Connect with us

People

Μαχάτμα Γκάντι γεννήθηκε 2 Οκτωβρίου 1869

Δημοσιεύτηκε

στις

Ινδός πνευματικός ηγέτης και πολιτικός, η επιρροή του οποίου ξεπέρασε τα όρια της χώρας του. Θεωρείται ο πατέρας του Ινδικού εθνικισμού και ο κήρυκας της μη βίας στον 20ο αιώνα. Υπήρξε ο καταλύτης για την κατάρρευση της αποικιοκρατίας τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1869 στο Πορμπαντάρ της υπό αγγλική κυριαρχία Ινδικής επαρχίας Γκουτζαράτ. Είναι γνωστός ως «Μαχάτμα» («Μεγάλη Ψυχή» στα σανσκριτικά), χαρακτηρισμό που φέρεται να του απέδωσε το 1915 ο συμπατριώτης του νομπελίστας ποιητής και στοχαστής Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.

Ο Γκάντι ήταν το μικρότερο παιδί του Καραμτσάντ Γκάντι, κυβερνήτη σ’ ένα από τα πριγκιπάτα του Γκουτζαράτ και της τετάρτης συζύγου του Πουτλιμπάι. Η οικογένειά του λάτρευε τον θεό Βισνού και ήταν επηρεασμένη από το θρησκευτικό κίνημα των Ζαϊνιστών, οι οποίοι αρνούνταν να σκοτώσουν ακόμη και μυρμήγκι.

Οι οικογενειακές αρχές της χορτοφαγίας, του μη τραυματισμού οποιουδήποτε ζώντος οργανισμού, της νηστείας ως μεθόδου αυτοκάθαρσης και της ανοχής προς το διαφορετικό, επηρέασαν βαθιά τον Γκάντι. Δεν τον εμπόδισαν, όμως, να κηρύξει τη δική του επανάσταση όταν ήταν έφηβος. Πέρασε μία περίοδο κατά την οποία δήλωνε άθεος, επιδιδόταν σε μικροκλοπές, κάπνιζε κρυφά και – το χειρότερο – έτρωγε κρέας. Οι γονείς του τον πάντρεψαν 13 ετών με ένα ακόμη μικρότερο κορίτσι, την Καστουρμπάι.

Ο Γκάντι στη Νότια Αφρική το 1895.Όταν τελείωσε το σχολείο, η οικογένειά του αποφάσισε να τον στείλει στο Λονδίνο για να σπουδάσει νομικά. Στην Αγγλία, την οποία φανταζόταν ως «χώρα φιλοσόφων και ποιητών, το ίδιο το κέντρο του πολιτισμού», αγωνίστηκε σκληρά για να προσαρμοστεί στον δυτικό τρόπο ζωής. Η χορτοφαγία του γινόταν συχνά αντικείμενο χλευασμού από τους συμφοιτητές του, αλλά το ότι αναγκαζόταν να υπερασπίζεται τις αξίες του τον έκανε να βγει από το καβούκι του και να αποκτήσει μαχητικότητα. Έγινε μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Συλλόγου Χορτοφάγων του Λονδίνου, στην οποία ανήκε και ο θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, συμμετείχε στις συνεδριάσεις τους και αρθρογραφούσε στο περιοδικό τους. Γνώρισε δυναμικούς άνδρες και γυναίκες, που τον μύησαν στη Βίβλο και την Μπαγκαβατγκίτα (Bhagavadgita), την πιο εκλαϊκευμένη έκφραση του ινδουϊσμού.

Μετά την επιστροφή του στην Ινδία το 1891, ο Γκάντι δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά, γι’ αυτό δέχθηκε με ανακούφιση μία πρόταση να εργαστεί σε ινδική εταιρεία στη Νότια Αφρική. Οι εμπειρίες του στην έντονα ρατσιστική νοτιοαφρικανική κοινωνία ήταν καθοριστικές για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Αφού ξυλοκοπήθηκε από τον λευκό οδηγό μιας άμαξας, επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του σ’ έναν λευκό επιβάτη, αφού αποχώρησε από την αίθουσα ενός δικαστηρίου, επειδή ο λευκός δικαστής απαίτησε να βγάλει το τουρμπάνι του, αποφάσισε ότι από τότε και στο εξής δεν θα δεχόταν την αδικία.

Επί πολλά χρόνια, αγωνίστηκε υπέρ των δικαιωμάτων των Ινδών μεταναστών στη Νότια Αφρική και εμπνεύστηκε την πολιτική της μη βίας ως μέσο αντίστασης στους καταπιεστές. Όπως, όμως, αναφέρουν οι βιογράφοι του, «αυτά που έκανε εκείνος για τη Νότια Αφρική ήταν λιγότερο σημαντικά απ’ ό,τι έκανε η Νότια Αφρική για εκείνον». Εκεί μετατράπηκε από δικηγόρος σε πολιτικό ηγέτη.

Το 1915 επέστρεψε στην Ινδία και δεν έφυγε ξανά από τη χώρα του, εκτός από ένα σύντομο ταξίδι στην Ευρώπη το 1931. Στην αρχή κράτησε χαμηλό προφίλ, αλλά ως το 1920 είχε γίνει η κυριότερη πολιτική φυσιογνωμία της Ινδίας. Επί των ημερών του το Ινδικό Εθνικό Κόμμα του Κογκρέσου έγινε μια μαζική πολιτική οργάνωση, που άπλωνε τις ρίζες της σε κάθε πόλη και χωριό της Ινδίας. Το μήνυμα του Γκάντι ήταν απλό: δεν την κρατούσαν υπόδουλη τα βρετανικά όπλα, αλλά οι ατέλειες των ίδιων των Ινδών.

Ο Γκάντι το 1931Ο Γκάντι έγινε κήρυκας του ινδικού εθνικισμού και της ειρηνικής άρνησης συνεργασίας με τους βρετανούς αποικιοκράτες. Η στάση των Βρετανών απέναντί του ήταν ένα κράμα θαυμασμού, θυμηδίας, αμηχανίας, καχυποψίας και μνησικακίας. Τα ίδια συναισθήματα έτρεφαν και αρκετοί από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Όσο, όμως, οι Ινδοί συνειδητοποιούσαν ότι μπορούσαν να αντισταθούν στη Μεγάλη Βρετανία, τόσο αυξανόταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες της αχανούς χώρας, τους ινδουιστές και τους μουσουλμάνους. Το φθινόπωρο του 1924 ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας τριών εβδομάδων για να τους παροτρύνει να ακολουθήσουν τον δρόμο τής μη βίας. Αυτή ήταν μία από τις κυριότερες «δημόσιες νηστείες» του.

Το 1930 εφάρμοσε την πιο σημαντική από τις πολιτικές του: την αντίσταση κατά του φόρου στο αλάτι που επέβαλλαν οι Βρετανοί, οι οποίοι δεν δίσταζαν να τον φυλακίζουν με κάθε ευκαιρία. Στη φυλακή ο Γκάντι ξεκίνησε άλλη μία απεργία πείνας για να αποκτήσουν δικαιώματα οι «παρίες», που ήταν σε θέση χειρότερη και από εκείνη της χαμηλότερης κάστας. Συγχρόνως, δεν έπαυε να ζητεί την ανεξαρτησία της Ινδίας.

Μετά την νίκη του Εργατικού Κόμματος στις βρετανικές εκλογές του 1945 άρχισαν τριμερείς διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη βρετανική κυβέρνηση, στους ινδουιστές του Κογκρέσου και του Συνδέσμου των Μουσουλμάνων υπό τον δικηγόρο Μοχάμετ Τζίνα, οι οποίες κατέληξαν στο σχέδιο Μαουντμπάτεν (3 Ιουνίου 1947) και στην ίδρυση δύο νέων κυρίαρχων κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν (15 Αυγούστου 1947), προς μεγάλη απογοήτευση του Γκάντι, ο οποίος προσπάθησε μάταια να συμβιβάσει τις δύο πλευρές.

Το αποτέλεσμα ήταν να τον μισήσουν και οι δύο. Στις 30 Ιανουαρίου 1948, ενώ ο Γκάντι κατευθυνόταν προς τον τόπο της βραδινής του προσευχής στο Δελχί, δολοφονήθηκε από τον 39χρονο φανατικό ινδουιστή Νατουράμ Γκότσε, αυτός ο υπέρμαχος της μη βίας.

Ο Γκάντι με πολιτική και πνευματική στάση του πυροδότησε τρεις από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα: την επανάσταση κατά της αποικιοκρατίας, των φυλετικών διακρίσεων και της βίας. Μεταξύ των προσωπικοτήτων που επηρεάστηκαν από τη δράση του αξίζει να αναφέρουμε τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στις ΗΠΑ και τον Νέλσον Μαντέλα στη Νότιο Αφρική. Ανάμεσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγονται ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, ο οποίος έβλεπε στην πολιτική της μη βίας τού Γκάντι το πιθανό αντίδοτο στη μαζική βία που εξαπολύθηκε με τη διάσπαση του ατόμου, και o σουηδός νομπελίστας οικονομολόγος Γκούναρ Μίρνταλ, που χαρακτηρίζει τον Γκάντι «φωτισμένο φιλελεύθερο σε όλα σχεδόν τα πεδία».

ΠΗΓΗ: sansimera.gr

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

People

Σαν σήμερα το 2008 «έφυγε» ο κωμικός Σταύρος Παράβας

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Σταύρος Παράβας πέθανε από ανακοπή καρδιάς


Ο μεγάλος μας κωμικός Σταύρος Παράβας γεννήθηκε στις 15 Απριλίου του 1935 από γονείς Μικρασιάτες και ήταν ο μικρότερος από τα πέντε αδέλφια του. Μεγάλωσε στα Προσφυγικά, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα, αλλά γεμάτα από αγάπη, ανεμελιά και όνειρα, όπως έλεγε…

Από μικρός έπεσε στα βαθιά, καθώς έπρεπε να βοηθήσει την οικογένειά του. Έτσι, για αρκετά χρόνια έκανε δουλειές του ποδαριού. Όμως, το σαράκι του ηθοποιού τον έτρωγε. Από τα σχολικά του χρόνια, ακόμη, συμμετείχε σε θεατρικές παραστάσεις, ενώ τα αδέλφια και οι συμμαθητές του τον παρότρυναν να συνεχίσει.

Τα πρώτα μαθήματα υποκριτικής τα διδάχτηκε το 1952, δίπλα στον ηθοποιό Θεόδωρο Έξαρχο και λίγα χρόνια μετά σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Κώστα Μιχαηλίδη. Η πρώτη του επαφή με το σανίδι ήταν με το θίασο της κυρίας Κατερίνας στο έργο «Πρώτο Ψέμα» του Γεώργιου Ρούσσου. Στη συνέχεια εμφανίστηκε σε διάφορα θεατρικά με το Ντίνο Ηλιόπουλο και τη Βίλμα Κύρου.

Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1960, στην ταινία «Χριστίνα» του Γιάννη Δαλιανίδη, με πρωταγωνιστές τον Ντίνο Ηλιόπουλο, την Τζένη Καρέζη και τον Ανδρέα Μπάρκουλη. Ακολούθησε ο «Σκληρός Άντρας», το «Παιδί της πιάτσας» και το «Έξυπνο πουλί», σε ρόλους που σφυρηλάτησαν ένα από τα μετέπειτα στερεότυπα του κοινού για τον Σταύρο Παράβα, αυτό του λαϊκού μάγκα. Την ίδια χρονιά (1961) ήρθε και η «Αλίκη στο Ναυτικό» ως συνάδελφος ναυτικός δόκιμος του Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Σε αυτή την περίοδο και στο πλάι του Κώστα Χατζηχρήστου εργάστηκε άοκνα στο μουσικό θέατρο, ανεβάζοντας μερικά πολύ δημοφιλή νούμερα, όπως ο «Nτένις ο τρομερός», ο «Ντιρλαντά» κ.ά.

Συνεχίζοντας τις κινηματογραφικές του εμφανίσεις, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 έδωσε σάρκα και οστά στο διαβόητο «Φίφη» σε αλλεπάλληλες ταινίες, όπως «Εμίρης και κακομοίρης» (1964), «Μπετόβεν και μπουζούκι» (1965) και «Φίφης ο ακτύπητος» (1966). Αυτός ήταν και ο δεύτερος ρόλος που έγινε σήμα κατατεθέν για το Σταύρο Παράβα: Μια οπισθοδρομική απεικόνιση του ομοφυλόφιλου άντρα, περισσότερο βασισμένη στην εικόνα που, όμως, στη συντηρητική Ελλάδα του 1960 έβγαλε άφθονο γέλιο.

Στα χρόνια της δικτατορίας των Συνταγματαρχών κι ενώ η καριέρα του ήταν στο απόγειό της, ένα θεατρικό νούμερο στο «ΡΕΞ» στάθηκε η αιτία να φυλακιστεί στη Γυάρο και να βασανιστεί. Η περίοδος αυτή σφράγισε και την καριέρα του, αφού ο ίδιος γύρισε αλλαγμένος. Από το «Φίφη» και το «Μάγκα», έκανε στροφή στο κλασσικό και το σύγχρονο ρεπερτόριο. Στα αξιοσημείωτα, ο «Πλούτος» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Λούκα Ρονκόνι, οι «Ιππείς» του Αριστοφάνη με το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, οι «Εκκλησιάζουσες», οι «Ψύλλοι στ’ αφτιά» του Φεντό με τον θίασο Καλογεροπούλου, το «Μόνο ζευγάρι» με συμπρωταγωνιστή τον Νίκο Κούρκουλο, στα «Σκουπίδια», στα «Χριστούγεννα των Κουπιέλο» κ.ά.

Ο Σταύρος Παράβας συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα του θεάτρου και του κινηματογράφου. Έλαβε μέρος σε 47 ταινίες, σε πολλές θεατρικές παραστάσεις και σε τηλεοπτικά σήριαλ («Το φάντασμα», «Τα αδέρφια», «Οικογένεια Μουσαμά»). Βραβευθεί για το έργο του ως Πρόεδρος του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Σερρών, αλλά και για την προσφορά του στο θεατρικό σανίδι.

Από το γάμο του με τη σύζυγό του Άννυ απέκτησε τρία παιδιά: Δύο κόρες, τη Μάρθα και τη Βανέσσα, κι ένα γιο, τον Τζόναθαν. Την περίοδο της δικτατορίας, όμως, η σύζυγός και τα παιδιά του επέστρεψαν μόνιμα στην Αγγλία. Το 2002 ο γιος του πέθανε και ο θάνατός του του στοίχισε πολύ. Από κει και μετά η ζωή του άλλαξε, οι δουλειές του δεν πήγαιναν καλά, όμως, δεν το έβαλε κάτω…

Το Φεβρουάριο του 2008 εισήχθη στον Ερυθρό Σταυρό με επιπλοκές στην καρδιακή λειτουργία. Έπειτα από πολύμηνη μάχη, άφησε την τελευταία του πνοή στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, από ανακοπή καρδιάς.

sansimera.gr

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

People

Πέθανε ο ηθοποιός Τάκης Σπυριδάκης

Δημοσιεύτηκε

στις

Σε ηλικία 61 ετών πέθανε σήμερα ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος Τάκης Σπυριδάκης έπειτα από πολύχρονη ασθένεια


Γεννήθηκε στην Αίγινα στις 4 Φεβρουαρίου 1958 και αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Συμμετείχε σε 13 ταινίες, ενώ το σκηνοθετικό του ντεμπούτο πραγματοποίησε το 1994 με την ταινία «Ο Κήπος του Θεού», της οποίας έγραψε και το σενάριο. Η ταινία τιμήθηκε με 7 κρατικά βραβεία ποιότητας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη ερμηνεύοντας έναν από τους πρωταγωνιστές της ταινίας «Γλυκιά Συμμορία», σε σκηνοθεσία του Νίκου Νικολαΐδη (1983). Για την ερμηνεία του τιμήθηκε με το ειδικό βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τον ίδιο χρόνο.

Αξιοσημείωτη ήταν και η δεύτερη συμμετοχή του, στη «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη (1984).

Ακολούθησαν οι ταινίες «Πρωινή Περίπολος» (Νίκος Νικολαΐδης, 1986), «Προστάτης Οικογένειας» (Νίκος Περάκης, 1997), «Αυτή η Νύχτα Μένει» (Νίκος Παναγιωτόπουλος, 1999), «Μαύρο Γάλα» (Νίκος Τριανταφυλλίδης, 1999), «Κανείς δεν χάνει σε Όλα» (Διονύσης Γρηγοράτος, 2000), «Φτηνά Τσιγάρα» (Ρένος Χαραλαμπίδης, 2000), «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου» (Νίκος Παναγιωτόπουλος, 2002), «Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο» (Νίκος Περάκης, 2005), «Ισοβίτες» (Θόδωρος Μαραγκός, 2008) και “4 Μαύρα Κοστούμια” (Ρένος Χαραλαμπίδης, 2009).

Το 1989 έγραψε και σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους «Βέρα Κρουζ», που απέσπασε το 1ο βραβείο καλύτερης ταινίας στο αντίστοιχο Φεστιβάλ, τιμήθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού και βραβεύτηκε από το Εθνικό Κέντρο Ταινιών της Γαλλίας το 1990.

Ο Τάκης Σπυριδάκης έγινε εκ νέου γνωστός στο ευρύ κοινό τα τελευταία χρόνια με τις επιτυχημένες χιουμοριστικές τηλεοπτικές διαφημίσεις της Wind, όπου υποδυόταν τον «αγαπούλα» πρόεδρο ποδοσφαιρικής ομάδας, ενώ είχε συμπρωταγωνιστή τον «Πίου το πιστόλι».

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

People

Το τελευταίο «αντίο» στον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα

Δημοσιεύτηκε

στις

Σε διακριτικό κλίμα, ακριβώς όπως το ήθελε η οικογένειά του, τελέστηκε σήμερα η κηδεία του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα στο Κοιμητήριο Ζωγράφου, όπου το «παρών» έδωσε και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με τη σύζυγό του Μαρέβα Γκραμπόφσκι

Η συγκίνηση ήταν διάχυτη στον απλό κόσμο που κατέκλυσε τον αύλειο χώρο του κοιμητηρίου, αλλά και στους καλλιτέχνες, φίλους και συνοδοιπόρους του αγαπημένου τραγουδοποιού, όπως ο Γιώργος Νταλάρας, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Νίκος Πορτοκάλογλου, ο Διονύσης Τσακνής, ο Θάνος Μικρούτσικους, η Ελένη Ράντου, η Ελευθερία Αρβανιτάκη, ο Γιάννης Μπαχ Σπυρόπουλος, ο Γιάννης Κότσιρας, ο Αντώνης Μιτζέλος, η Μελίνα Ασλανίδου, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Γιάννης Ζουγανέλης και πολλοί ακόμα. Από τον πολιτικό χώρο, παραβρέθηκαν επίσης, o Στέφανος Τζουμάκας, καθώς και τα στελέχη του ΚΚΕ, Σπύρος Χαλβατζής και Νίκος Σοφιανός. Στεφάνια κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, ο πρωθυπουργός, η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, η ΠΑΕ Παναθηναϊκός, ο γ.γ. του ΚΚΕ και η ΚΝΕ – Οδηγητής.

Επικήδειοι

Επικήδειους εκφώνησαν, μεταξύ άλλων, ο γιατρός του εκλιπόντος κ. Ράκας, ο Διονύσης Τσακνής και ο Νίκος Πορτοκάλογλου, οι οποίοι φανερά συγκινημένοι εξέφρασαν λόγια αγάπης και βαθιάς οδύνης. «’Αργησα πολύ να αποκτήσω αυτόν τον σπάνιο φίλο, αλλά δυστυχώς τον έχασα πολύ νωρίς, όπως τον χάσαμε όλοι», είπε ο Νίκος Πορτοκάλογλου για τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, του οποίου εξήρε την «σε βαθμό κακουργήματος» ειλικρίνεια, την «σαν παιδί» ευαισθησία, αλλά και την οικειότητα που αμέσως ένιωσαν όταν για πρώτη φορά έπαιξαν μαζί στη σκηνή. «Όταν βρεθήκαμε στη σκηνή, συνέβη κάτι μαγικό, ήταν σαν να παίζαμε μαζί από χρόνια», δήλωσε με συγκίνηση ο Νίκος Πορτοκάλογου για να θυμηθεί τη «δύναμη», αλλά και την «αφάνταστη επικοινωνία» που ανέπτυσσε με τον κόσμο ο Λαυρέντης. Αναφορά έκανε και στην τελευταία τους συναυλία, πριν κάποιες μέρες στον Βόλο, τη γενέτειρά τους. «Όταν κατεβήκαμε από τη σκηνή ήμασταν ιδρωμένοι και ευτυχείς. Τι άλλο θέλαμε; Ο κόσμος μας αγαπάει ακόμα», του είχε είπε με ευχαρίστηση ο Λ. Μαχαιρίτσας.

«Θα μου λείψεις, σε αγαπάω Λάρυ», είπε με σπασμένη από τη συγκίνηση φωνή ο Διονύσης Τσακνής, ενώ ο γιατρός του εκλιπόντα, αφού περιέγραψε την αντίδραση του καλλιτέχνη όταν διαπιστώθηκαν τα προβλήματα της καρδιάς του και το πώς η μοναχοκόρη του, Μαρία Κλάρα, έγινε το κίνητρο για να γίνει ο «πιο πειθαρχημένος ασθενής», τον αποχαιρέτισε λέγοντας: «Καλό ταξίδι Λαυρέντη αγαπημένε!». Το τελευταίο χειροκρότημα στον εκλιπόντα, μόλις το φέρετρο βγήκε από τον ναό, έσπασε τη βουβή θλίψη που ως εκείνη την ώρα κυρίευε τον αύλειο χώρο του κοιμητηρίου.

Θυμίζουμε ότι η οικογένειά του, αντί στεφάνων, είχε ζητήσει να ενισχυθεί η Ένωση «Μαζί για το παιδί», για την οποία ο Λ. Μαχαιρίτσας θα έδινε με τον Νίκο Πορτοκάλογλου φιλανθρωπική συναυλία στις 10 Σεπτεμβρίου.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη