τις βρήκα.

Θέλω να πιστεύω ότι ο κάθε ένας από εσάς, όλο και κάποια διαφορετική μετονομασία θα έχει.

Ο κόσμος τότε πίστευε περισσότερο στη θρησκεία μας και στη δύναμη του Χριστού, και ότι έκανε το έκανε με πίστη και αφοσίωση, γιατί έτσι το ένοιωθε.

Το κέρδος του βέβαια ήταν πολλαπλό, γιατί έκανε και την απαιτούμενη αποτοξίνωση, καθώς επιτάσσει η θρησκεία μας.

Παρακολουθούσε με κατάνυξη τα Θεία Πάθη του Χριστού όλη τη Μεγαλοβδομάδα, αλλά παράλληλα έκανε και πραγματική Ανάσταση, αφού ένοιωθε ότι κι ο ίδιος είχε αναστηθεί από τα…….πάθη της νηστείας του!!

Έτσι η ημέρα της Λαμπρής ήταν μια πολύ χαρούμενη ημέρα, αφού μπορούσε επί τέλους να απολαμβάνει όλα όσα στερήθηκε τόσες ημέρες!!

Αντίθετα με το σήμερα, που ο πολύς κόσμος έπαψε να πηγαίνει στην εκκλησία, παρά μόνο πέντε λεπτά πριν το Χριστός Ανέστη και μόνο για να πάρει το Άγιο Φως!!!!!

Αλλά να με συγχωρέσετε, γιατί πριν ξεκινήσω και παραθέσω τις μετονομασίες της Μεγαλοβδομάδας, θα αναφέρω για ότι λέγεται την ημέρα των Βαϊων, που ως γνωστόν είναι ημέρα ψαροφαγίας. Λέγεται λοιπόν:

”Βάγια, Βάγια των Βαγιών
τρώνε ψάρι και κολιόν
και την άλλη Κυριακή
τρώνε το ψητό αρνί”.

Μετονομασίες της Μεγαλοβδομάδας:

Γαλιά Ηρακλείου

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη Μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη Κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – Ο κόσμος χαλά και παύτει
Μεγάλη Πέμπτη – Ο κόσμος χαλά και πεύτει
Μεγάλη παρασκευή – Μεγάλη ταραχή
Μεγάλο Σαββάτο – Μεγάλο μου Σαββάτο
και πως θα σε περάσω,
που έχεις πέντε κολατσά και πέντε μεσημέρια
και πέντε αποτσακίσματα σα με να λάξει μέρα.

Φανερωμένη Ηρακλείου

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη μέρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – Μεγάλη ζάλη
Μεγάλη Πέμπτη – Σηκώνεται και πεύτει
Μεγάλη Παρασκευή – Μεγάλη ταραχή
Μεγάλο Σαββάτο – Μεγάλο μου Σαββάτο
και πως θα σε περάσω,
που έχεις πέντε κολατσά και πέντε μεσημέρια
και πέντε απομεσήμερα μέχρι να λάξει μέρα.

Τυμπάκι Ηρακλείου

Μεγάλη δευτέρα – Μεγάλη μέρα
Μεγάλη Τρίτη – Ο Χριστός εκρίθη
Μεγάλη Τετάρτη – Ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – Ο Χριστός εβρέθη
Μεγάλη Παρασκευή – Ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στο Τάφο
Κυριακή του Πάσχα – Ο Χριστός ανάστα

Ρέθυμνο

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη Μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – Ο Χριστός εκρίθη
Μεγάλη Τετάρτη – Ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – Ο Χριστός εβρέθη
Μεγάλη Παρασκευή – Ο Χριστός στο Καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στο Τάφο

Αλικαρνασσού

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη Μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – Ο Ιησούς εκρίθη
Μεγάλη Τετάρτη – Ο Ιησούς εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – Ο Ιησούς εβρέθη
Μεγάλη Παρασκευή – Ο Ιησούς στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Ιησούς στον Τάφο
Μεγάλη Κυριακή – Ο Ιησούς θα Αναστηθεί

Κακοδίκι, επαρχίας Σελίνου Χανίων

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – ο Χριστός εβρέθη
Μεγάλη Παρασκή – ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – ο Χριστός στο Τάφο

Ζαρός

Μεγάλη Παρασκευή – Σήμερο μαύρος ουρανός,
σήμερο μαύρη μέρα,
σήμερο όλα θλίβονται κι τα βουνά λυπούνται.
Μεγάλο Σαββάτο – Μεγάλο μου Σαββάτο και πώς θα σε περάσω,
που έχεις τρία κολατσιά και τρία μεσημέρια
και τρία απομεσήμερα ώσπου ν’ αλλάξει η μέρα.

Ανώγεια Μυλοποτάμου

Μεγάλη Δευτέρα – Ο Χριστός με τη μαχαίρα.
Μεγάλη Τρίτη – Ο Χριστός εκρίθη.
Μεγάλη Τετάρτη – Ο Χριστός εχάθη.
Μεγάλη Πέμπτη – Ο Χριστός εβρέθη.
Μεγάλη Παρσκή – Ο Χριστός στο καρφί.
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στο Τάφο.
Την Αγία Κυριακή Ο Χριστός θα Αναστηθεί.

Κεφαλονιά

Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μέρα.
Μεγάλη Τρίτη, μεγάλη κρίση.
Μεγάλη Τετάρτη, μεγάλο σκοτάδι.
Μεγάλη Πέφτη, δάκρυο πέφτει.
Μεγάλη Παρασκευή, θλίψη πολλή.
Μεγάλο Σαββάτο, χαρές γιομάτο.
Μεγάλη Λαμπρή, χάσκα μούσκα αυγό κι αρνί.

Ανεξάρτητα όμως από όλες αυτές τις μετονομασίες, η Μεγαλοβδομάδα είναι Εβδομάδα νηστείας, προσευχή και κατάνυξης. Ενώ η κάθε μέρα έχει τα ξεχωριστά της ήθη και έθιμα και θα προσπαθήσω να τα παραθέσω, όσο μου είναι δυνατόν.

Από τη Δευτέρα κιόλας όλες οι γυναίκες αρχίζουν το καθάρισμα και άσπρισμα των σπιτιών των και όχι μόνο.

Ασπρίζουν βέβαια και όλους τους εξωτερικούς χώρους, καθώς επίσης και όλα τα γυροτρίγυρα σοκάκια, για να λάμπουν την ημέρα της Λαμπρής, που φυσικά δεν θα αργήσει να φανεί.

Τη Μεγάλη Πέμπτη θα ζυμώσουν και θα ψήσουν σε παραδοσιακούς ξυλόφουρνους τα διάφορα λαμπριάτικα κουλούρια κ.α. Ενώ την ίδια μέρα θα βάψουν τα κόκκινα αυγά.
Θα τα βάλουν σε ένα παραδοσιακό καλάθι και θα τα τζουγκρίσουν την ημέρα της Λαμπρής, λίγο πριν το κυρίως φαγητό, για να ευχηθούν Χρόνια Πολλά.

Πολλοί φυλάγουν από αυτά τα κόκκινα αυγά ένα αυγό στο εικονοστάσι. Αν το σπάσουν μετά από εφτά χρόνια, βρίσκουν μέσα μια πολύ καλή γυαλιστερή πέτρα.

Κομποσκοίνι

Τη Μεγάλη Πέμπτη όταν ο Παπάς διαβάζει τα Δώδεκα Ευαγγέλια, πολύς κόσμος κρατώντας μια μαύρη κλωστή, δένει ένα κόμπο κάθε που διαβάζει ένα Ευαγγέλιο. Έτσι στο τέλος έχουν δέσει δώδεκα κόμπους, όσα και τα Ευαγγέλια.

Αυτό το κομποσκοίνι το κάνουν φυλακτό και το κρατούν όπου και να πηγαίνουν, για να τους φυλάγει από τα κακά πνεύματα.

Κιτρολέμονα

Τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν ο Παπάς διαβάζει τα Δώδεκα Ευαγγέλια και συγκεκριμένα το έβδομο Ευαγγέλιο και όταν λέει ότι, ένας από τους παρευρισκομένους στη Σταύρωση πήγε και πήρε ένα σφουγγάρι, το βούτηξε στο ξύδι και αφού το στερέωσε πάνω σε ένα καλάμι έδωσε στο Χριστό να ποιεί, πολύς κόσμος μέσα στην Εκκλησία, κόβει και τρώει κιτρολέμονα, συμπάσχων με αυτό το τρόπο, με τα Πάθη του Χριστού.

Το Αγίασμα, το ξύδι και το Λεμόνι

Στο Χωριό Σκούρβουλα, ακόμα και σήμερα υπάρχει το έθιμο, ”το Αγίασμα, το ξύδι και το λεμόνι”.
Το έθιμο αυτό συνδέεται με τη λατρεία και παρατηρείται κατά την ημέρα της Μ. Παρασκευής.
Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για κάποιο αρχαίοΧριστιανικό έθιμο ή αν δημιουργήθηκε και σταθεροποιήθηκε μέσα στο χρόνο.

Επειδή όμως δεν παρατηρείται σε όλες τις Ενορίες και δεν αναφέρεται στο λειτουργικό τυπικό, καθ’ ότι δεν περιβάλλεται με την ισχύν κανόνος, οικουμενικής ή τοπικής συνόδου, πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα για έθιμο τοπικό.

Εξ΄άλλου τέτοια έθιμα διαμορφώνονται και δημιουργούνται κατά καιρούς και τόπους και οφείλονται εις τα αγνά ήθη των Χριστιανών.

Σύμφωνα με το έθιμο αυτό, ο Ιερέας κρατάει Μ. Αγιασμό από τα Φώτα τον οποίο φυλάσσει εντός του Ναού.

Επίσης στην λειτουργιά της Μ. Πέμπτης χρησιμοποιεί στην Πρόθεση, κατά την προετοιμασία των Τιμίων Δώρων, δώδεκα πρόσφορα(11+1) για να υπάρχει αντίδωρο να παίρνουν οι πιστοί, μετά την μετάληψη του Αγιασμού.
Το εσπέρας της Μ. Πέμπτης, μετά το πέρας της ακολουθίας των παθών, ο Ιερέας παραμένει στο Ναό και ετοιμάζει τα δώρα αυτά.

Δεξιά του Σταυρού τοποθετείται πάνω σε τραπέζι η κολυμβήθρα με τον Αγιασμό και δυο γυάλινα ποτήρια κάτω από τους κρουνούς. Στη συνέχεια το αντίδωρο και ένα δεύτερο τραπέζι, πάνω στο οποίο τοποθετείται μία λεκάνη με ξίδι και μέσα εκεί κόβονται καθαρισμένα λεμόνια σε μικρά κομμάτια.

Η προσέλευσης των πιστών είναι καθολική. Αρχίζει από τις 6 το πωϊ της Μ. Παρασκευής και διαρκεί έως το τέλος της βραδινής ακολουθίας του Επιταφίου.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι οι πιστοί δεν πίνουν ούτε νερό, έως της ώρας εκείνης που θα λάβουν τον Αγιασμό.

Το ξίδι και το λεμόνι πίνεται και τρώγεται, όχι μόνο μετά την μετάληψη του Αγιασμού εντός του Ναού, αλλά και στο σπίτι καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας όπου υπάρχει αποχή απ’ όλες τις τροφές και έχει την έννοια της συμμετοχής των πιστών στο Πάθος του Κυρίου.

Ξωκλήσια – νεκροταφείο

Την Μεγάλη Παρασκευή όλες οι γυναίκες, κυρίως οι ηλικιωμένες, γυρνάνε όλα τα εξωκλήσια του χωριού και τα θυμιάζουν.

Θυμιάζουν επίσης στο νεκροταφείο τους πεθαμένους τους, ενώ τους ανάβουν το καντήλι.

Στόλισμα επιταφίου – περιφορά

Ο επιτάφιος στολίζεται τη Μεγάλη Παρασκευή μέσα στην εκκλησία. Στολίζεται κυρίως από νέες κοπέλες, με κάθε λογής λουλούδια της εποχής.

Οι κολαϊνες, από λεμονανθούς εντυπωσιάζουν.

Η περιφορά θα γίνει τη Παρασκευή το βράδυ, γύρω από όλο σχεδόν το χωριό.

Τον επιτάφιο πάντοτε τον σηκώνουν στρατιώτες, εφ’ όσον υπάρχουν.

Όταν θα επιστρέψει ο επιτάφιος στην εκκλησία όλος ο κόσμος θα περάσει κάτω από αυτόν, ενώ θα εύχονται σ’ αυτούς που τον σήκωναν, να είναι καλά και του χρόνου να τον ξανασηκώσουν.

Στη συνέχεια όλος ο κόσμος παίρνει καλορίζικα από τον επιτάφιο, που συνήθως τα χρησιμοποιούν για να φουσκώσουν το προζύμι.

Χτυπούσαν τα σήμαντρα

Στο χωριό Μέλαμπες Ρεθύμνης, τα παλιά χρόνια τουλάχιστον, λίγο πριν να χτυπήσει η καμπάνα για να γίνει η περιφορά του επιταφίου, γύρναγαν σε όλο το χωριό τέσσερα με πέντε άτομα και χτυπούσαν τα σήμαντρα, ενώ πίσω από τα σήμαντρα ακολουθούσαν άλλα άτομα με αναμμένες δάδες.

Σήμαντρο, ήταν ένα κομμάτι σίδερο, κρεμασμένο με ένα σπάγκο, ενώ το χτυπούσαν με ένα άλλο σίδερο.

Οι δάδες ήταν αυτοσχέδια τενεκεδάκια, που τους έβαζαν μέσα στάχτη και πετρέλαιο και μετά τους έδιναν φωτιά.

Καινούρια ρούχα και παπούτσια

Το Μεγάλο Σάββατο οι νονοί στέλνουν στα βαφτιστήρια τους καινούρια ρούχα και ιδιαίτερα παπούτσια, για να μη σκοντάφτουν όλο το χρόνο.

Το σφάξιμο του αρνιού

Το Μεγάλο Σάββατο όλος ο κόσμος θα σφάξει το αρνί για να το ψήσει την επομένη, την ημέρα της Λαμπρής.

Το κάψιμο του Ιούδα

Από πολλές ημέρες πριν, αλλά και την παραμονή της Ανάστασης, όλοι οι νέοι του χωριού κουβαλούν με κάθε μέσο ξύλα έξω από την εκκλησία του χωριού.

Εκεί κάνουν ένα τεράστιο σωρό, που πάνω σε αυτόν στήνουν ένα αχυρένιο αντρίκελο, που συμβολίζει τον Ιούδα.

Το αχυρένιο αυτό αντρίκελο θα καεί στη μεγάλη φωτιά που θα ανάψει από αυτά τα ξύλα την ώρα που θα πει ο Παπάς το Χριστός Ανέστη, μέσα σε ένα πραγματικά ”πολεμικό” κλήμα, αφού χιλιάδες ακούγονται οι μπαλωθιές.

Αλλά και σε κάθε σπίτι, η κάθε κυρά, το Σάββατο το βράδυ, θα κάψει το δικό της Ιούδα, ανάβοντας μια σχετικά μικρή, στην αυλή του σπιτιού της φωτιά, χρησιμοποιώντας λίγους θάμνους, όπως ασκινοπόδια.

Η καύση του Αρφανού

Πρόκειται για ένα μοναδικό έθιμο, το οποίο διαρκεί όλη τη Σαρακοστή και γίνεται στα Ανώγια Ρεθύμνης, με τη συμμετοχή ολόκληρης της τοπικής κοινωνίας.

Τα ξύλα τα συγκεντρώνουν,ως επί το πλείστον μικρά παιδιά, στις 4 συν μία ενορίες.

Λέγοντας 4 συν μία εννοούμε, την ενορία στο Μετόχι του Άι Δημήτρη, την ενορία του Άι Γιώργη, την ενορία του Άι Γιάννη και την ενορία στο Περαχώρι της Παναγίας. Ενώ η πέμπτη είναι αυτή που δημιουργείται μόνο το Πάσχα, από τον συνασπισμό όλων των μικρών παιδιών, στο Λαγγό (Κομπί).

Τα ξύλα αυτά τα φυλάγουν όλη την νύχτα τα παιδιά, για να μην τα κλέψουν οι μεν, από τους δε.

Λέγεται ότι είναι η πρώτη συλλογική δράση που συμμετέχουν τα παιδιά, στα Ανώγια.

Τα αρφανόξυλα θα μεταφερθούν το Μ. Σάββατο, εκεί που στήνεται ο αρφανός, και θα στηθούν με τη βοήθεια των μεγάλων.

Ο αρφανός θα καεί την ώρα που ο Παπάς λέει το Χριστός Ανέστη, ενώ η φωτιά είναι πρωτόγνωρη.

Τα Ανοιξιάτικα

Στο χωριό Γαλιά την ημέρα της Λαμπρής απ’ ότι θυμάμαι, υπήρχε το έθιμο ανεξάρτητα καιρικών συνθηκών, να φοράνε πολύ ελαφριά ανοιξιάτικα ρούχα.

Όλοι φόραγαν ίσως για πρώτη φορά μέχρι τότε, τα κοντά τους μανίκια! Με τη δικαιολογία;; Για να μην κρυώνουν στη συνέχεια!!

Το Αναστάσιμο φιλί

Ένα από τα ξεχωριστά έθιμα της ημέρας της Λαμπρής, είναι το Αναστάσιμο φιλί, που και ο εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός, έχει υμνήσει, όπως αναφέρεται παρακάτω:

‘Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε…..
…. ανοίξατε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπρός εις τους Αγίους και φιληθείτε!!

Δεύτερη Ανάσταση – Νεκρανάσταση – Κρανάσταση

Την ημέρα της Λαμπρής μετά της δέκα η ώρα, γίνεται η δεύτερη Ανάσταση – Νεκρανάσταση – Κρανάσταση.

Τελειώνοντας, σηκώνουν οι πιστοί όλες τις εικόνες της εκκλησίας, από δύο άτομα την κάθε μία και τις κάνουν περιφορά γύρω από την εκκλησία ή γύρω από μια ευρύτερη περιοχή γύρω από την εκκλησία.

Τέλος τις επιστρέφουν, ενώ τις τοποθετούν στη θέση τους, αφού τις προσκυνήσουν όλοι τους μαζί, ευχόμενοι και του χρόνου με υγεία.

Φεύγοντας ο κόσμος από την εκκλησία για το σπίτι του, παίρνει μαζί του και την εικόνα που από την αρχή της Σαρακοστής είχε νε φέρει για να λειτουργηθεί.

Γλέντι και μπαλοτοκόπι

Στη συνέχεια, παντού μπορείς να δεις παρέες, που το κέφι και η διάθεση φτάνει στο απόγειο της, ενώ δεν λείπει και το παραδοσιακό μπαλοτοκόπι.

Μικροεμπόριο – κανελάδες

Τουλάχιστον στο χωριό Γαλιά, απ’ ότι θυμάμαι, τα παλιά τα χρόνια, άνθιζε το μικροεμπόριο, κυρίως από μικρά παιδιά.

Άνθιζε επίσης το εμπόριο της κανελάδας – χιονάδας, που το χιόνι το έφερναν από το Ψηλορείτη.

Το έθιμο της καμπάνας

Στο χωριό Γαλιά, τα παλιά τα χρόνια, την ημέρα της Λαμπρής, όλος ο κόσμος πήγαινε και έπαιζε την καμπάνα της εκκλησίας!!

Έλεγαν: ”Αν θέλεις και εσένα να μεστώσουν τα σπαρτά σου, για να ξεφοινικώσουν των οζώ σου τα κέρατα, άμε να παίξεις τη καμπάνα!!

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η σκέψη των παιδιών τις μέρες του Πάσχα

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα παιδιά μπορεί να είχαν παντονιάρει κι αυτά μαζί με τους μεγάλους από την παρατεταμένη νηστεία του 40ήμερου του Πάσχα, αλλά παρόλα αυτά, αναλάμβαναν και αυτά τα καθήκοντά τους, και φυσικά όλες τις μέρες τις απολάμβαναν με τον καλύτερο τρόπο!


Περνούσαν μεν δύσκολες μέρες λόγω νηστείας, αλλά μέσα τους είχαν όμορφα συναισθήματα και μια κρυφή χαρά, αφού πολλά όμορφα πράγματα θα άλλαζαν την καθημερινότητά τους.

Περίμεναν πρώτα – πρώτα εκείνες τις μέρες ένα καινούριο ρούχο ή παπούτσια, παντελόνι ή πουκαμισάκι αν ήταν αγόρι, και παπουτσάκια ή φουστανάκι αν ήταν κορίτσι. Όλοι στην οικογένεια έπρεπε να φορέσουν απαραίτητα ένα καινούργιο ρούχο, το «λαμπριάτικο», και με αυτό να εμφανιστούν στην εκκλησία! Με δυο πήχες λοιπόν ντρίλι ή αλατσά, που αγόραζαν οι μανάδες, έφτιαχναν οι ίδιες τα ρουχαλάκια των παιδιών τους,

Όσες δεν τα κατάφερναν πήγαιναν σε άλλες που ήταν πιο ικανές και επιτήδειες στο ράψιμο. Οι γονείς κάποτε είχαν έντονα θρησκευτικά συναισθήματα, και προσπαθούσαν αυτά να τα μεταδώσουν και στα παιδιά τους. Έτσι από την πρώτη κιόλας μέρα της νηστείας, τα νήστευαν κι εκείνα, κι αν όχι όλο το 40ήμερο, τουλάχιστον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Το έκαναν αυτό για να τα μαθαίνουν και τα παιδιά στην εγκράτεια, απαραίτητο προτέρημα για τον άνθρωπο της εποχής.

Οι ροδαριές της Σταυροπροσκήνησης

Τα παιδιά ανταμείβονταν με τις καταστάσεις και δραστηριότητες που ακολουθούσαν τα διάφορα έθιμα, όπως με το να πηγαίνουν χαρούμενα και γελαστά στα σπίτια, την παραμονή της Σταυροπροσκύνησης, αγόρια και κορίτσια σε κάθε χωριό, με τα πανέρια στα χέρια, και να μαζέψουν κάθε λογής λουλούδια και πρασινάδες από τα σπίτια που τους έδιναν οι νοικοκυρές.

Είχε μπει ήδη για καλά η Άνοιξη, και οι καρδιές όλων, ήταν ανοιχτές, γιατί ήταν επηρεασμένες ίσως, και από στις ομορφιές της φύσης.

Τα λουλούδια που ήταν πανέμορφα και πολύχρωμα, ήταν συνήθως, βασιλικοί, γαρύφαλλα, λευκά άνθη από το δένδρο μουρβέρι, κλαριά αρισμαρί και δάφνης, ζουμπούλια, μαντζουράνες, και ότι άλλο ήμερο λουλούδι είχε η κάθε μια στην αυλή της.

Τα λουλούδια αυτά στο χωριό μας, τα πήγαιναν από βραδύς στο σπίτι του παπά, που στη Γαλιά τότε ήταν ο παπά Γιώργης, και τα άφηναν πάνω σε ένα μεγάλο τετράγωνο τραπέζι, που είχε στο ευρύχωρο σαλόνι του.

Ο παπά Γιώργης, συχωρεμένος σήμερα, συνήθιζε να καλεί κάθε χρόνο, συγκεκριμένα άτομα, για να «δέσουν τσι ροδαρές», που θα μοιράσουν την επαύριον στους πιστούς στην εκκλησία την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης.

Όλα αυτά τα λουλούδια το βράδυ θα τα αδειάσει ο παπάς από τα πανέρια στο τραπέζι, και οι καλεσμένοι του σε δύο τρεις ώρες περίπου θα τα είχαν δέσει με τάξη σε μικρά ματσάκια, και θα τα τοποθετούσαν ξανά στα ίδια πανέρια.

Σε όλο αυτό το διάστημα, υπήρχε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα, διάθεση για καλαμπούρια, θα λέγονταν αστεία και διάφορα χωρατά, και η ώρα θα περνούσε ευχάριστα!

Σε κάθε ματσάκι έβαζαν και από ένα κλαρί πρασινάδα, δηλαδή βασιλικό, αρισμαρί ή δάφνη, και μετά τα έδεναν με σπάγκο, και η ροδαριά ήταν έτοιμη!

Στις ροδαριές δεν έβαζαν αγριολούλουδα, αλλά ούτε και λεμονανθούς, τους οποίους όμως έβαζαν αργότερα τα κορίτσια στον Επιτάφιο.

Τα παιδιά κυρίως που συμμετείχαν στις ροδαριές, είχαν μέσα τους κρυφή χαρά, γιατί ήξεραν πως στο τέλος της εργασίας, ο παπάς θα άδειαζε στο μεγάλο τραπέζι δυο τεράστιες χαρτοσακούλες αράπικα αλμυρά φιστίκια, και όλοι μετά θα είχαν επιδοθεί, στο να τρώνε αυτά τα υπέροχα καλούδια! Χαράς Ευαγγέλια λοιπόν και για τα παρευρισκόμενα παιδιά, χαράς Ευαγγέλια όμως και για τους μεγάλους, που συνόδευαν τη ρακή τους!
Για τα παιδιά και τις γυναίκες, η παπαδιά, έβγαζε κάποιο αναψυκτικό, λεμονάδα, πορτοκαλάδα, η γκαζόζα.

Πέρναγε ευχάριστα η ώρα, με τους άνδρες να έχουν πιεί τρία τέσσερα ρακάκια, μιας και το καλούσε η βραδιά! Επικρατούσε πάντως η χριστιανική πεποίθηση, πως τα λουλούδια που είχαν οι ροδαριές, επειδή είχαν ευλογηθεί στην εκκλησία, έπιαναν πάντα αν τα φυτέψει κάποιος.

Ωστόσο, πολλές γυναίκες «το είχαν σε καλό», να τα φυτεύουν, συνήθως είχαν επιτυχία, τα υπόλοιπα τα τοποθετούσαν στο εικονοστάσι τους.

Οι Σταυροί των Βαίων

Το ίδιο περίπου σκηνικό, θα επαναλαμβανότανε και την παραμονή των Βαίων, αφού ο παπάς θα ανελάμβανε να στείλει άνθρωπο να πάει να κόψει «Κλάδους Βαίων», από τις βαγιές (χουρμαδιές) του χωριού, αλλά και να κόψει και ένα «κλάδο ελιάς», ο οποίος να είναι εύρωστος, ανθισμένος, για να τον πάει κι αυτόν στην εκκλησία.

Τους σταυρούς, τους έφτιαχναν και εκείνους έντεχνα, κόβοντας από ένα στενόμακρο λευκό σπαθάτο φύλλο, το χώριζαν στα δυο, και εν συνεχεία, έκαναν τις σχετικές αναδιπλώσεις, για να φτιαχτεί αρχικά ο μισός σταυρός.

Έπειτα με ένα άλλο φύλλο γινόταν το ίδιο, ενωνόταν και ο άλλος μισός, και γινόταν ο τελικός σταυρός, που τον τοποθετούσαν στη συνέχεια, έναν – έναν, μέσα στο πανέρι, τον ένα πάνω σ’ άλλο.

Ο παπάς κι η παπαδιά, αναλάμβαναν να φτιάξουν τους δύσκολους και πολύπλοκους σταυρούς για την εκκλησία, καθώς εκείνοι είχαν ειδικότητα.

Και πάλι στο πέρας των εργασιών επακολουθούσε φαγοπότι με ξηρούς καρπούς, τα γνωστά φιστίκια, τα ρακάκια και τα κεράσματα.

Ήταν πια όλα έτοιμοι, για να μεταφερθούν τα πανέρια το πρωί της Κυριακής των Βαίων στην εκκλησία, μαζί με τον κλάδο της ελαίας.
Το έθιμο αυτό, αναπαριστούσε την υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όπου Τον είχαν υποδεχτεί «Μετά βαίων και κλάδων».

Έτσι, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, φεύγοντας ο κάθε πιστός , μαζί με το αντίδωρο, έπαιρνε κι από ένα σταυρό, έκοβε και ένα μικρό κλαράκι ελιάς και αυτά φτάνοντας στο σπίτι η νοικοκυρά, τα τοποθετούσε στο εικονοστάσι.

Επίσης εκείνη την ημέρα ακουγόταν και η φράση: «Των Βαγιώ – Βαγιώ, τρώνε ψάρι και κολιό, και την άλλη Κυριακή τρώνε το ψητό αρνί», γιατί ως γνωστόν είναι ημέρα ψαροφαγίας.

Τη Μεγαλοβδομάδα

Tα συναισθήματα όλων την Μ. Βδομάδα εκφράζονταν στο παρακάτω λαϊκό εβδομαδιαίο φρασεολόγιο:

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη μέρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – Μεγάλη ζάλη
Μεγάλη Πέμπτη – ο Χριστός ευρέθη
Μεγάλη Παρασκή – ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στον Τάφο
Κυριακή του Πάσχα –Ο Χριστός Ανάστα!

Οι ανωτέρω φράσεις βέβαια αλλάζουν ριζικά από χωριό σε χωριό αφού έχουμε πολλές εκδοχές, αλλά εμείς αναφέραμε ήδη μια Γαλιανή εκδοχή, την οποία και θα επεξηγήσουμε.

Μ. Δευτέρα

Τη Μεγαλοβδομάδα απέφευγαν τις πολλές δουλειές, και κυρίως τις εξωτερικές, γιατί ήταν περίοδος θρησκευτικής κατάνυξης και νηστείας. Εν τούτοις η Μ. Δευτέρα ήταν η πρώτη μέρα της Μ Βδομάδας που δεν έβγαιναν έξω στα χωράφια, και ήταν ατέλειωτη, γιατί ίσως επειδή δεν ήταν στη δουλειά διέφερε, γιατί απλά εκεί περνούσε η ώρα χωρίς να το καταλάβουν. Τη Μ Δευτέρα πάντως οι γυναίκες ασχολούνταν περισσότερο με το νοικοκυριό του σπιτιού άσπρισμα και καθάρισμα. Άσπριζαν όλους τους εξωτερικούς τοίχους, έβγαζαν έξω τα κρεβάτια και όλα τα υπάρχοντα του σπιτιού, και ασβέστωναν και από μέσα τοίχους και ταβάνια με την μπανανόβουρτσα.

Μ. Τρίτη

Η Μ. Τρίτη είναι «μεγάλη κρίση», γιατί συνεχίζεται η καθαριότητα της Μ. Δευτέρας στο χώρο του σπιτιού καθώς επίσης και όλα τα γύρω σοκάκια, τα οποία καθαρίζουν κι αυτά με τις σκούπες από τυχόν κοπριές ζώων και φύλλα των δένδρων. Εκτός από το σπίτι, και όλα τα στενά πρέπει να λάμπουν την ημέρα της Λαμπρής. Όμως η αγωνία να τα προλάβουν όλα στην εντέλεια, και η συνεχιζόμενη αυστηρή νηστεία της Μ. Βδομάδας , έδιναν εντύπωση «κρίσης»!

Μ. Τετάρτη

Την Μ. Τετάρτη, η νηστεία εξουθένωνε ακόμα περισσότερο σε σημείο να φέρνει ζάλη – ντάλη! Ουσιαστικά όλο αυτό το τριήμερο κινείται στον ίδιο ρυθμό, και από την επ’ αύριο Μ. Πέμπτη θα αρχίσει ουσιαστικά το Θείο Δράμα.

Μ. Πέμπτη

Την Μ. Πέμπτη ο Χριστός που τον είχαν χάσει οι μαθητές του, γιατί είδαν τον τάφο ανοιχτό και δεν ήταν μέσα, τελικά όμως «ευρέθη», αφού η μόνη που τον είδε ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή και πήγε να μάλιστα να Τον αγγίξει, και ο Κύριος της είπε το γνωστό εκείνο «μην μου άπτου». Την μέρα αυτή μετά την εκκλησία, πήγαιναν οι νοικοκυρές στο σπίτι να βάψουν τα αυγά τους με (οικολογική) βαφή, από φλοίδες κρεμμυδιού που έβραζαν μαζί με τα αυγά, έβαζαν κανέλα, ή κίτρινες μαργαρίτες για διάφορες αποχρώσεις. Με μια κάλτσα περνούσαν το αυγό που μέσα είχαν προσαρμόσει διάφορα άνθη, όπως μαργαρίτες, χαμομήλια, παπαρούνες , άνθη μολόχας κλπ, αλλά και φύλλα, όπου έπαιρναν το σχήμα τους, όπως τσουκνίδα, μολόχα. Η μέρα σήμερα θέλει τη νοικοκυρά να φτιάχνει τα λαμπροκούλουρα, αλλά και τα λαζαράκια. Τα λαζαράκια τα έφτιαζχναν με ζυμάρι, σχημάτιζαν με τη ζύμη ένα κεφάλι, το σώμα, να είναι ξαπλωμένο, και τα πόδια σχηματίζονταν με μια γραμμή. Στο κεφάλι έκαναν μάτια στόμα με γαρίφαλα, και στο κέντρο στην κοιλιά έβαζαν ένα κόκκινο αυγό, και όλα αυτά τα έψηναν στον ξυλόφουρνο.

Μ. Παρασκή

Την Μ. Παρασκή ο Χριστός είναι ακόμα στο καρφί επάνω στο Σταυρό, αλλά έλεγαν και το εξής: «Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερο μαύρη μέρα, σήμερο όλα θλίβονται κι τα βουνά λυπούνται» .Τα παιδιά, κυρίως τα κορίτσια θα μαζέψουν λουλούδια για να στολίσουν τον Επιτάφιο, αλλά και τα καλορίζικα όπου θα τα βάλουν γύρω από το «σώμα» του Χριστού επάνω στον Επιτάφιο.

Την Μεγάλη Παρασκευή όλες οι γυναίκες, κυρίως οι ηλικιωμένες, γυρνάνε όλα τα εξωκλήσια του χωριού και θυμιάζουν, ανάβουν τα καντήλια, καθώς επίσης και στο νεκροταφείο τους πεθαμένους τους, θα τους ανάψουν και εκεί το καντήλι.

Οι νεαρές κοπέλες το βράδυ θα πάνε στην εκκλησία ντυμένες στα μαύρα, και τα αγόρια με μαύρα πουκάμισα, θα ψάλουν τον Επιτάφιο Θρήνο μέσα στην εκκλησία, αλλά και έξω στην περιφορά του στο χωριό. Την Μ. Παρασκευή δεν κάνουν δουλειές, δεν σκουπίζουν, δεν κάνουν κουλούρια γιατί αν κάνουν αυτά θα μουχλιάσουν! Ακόμα και την σκούπα την έχουν κάπου κρυμμένη!

Στον Επιτάφιο μνημόνευαν τις ψυχές την Μ. Παρασκευή, όπως και το ψυχοσάββατο, γιατί μαζί με τον Χριστό, και εκείνες είναι αναστημένες.

Στο τέλος φεύγοντας για το σπίτι έπαιρναν καλορίζικα από τον Επιτάφιο, και τα φύλαγαν στο εικονοστάσι σε ένα σακουλάκι. Πίστευαν πως τα καλορίζικα αυτά είναι θαυματουργά. Σήμερα σε κάποιες εκκλησίες τα καλορίζικα τα δίνουν σε ειδικά σακουλάκια.

Πίστευαν πολύ στη δύναμη που έχουν τα καλορίζικα του Χριστού, που κάποιες γυναίκες αν έβαζαν έστω και ένα φυλλαράκι στον κουνενό, αμέσως θα ανέβαινε (φούσκωνε) το ζυμάρι. Μάλιστα μια δοξασία έλεγε πως κάποια γυναίκα που πήγε στην Τήνο να παρακαλέσει την Παναγία για να πιάσει παιδί , έφαγε ένα φύλο από τα καλορίζικα του Χριστού για να μείνει έγκυος. Έφαγε επίσης η γυναίκα εκείνη και το καντηλάκι με το φυτίλι, και παρεκάλεσε την Παναγία να της «πέψει» αγόρι, κι ας ήταν και παράλυτο! Πράγματι έμεινε η γυναίκα έγγειος, έκανε αγόρι, αλλά το ένα του χεράκι ήταν παράλυτο, και το είχε ακινητοποιημένο προς τα πίσω.

Όταν ο παπάς στη βάπτιση του παιδιού πήγε να του βάλει Άγιο Μύρο στο σώμα του σε σχήμα σταυρού, του έβαλε και στο παράλυτο χεράκι στην παλάμη του που είχε από τότε μόνιμα πίσω από το κορμί του. Τελικά μετά το Χρίσμα της Βάπτισης του παπά, το παιδί άνοιξε το παράλυτο χεράκι του, και εκεί μέσα κρατούσε το φυτίλι από το καντηλάκι που είχε καταπιεί η μάνα του!

Μεγάλο Σαββάτο

Το Μεγάλο Σαββάτο, λένε ο Χριστός στον τάφο, αλλά έλεγαν και το «Μεγάλο μου Σαββάτο και πώς θα σε περάσω, που έχεις τρία κολατσιά και τρία μεσημέρια και τρία απομεσήμερα ώσπου ν’ αλλάξει η μέρα». Αυτό και μόνο δήλωνε το αποτέλεσμα της εξουθενωτικής νηστείας! Όμως ο αφέντης του σπιτιού θα σφάξει το αρνί, όπου θα γίνει θυσιαστήριο στη θυσία του Κυρίου, και θα είναι έτοιμο για ανήμερα του Πάσχα,! Αργά η νοικοκυρά θα έχει κι εκείνη έτοιμα τα «κοιλικά», για να ετοιμάσει το παραδοσιακό αυγολέμονο. Τα παιδιά επίσης ξαμολιόταν από νωρίς στις γειτονιές και τη Μ. Παρασκευή, για να μαζεύουν λουλούδια και λεμονανθούς, να τα πάνε στην εκκλησία για να στολίσουν τον Επιτάφιο.

Την παραμονή επίσης του Πάσχα, αλλά και νωρίτερα, τα παιδιά έπρεπε να γυρνάνε τις γειτονιές και να παίρνουν κρυφά ξύλα από τις αυλές των σπιτιών για το κάψιμο του Ιούδα. Το έθιμο το καλούσε τα ξύλα να είναι κλεμμένα! Τα παιδιά επίσης, κυρίως τα αγόρια, έσμιγαν στις γειτονιές, είχαν μαζί τους ψαλίδι και χαρτοσακούλες , σπίρτα ή μπαρούτι από σφαίρες, και έφτιαχναν τα αυτοσχέδια «σκλαπαντζίκια» . Έκοβαν δηλαδή το χαρτί σε λουρίδες στενόμακρες με το ψαλίδι, μέσα τοποθετούσαν το μπαρούτι, και το τύλιγαν τριγωνικά, και στο τέλος το κολλούσαν με ζυμάρι ή το έδεναν με σπάγκο. Στο τέλος έκαναν μια τρύπα από όπου θα του έβαζαν φωτιά την ώρα της Ανάστασης. Τα μεγάλα παιδιά μάθαιναν την τεχνική στα μικρότερα, κι αν τα σκλαπαντζίκια τα τύλιγαν και με σύρμα, τότε τα λέγανε «συρμαλίδικα σκλαπαντζίκια». Τα συρμαλίδικα σκλαπαντζίκια έκαναν δυνατότερο κρότο, αλλά ήταν και σαφώς πιο επικίνδυνα!

Κάθε σπίτι όμως η νοικοκυρά έκαιγε τον δικό της Ιούδα ανάβοντας ένα θυμαράκι ή αχινοπόδι που έκαιγε επάνω στην παλάμη (φτυάρι), ή χάμω στην αυλή.

Πάντως τα παιδιά, μετά από αυτή την αβάσταχτη νηστεία, ήταν φυσικό να μην περιμένουν καν μετά το «Χριστός Ανέστη» να πάνε στην εκκλησία, και να έχουν υπομονή να γυρίσουν στο σπίτι και να φάνε «λεργιά»!

Πηγαίνοντας στην εκκλησία, είχαν στη τσέπη τους ένα κόκκινο αυγό και δυο τρία τσουρέκια! Μόλις ο παπάς έψαλε δυνατά το «Χριστός Ανέστη», εκείνα έβγαζαν επιτόπου το αυγό από την τσέπη και το τσούγκριζαν με τα διπλανά παιδιά, και το έτρωγαν επιτόπου μαζί με τα τσουρέκια, γιατί δεν άντεχαν στην αγωνία και τη μεγάλη λαχτάρα τους, να γυρίσουν στο σπίτι και να φάνε!

Τόση ήταν η λαχτάρα τους για να φάνε επιτέλους κάτι αξιόλογο, καπό το καθημερινό συνηθισμένο φαγητό, που ήταν κυρίως πατάτες τηγανητές, βραστοί χοχλοί, όσπρια νερόβραστα και χόρτα βραστά. Από την Μ. Παρασκευή πάντως ούτε λάδι!!

Βέβαια σε κάποια χωριά όπως στη Γαλιά, προ κατοχικά, ο παπάς του χωριού, που τότε ήταν ο γνωστός Παπά Γιάννης, έβαζε την παπαδιά να βράσει 100 με 150 αυγά, να τα βάψει κόκκινα, τα έβαζε σε ένα πανέρι, και όταν έλεγε πάντα το Χριστός Ανέστη έξω από την εκκλησία, και φεύγοντας ο κόσμος από την εκκλησία, αντί για αντίδωρο από το πανέρι έπαιρναν από ένα κόκκινο αυγό, που τα τσούγκριζαν επιτόπου για τα «χρόνια πολλά»!

Την ίδια στιγμή που αναφωνεί ο παπάς το Χριστός Ανέστη, αμέσως άρχιζε το «πολεμικό» κλίμα, τα σκλαπαντζίκια άρχιζαν να πυροδοτούνται από τα παιδιά, ανάβοντάς τα με ένα σπίρτο, που τα πετούσαν στον αέρα, κι εκείνα έσκαγαν με δυνατό κρότο! Άλλα παιδιά αμέσως έβαζαν φωτιά στον μεγάλο σωρό με τα ξύλα, και οι φωτιές αμέσως άρχιζαν να λαμπαδιάζουν σε μεγάλο ύψος, και ο Ιούδας πλέον καιγόταν!

Καμιά φορά γέμιζαν και κανένα παντελόνι και πουκάμισο με άχυρα και έκαναν έναν αχυρένιο άνθρωπο που παρίστανε τον Ιούδα Ισκαριώτη, τον στερέωναν επάνω σε ένα ξύλινο όρθιο στύλο, και μαζί με τα ξύλα καιγόταν και ο αχυράνθρωπος! Σε κάποια χωριά της Κρήτης πέταγαν επάνω στη φωτιά στο κάψιμο του Ιούδα, και τους «Μάηδες», δηλαδή τα αποξηραμένα λουλούδια της Πρωτομαγιάς, γιατί πίστευαν πως έτσι θα εξόρκιζαν το κακό, και τη γλωσσοφαγιά. Το βράδυ μετά το «Χριστός Ανέστη» κατά την επιστροφή στο σπίτι, αντί μαγειρίτσα στα χωριά της Κρήτης, είχαν ετοιμάσει οι μανάδες ένα άλλο είδος μαγειρίτσας από ποδαράκια αρνιού ή κατσικιού, πατσά και έντερα. Τα ποδαράκια τα τσουδίζανε στη φωτιά να καούν οι τρίχες, τα πλένανε καλά όπως, και τα τυλίγανε με έντερα, το ίδιο και τις κοιλιές και κάνανε τα περιβόητα γαρδουμπάκια. Αυτά τα βράζανε είτε σκέτα με λεμόνι και λάδι, είτε με αγκινάρες και πατάτες είτε σκέτα και τα αυγοκόβανε.

Ήταν το αγαπημένο φαγητό όλων, και παράλληλα με τα κόκκινα αυγά που τσουγκρίζανε, πίνανε το κρασί που το καλούσε η βραδιά, για να ευχηθούν αλλήλους «Χριστός Ανέστη Χρόνια πολλά και του χρόνου, και αύριο με το καλό»!

Η Λαμπρή μια μεγάλη γιορτή!

Η ημέρα του Πάσχα ήταν και είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, στα χωριά γινόταν μεγάλο πανηγύρι έξω από την εκκλησία. Όλο το χωριό μικροί και μεγάλοι, βρίσκονταν σε μια γιορτινή ατμόσφαιρα. Πολλοί και κυρίως οι βοσκοί, έφερναν αρνιά και τα έψηναν στα κάρβουνα σε γουλίδια περασμένα στις σούβλες. Ο κόσμος έπινε και γλεντούσε με την καρδιά του! Οι λυράρηδες έπαιζαν τους γνωστούς σκοπούς για να γλεντήσει ο κόσμος. Οι νέες και οι νέοι επιτέλους είχαν άλλη μια ευκαιρία να ανταμώσουν από κοντά με τον εκλεκτό ή την εκλεκτή της καρδιάς τους, και να ανταλλάξουν ματιές γεμάτες υποσχέσεις!

Ακόμα πιο ευτυχισμένα ήταν τα παιδιά, που επιτέλους χόρτασαν κρεατικά, τσουρέκια και ζαχαρωτά, που τόσο τα είχαν λαχταρίσει!

Όταν δεν γινόταν πια γιορτές έξω από την εκκλησία, γιατί με τα χρόνια σιγά – σιγά αυτό καταργήθηκε, πλέον το κέφι και το φαγοπότι μεταφέρθηκε στα σπίτια, όπου έσμιγαν «φίλοι και εδικοί», και εκεί έπιναν και έτρωγαν όλη μέρα με ψητά στα κάρβουνα, και η ατμόσφαιρα μύριζε μυρωδιά του ψητού, και παντού άρωμα χαράς και αισιοδοξίας!

Η γιορτή της Αγάπης

Την ημέρα της Λαμπρής μετά τις δέκα η ώρα γίνεται η «Δεύτερη Ανάσταση», η «Νεκρανάσταση» ή χάριν απλότητας «Κρανάσταση». Χτυπούσε η καμπάνα και οι χριστιανοί πήγαιναν στην εκκλησία.

Τελειώνοντας η λειτουργία, βγάζανε όλες τις εικόνες της εκκλησίας έξω και γινόταν η περιφορά των εικόνων, είτε γύρω από την εκκλησία είτε περνώντας από κάποιες γειτονιές του χωριού, για να καταλήξουν και πάλι στην εκκλησία. Τις εικόνες τις ξεκρέμαγαν από τη θέση τους, και τις κρατούσαν μια ανά δύο άτομα. Όταν ήταν να προσκυνήσει ο κόσμος τις εικόνες, οι πρώτοι δυο που κρατούσαν την πρώτη εικόνα, την προσκυνούσαν, την έπιαναν προσεκτικά, έβγαιναν έξω από την εκκλησία, και στεκόταν στο πλάι. Οι επόμενοι δυο της άλλης εικόνας, έβγαιναν έξω, προσκύναγαν την εικόνα των δυο πρώτων και σταματούσαν παραδίπλα.

Το ίδιο και το τρίτο ζευγάρι της τρίτης εικόνας, προσκύναγαν τις εικόνες των άλλων δύο, προσκύναγαν και εκείνοι τη δική τους και στεκόταν παραδίπλα. Έτσι γινόταν με όλες τις εικόνες βγαίνοντας έξω, και στο τέλος πέρναγε ο κόσμος και ασπαζόταν μια – μια την εικόνα. Πρώτα έβγαιναν οι γυναίκες και τα παιδιά, μετά οι άνδρες και τελευταίος ο παπάς. Αν κάποιο εικόνισμα το κρατούσαν παιδιά, σκύβοντας ο κόσμος να φιλήσει την εικόνα, φίλαγε και τα παιδιά! Όλοι ευχόταν «Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά και του χρόνου»!

Εκείνη την ημέρα, προσκυνώντας τις εικόνες ακόμα κι αν κάποιοι είχαν μικροδιαφορές, συμφιλιώνονταν και άφηναν πίσω τις διαφορές τους. Στο τέλος ξαναπήγαιναν μέσα τις εικόνες και τις κρέμαγαν στις θέσεις τους. Όσοι πάλι είχαν πάει εικόνες από το σπίτι τους για λειτουργηθούν για 40 μέρες στη διάρκεια της Σαρακοστής για να πάρουν τη Θεία Χάρη της Ανάστασης, τις έπαιρναν και πάλι πίσω.

Η Λαμπρή μια μεγάλη γιορτή!

Η ημέρα του Πάσχα ήταν και είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, στα χωριά γινόταν μεγάλο πανηγύρι έξω από την εκκλησία. Όλο το χωριό μικροί και μεγάλοι, βρίσκονταν σε μια γιορτινή ατμόσφαιρα. Πολλοί και κυρίως οι βοσκοί, έφερναν αρνιά και τα έψηναν στα κάρβουνα σε γουλίδια περασμένα στις σούβλες. Ο κόσμος έπινε και γλεντούσε με την καρδιά του! Οι λυράρηδες έπαιζαν τους γνωστούς σκοπούς για να γλεντήσει ο κόσμος. Οι νέες και οι νέοι επιτέλους είχαν άλλη μια ευκαιρία να ανταμώσουν από κοντά με τον εκλεκτό ή την εκλεκτή της καρδιάς τους, και να ανταλλάξουν ματιές γεμάτες υποσχέσεις!

Ακόμα πιο ευτυχισμένα ήταν τα παιδιά, που επιτέλους χόρτασαν κρεατικά, τσουρέκια και ζαχαρωτά, που τόσο τα είχαν λαχταρίσει!

Όταν δεν γινόταν πια γιορτές έξω από την εκκλησία, γιατί με τα χρόνια σιγά – σιγά αυτό καταργήθηκε, πλέον το κέφι και το φαγοπότι μεταφέρθηκε στα σπίτια, όπου έσμιγαν «φίλοι και εδικοί», και εκεί έπιναν και έτρωγαν όλη μέρα με ψητά στα κάρβουνα, και η ατμόσφαιρα μύριζε μυρωδιά του ψητού, και παντού άρωμα χαράς και αισιοδοξίας!

Η γιορτή της Αγάπης

Την ημέρα της Λαμπρής μετά τις δέκα η ώρα γίνεται η «Δεύτερη Ανάσταση», η «Νεκρανάσταση» ή χάριν απλότητας «Κρανάσταση». Χτυπούσε η καμπάνα και οι χριστιανοί πήγαιναν στην εκκλησία. Τελειώνοντας η λειτουργία, βγάζανε όλες τις εικόνες της εκκλησίας έξω και γινόταν η περιφορά των εικόνων, είτε γύρω από την εκκλησία είτε περνώντας από κάποιες γειτονιές του χωριού, για να καταλήξουν και πάλι στην εκκλησία. Τις εικόνες τις ξεκρέμαγαν από τη θέση τους, και τις κρατούσαν μια ανά δύο άτομα. Όταν ήταν να προσκυνήσει ο κόσμος τις εικόνες, οι πρώτοι δυο που κρατούσαν την πρώτη εικόνα, την προσκυνούσαν, την έπιαναν προσεκτικά, έβγαιναν έξω από την εκκλησία, και στεκόταν στο πλάι. Οι επόμενοι δυο της άλλης εικόνας, έβγαιναν έξω, προσκύναγαν την εικόνα των δυο πρώτων και σταματούσαν παραδίπλα.

Το ίδιο και το τρίτο ζευγάρι της τρίτης εικόνας, προσκύναγαν τις εικόνες των άλλων δύο, προσκύναγαν και εκείνοι τη δική τους και στεκόταν παραδίπλα. Έτσι γινόταν με όλες τις εικόνες βγαίνοντας έξω, και στο τέλος πέρναγε ο κόσμος και ασπαζόταν μια – μια την εικόνα. Πρώτα έβγαιναν οι γυναίκες και τα παιδιά, μετά οι άνδρες και τελευταίος ο παπάς. Αν κάποιο εικόνισμα το κρατούσαν παιδιά, σκύβοντας ο κόσμος να φιλήσει την εικόνα, φίλαγε και τα παιδιά! Όλοι ευχόταν «Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά και του χρόνου»! Εκείνη την ημέρα, προσκυνώντας τις εικόνες ακόμα κι αν κάποιοι είχαν μικροδιαφορές, συμφιλιώνονταν και άφηναν πίσω τις διαφορές τους. Στο τέλος ξαναπήγαιναν μέσα τις εικόνες και τις κρέμαγαν στις θέσεις τους. Όσοι πάλι είχαν πάει εικόνες από το σπίτι τους για λειτουργηθούν για 40 μέρες στη διάρκεια της Σαρακοστής για να πάρουν τη Θεία Χάρη της Ανάστασης, τις έπαιρναν και πάλι πίσω.

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Σε Μεσαρίτικη εκδοχή)

Το μοιρολόι της Παναγίας, είναι ένα ποίημα που έχει επικρατήσει και σαν «Κάλαντα της Μ. Παρασκευής», αλλά στα κατηχητικά της εποχής πριν το ’60, αναφερόταν στους μαθητές και σαν «προσευχή της Μ. Βδομάδας». Το ποίημα αναφέρεται στο μοιρολόι της Παναγίας όταν ο Υιός της ήταν ακόμα επάνω στον Σταυρό.

Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της
ζητεί μαχαίρι να σφαγεί φωτιά να πάει να πέσει.
Ζητεί γκρεμό να γκρεμιστεί για τον Μονογεννή της.
-Κάνε κυρά μου υπομονή κάνε κυρά μου ανέση (άνεση)
-Και πως να κάνω υπομονή και πώς να κάνω ανέση
απού ‘χω Γιό Μονογενή και Κείνος Σταυρωμένος.
Η Μάρθα η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβ η αδελφή και οι τέσσερις αντάμα
έπιασαν το στρατί, στρατί, στρατί το μονοπάτι
κι άνοιξε η πόρτα του ληστού και η πόρτα του Πιλάτου
κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά τηρά ζερβά κανένα δεν γνωρίζει
τηρά και δεξιότερα και βλέπει τον Άη Γιάννη.
-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή του Γιού μου
μην είδες τον Υ(γ)ιόκα μου και σε τον Διδάσκαλο σου?
-Δεν έχω γλώσσα να σου πω γλώσσα να σου μιλήσω ,
δεν έχω χεροπάλαμο διά να σου τον ε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον τον Γυμνό τον Παραπονεμένο,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο?
Όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι ?
Εκείνος είν’ ο Γιόκας σου και εμέ Διδάσκαλος μού.
Η Παναγιά πλησίασε γλυκά Τον ερωτούσε.
-Δεν μου μιλεί ς παιδάκι μου, δεν μου μιλάς παιδί μου?
-Τι να σου πω μανούλα μου, που διαφορά δεν έχει,
μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά το μεσημέρι
που θα λαλήσει ο πετεινός σημαίνει η γη κι ο ουρανός σημαίνει,
σημαίνει και η Αγιά Σοφιά με τρεις χρυσές καμπάνες !

Υπάρχει βέβαια η δοξασία που θέλει να αγιάζει όποιος μαθαίνει αυτή την προσευχή, όποιος την ακούει να τη λένε, ή τη όποιος τη σώζει για να την μαθαίνουν και οι άλλοι, κι όποιος την διακινεί. Επίσης «βλέπει τον παράδεισο» όποιος τη μελετάει το βαθύτερο νόημα της.
Έτσι η προσευχή τελειώνει ως εξής:

«Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το καλοφρουκαστεί παράδεισο θα λάβει .
Παράδεισο και Λίβανο από τον Άγιο τάφο».

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η σκωπτική ποίηση και η “Γαλιανή σχολή”

Δημοσιεύτηκε

στις

Το χωριό μας, η Γαλιά Δήμου Φαιστού, έχει έντονα τα χαρακτηριστικά όσον αφορά τους ανθρώπους της, ήταν ανέκαθεν ζωηροί, εύθυμοι, δρακόντειας αντοχής, δουλευταράδες, γλεντζέδες, αλλά και πιστοί στα ήθη και έθιμα του τόπου τους


Τους άρεσε πολύ το τραγούδι και η ποίηση, και δεν υπήρχε ηλικιωμένος άνθρωπος να μην έχει αποστηθίσει ένα μεγάλο τμήματα του Ερωτόκριτου.

Στα βάθη του χρόνου υπήρξαν πολλοί καλλιτέχνες της κρητικής μουσικής, αλλά υπήρξαν και πολλοί ποιητές που η δουλειά τους ήταν, ο σατυρικός στίχος, και που απετέλεσαν τη Γαλιανή σχολή.

Καταπιανόταν με διάφορα θέματα που σχετιζόταν με ανθρώπους και ζώα, κυρίως γαϊδούρια και αιγοπρόβατα.

Υπήρξαν πολλά άτομα που είχαν ασχοληθεί στο χωριό μας με το αντικείμενο αυτό και έκτοτε σώζονται ακόμα ποιήματα τους, τα οποία αμέσως τα αγκάλιασε ο κόσμος και τα στήριξε.

Ένα μέρος από τα ποιήματα αυτά τα έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν, όμως είναι και άλλα ακόμα αδημοσίευτα.

Τα ποιήματα αυτά έχουν ένα δημώδη χαραχτήρα, και επειδή προκαλούσαν γέλιο, καλοπροαίρετα βέβαια, αμέσως διασώθηκαν από στόμα σε στόμα.

Από τους τελευταίους χαρισματικούς ποιητές της σάτιρας ήταν ο Μιχελινός, και ο Ντουϊντομανώλης.

Ένα από τα αδημοσίευτα στα ηλεκτρονικά μέσα και τύπο, σατιρικό ποίημα της Γαλιανής Σχολής, είναι το παρακάτω που ακολουθεί, που σατιρίζει ένα περιστατικό που είχε συμβεί με την αίγα του ”Νικολακογιάννη”, που πάντα ήταν ελεύθερη, με συνέπεια να πηγαίνει στα περιβόλια των χωριανών και να προκαλεί ζημιές.

Ο αγροφύλακας ”Καραμανιτογιώργης”, την ντουφέκισε, ενώ βρισκόταν στο ύψος του χωριού Μονόχωρο, και η αίγα, στην απέναντι από αυτόν πλαγιά και μέσα στα περιβόλια των ανθρώπων.

Η συνέχεια στο απόσπασμα ποίημα, που η πατρότητα του ανήκει στον Ντουϊντομανώλη:

Θρήνος και κλάημα ‘κούστηκε, στο ργιάκι στο πλατάνι
την αίγα ντουφεκίσανε του Νικολακογιάννη.
Εγλάκα κι γυναίκα του και βάστα το λιβάνι
για να τηνε θυμιάσουνε και μπέληκι και γιάνει.
” Άσκημα λόγια σούπανε, Καραμανιτογιώργη
το γκρά είντα τον ήθελες, να το νε νε μαζώνεις ” .
” Άσκημα λόγια σούπανε, μα ‘τανε και πιτίδια
όπλο βαστάς Εγγλέζικο και μια χειροβομβίδα ”.
Ντελόγο τον εκάλεσε, στσι Μοίρες αγρονόμος
” αυτά που κάνεις Γιώργαρη, ποθές δε γράφει ο νόμος ”.
” Αν κάνεις τα περισσινά το γκρά και νεμαζώνεις
να πας να κάνεις κάρβουνα, τσ’ αίγες να μη σκοτώνεις ”.
” Αν θέλεις την αμπελική, πολύ καιρό να κάνεις,
να πα πληρώσεις ίδια δα, το Νικολακογιάννη ”.
Θαρώ πως εφοβήθηκε κι ήταξε πως θα δόσει
ένα εκατομοίριο, την αίγα να πληρώσει………..

Από το αρχείο του: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη