Connect with us

People

Μαχάτμα Γκάντι γεννήθηκε 2 Οκτωβρίου 1869

Δημοσιεύτηκε

στις

Ινδός πνευματικός ηγέτης και πολιτικός, η επιρροή του οποίου ξεπέρασε τα όρια της χώρας του. Θεωρείται ο πατέρας του Ινδικού εθνικισμού και ο κήρυκας της μη βίας στον 20ο αιώνα. Υπήρξε ο καταλύτης για την κατάρρευση της αποικιοκρατίας τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1869 στο Πορμπαντάρ της υπό αγγλική κυριαρχία Ινδικής επαρχίας Γκουτζαράτ. Είναι γνωστός ως «Μαχάτμα» («Μεγάλη Ψυχή» στα σανσκριτικά), χαρακτηρισμό που φέρεται να του απέδωσε το 1915 ο συμπατριώτης του νομπελίστας ποιητής και στοχαστής Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.

Ο Γκάντι ήταν το μικρότερο παιδί του Καραμτσάντ Γκάντι, κυβερνήτη σ’ ένα από τα πριγκιπάτα του Γκουτζαράτ και της τετάρτης συζύγου του Πουτλιμπάι. Η οικογένειά του λάτρευε τον θεό Βισνού και ήταν επηρεασμένη από το θρησκευτικό κίνημα των Ζαϊνιστών, οι οποίοι αρνούνταν να σκοτώσουν ακόμη και μυρμήγκι.

Οι οικογενειακές αρχές της χορτοφαγίας, του μη τραυματισμού οποιουδήποτε ζώντος οργανισμού, της νηστείας ως μεθόδου αυτοκάθαρσης και της ανοχής προς το διαφορετικό, επηρέασαν βαθιά τον Γκάντι. Δεν τον εμπόδισαν, όμως, να κηρύξει τη δική του επανάσταση όταν ήταν έφηβος. Πέρασε μία περίοδο κατά την οποία δήλωνε άθεος, επιδιδόταν σε μικροκλοπές, κάπνιζε κρυφά και – το χειρότερο – έτρωγε κρέας. Οι γονείς του τον πάντρεψαν 13 ετών με ένα ακόμη μικρότερο κορίτσι, την Καστουρμπάι.

Ο Γκάντι στη Νότια Αφρική το 1895.Όταν τελείωσε το σχολείο, η οικογένειά του αποφάσισε να τον στείλει στο Λονδίνο για να σπουδάσει νομικά. Στην Αγγλία, την οποία φανταζόταν ως «χώρα φιλοσόφων και ποιητών, το ίδιο το κέντρο του πολιτισμού», αγωνίστηκε σκληρά για να προσαρμοστεί στον δυτικό τρόπο ζωής. Η χορτοφαγία του γινόταν συχνά αντικείμενο χλευασμού από τους συμφοιτητές του, αλλά το ότι αναγκαζόταν να υπερασπίζεται τις αξίες του τον έκανε να βγει από το καβούκι του και να αποκτήσει μαχητικότητα. Έγινε μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Συλλόγου Χορτοφάγων του Λονδίνου, στην οποία ανήκε και ο θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, συμμετείχε στις συνεδριάσεις τους και αρθρογραφούσε στο περιοδικό τους. Γνώρισε δυναμικούς άνδρες και γυναίκες, που τον μύησαν στη Βίβλο και την Μπαγκαβατγκίτα (Bhagavadgita), την πιο εκλαϊκευμένη έκφραση του ινδουϊσμού.

Μετά την επιστροφή του στην Ινδία το 1891, ο Γκάντι δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά, γι’ αυτό δέχθηκε με ανακούφιση μία πρόταση να εργαστεί σε ινδική εταιρεία στη Νότια Αφρική. Οι εμπειρίες του στην έντονα ρατσιστική νοτιοαφρικανική κοινωνία ήταν καθοριστικές για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Αφού ξυλοκοπήθηκε από τον λευκό οδηγό μιας άμαξας, επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του σ’ έναν λευκό επιβάτη, αφού αποχώρησε από την αίθουσα ενός δικαστηρίου, επειδή ο λευκός δικαστής απαίτησε να βγάλει το τουρμπάνι του, αποφάσισε ότι από τότε και στο εξής δεν θα δεχόταν την αδικία.

Επί πολλά χρόνια, αγωνίστηκε υπέρ των δικαιωμάτων των Ινδών μεταναστών στη Νότια Αφρική και εμπνεύστηκε την πολιτική της μη βίας ως μέσο αντίστασης στους καταπιεστές. Όπως, όμως, αναφέρουν οι βιογράφοι του, «αυτά που έκανε εκείνος για τη Νότια Αφρική ήταν λιγότερο σημαντικά απ’ ό,τι έκανε η Νότια Αφρική για εκείνον». Εκεί μετατράπηκε από δικηγόρος σε πολιτικό ηγέτη.

Το 1915 επέστρεψε στην Ινδία και δεν έφυγε ξανά από τη χώρα του, εκτός από ένα σύντομο ταξίδι στην Ευρώπη το 1931. Στην αρχή κράτησε χαμηλό προφίλ, αλλά ως το 1920 είχε γίνει η κυριότερη πολιτική φυσιογνωμία της Ινδίας. Επί των ημερών του το Ινδικό Εθνικό Κόμμα του Κογκρέσου έγινε μια μαζική πολιτική οργάνωση, που άπλωνε τις ρίζες της σε κάθε πόλη και χωριό της Ινδίας. Το μήνυμα του Γκάντι ήταν απλό: δεν την κρατούσαν υπόδουλη τα βρετανικά όπλα, αλλά οι ατέλειες των ίδιων των Ινδών.

Ο Γκάντι το 1931Ο Γκάντι έγινε κήρυκας του ινδικού εθνικισμού και της ειρηνικής άρνησης συνεργασίας με τους βρετανούς αποικιοκράτες. Η στάση των Βρετανών απέναντί του ήταν ένα κράμα θαυμασμού, θυμηδίας, αμηχανίας, καχυποψίας και μνησικακίας. Τα ίδια συναισθήματα έτρεφαν και αρκετοί από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Όσο, όμως, οι Ινδοί συνειδητοποιούσαν ότι μπορούσαν να αντισταθούν στη Μεγάλη Βρετανία, τόσο αυξανόταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες της αχανούς χώρας, τους ινδουιστές και τους μουσουλμάνους. Το φθινόπωρο του 1924 ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας τριών εβδομάδων για να τους παροτρύνει να ακολουθήσουν τον δρόμο τής μη βίας. Αυτή ήταν μία από τις κυριότερες «δημόσιες νηστείες» του.

Το 1930 εφάρμοσε την πιο σημαντική από τις πολιτικές του: την αντίσταση κατά του φόρου στο αλάτι που επέβαλλαν οι Βρετανοί, οι οποίοι δεν δίσταζαν να τον φυλακίζουν με κάθε ευκαιρία. Στη φυλακή ο Γκάντι ξεκίνησε άλλη μία απεργία πείνας για να αποκτήσουν δικαιώματα οι «παρίες», που ήταν σε θέση χειρότερη και από εκείνη της χαμηλότερης κάστας. Συγχρόνως, δεν έπαυε να ζητεί την ανεξαρτησία της Ινδίας.

Μετά την νίκη του Εργατικού Κόμματος στις βρετανικές εκλογές του 1945 άρχισαν τριμερείς διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη βρετανική κυβέρνηση, στους ινδουιστές του Κογκρέσου και του Συνδέσμου των Μουσουλμάνων υπό τον δικηγόρο Μοχάμετ Τζίνα, οι οποίες κατέληξαν στο σχέδιο Μαουντμπάτεν (3 Ιουνίου 1947) και στην ίδρυση δύο νέων κυρίαρχων κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν (15 Αυγούστου 1947), προς μεγάλη απογοήτευση του Γκάντι, ο οποίος προσπάθησε μάταια να συμβιβάσει τις δύο πλευρές.

Το αποτέλεσμα ήταν να τον μισήσουν και οι δύο. Στις 30 Ιανουαρίου 1948, ενώ ο Γκάντι κατευθυνόταν προς τον τόπο της βραδινής του προσευχής στο Δελχί, δολοφονήθηκε από τον 39χρονο φανατικό ινδουιστή Νατουράμ Γκότσε, αυτός ο υπέρμαχος της μη βίας.

Ο Γκάντι με πολιτική και πνευματική στάση του πυροδότησε τρεις από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα: την επανάσταση κατά της αποικιοκρατίας, των φυλετικών διακρίσεων και της βίας. Μεταξύ των προσωπικοτήτων που επηρεάστηκαν από τη δράση του αξίζει να αναφέρουμε τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στις ΗΠΑ και τον Νέλσον Μαντέλα στη Νότιο Αφρική. Ανάμεσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγονται ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, ο οποίος έβλεπε στην πολιτική της μη βίας τού Γκάντι το πιθανό αντίδοτο στη μαζική βία που εξαπολύθηκε με τη διάσπαση του ατόμου, και o σουηδός νομπελίστας οικονομολόγος Γκούναρ Μίρνταλ, που χαρακτηρίζει τον Γκάντι «φωτισμένο φιλελεύθερο σε όλα σχεδόν τα πεδία».

ΠΗΓΗ: sansimera.gr

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

People

Ζεσικά Πρεαλπατό, η ζαχαροπλάστρια που αναιρεί το επιδόρπιο

Δημοσιεύτηκε

στις

Αυτή την εποχή στο μενού του τριάστερου εστιατορίου Plaza Athenee στο Παρίσι, όπου εργάζεται από το 2015, η Ζεσικά προτείνει: φράουλες με μπουμπούκια ελάτου ή μόνο με ραβέντι — το οποίο κατά περίπτωση έχει υποστεί ζύμωση, είναι ψημένο, φρυγανισμένο, ποσέ και ωμό σε μια πιο τραγανή άποψη.


Φρούτα εποχής με ξύδι, με ελάχιστη ζάχαρη, στο μπάρμπεκιου… επιδόρπια απόντα παντελώς από το Instagram: η Γαλλίδα Ζεσικά Πρεαλπατό δεν τόλμησε να δώσει στον ζαχαροπλάστη πατέρα της να δοκιμάσει τα επιδόρπιά της, τα οποία βραβεύτηκαν αυτή την εβδομάδα ως τα καλύτερα παγκοσμίως.

«Δεν θα καταλάβαινε τίποτε από αυτά που κάνω», ομολογεί η 32χρονη που ανακηρύχθηκε η «καλύτερη ζαχαροπλάστρια του κόσμου» από την κατάταξη World’s 50 Best Restaurants.

Αυτή την εποχή στο μενού του τριάστερου εστιατορίου Plaza Athenee στο Παρίσι, όπου εργάζεται από το 2015, η Ζεσικά προτείνει: φράουλες με μπουμπούκια ελάτου ή μόνο με ραβέντι – το οποίο κατά περίπτωση έχει υποστεί ζύμωση, είναι ψημένο, φρυγανισμένο, ποσέ και ωμό σε μια πιο τραγανή άποψη.

Η ίδια δεν ενδιαφέρεται να φωτογραφίζει τις δημιουργίες της που μοιάζουν ακατέργαστες αλλά αφήνουν μια εξαιρετικά λεπτή και γνήσια γεύση.

Τα επιδόρπιά της εντάσσονται στην αντίληψη της «φυσικότητας» (naturalite – γευστικές δημιουργίες με χρήση κυρίως φυσικών προϊόντων), την οποία υποστηρίζει ο διάσημος σεφ Αλέν Ντικάς, μέντορας της Ζεσικά Πρεαλπατό, η οποία προτείνει με τη σειρά της την «desseralite» (από τις λέξεις dessert, επιδόρπιο + naturalite, φυσικότητα). Αυτός είναι και ο τίτλος του βιβλίου της, στο οποίο προτείνει τις συνταγές για 50 επιδόρπια που ετοίμασε στο Plaza Athenee.

Λεμόνι-φύκια, κεράσια-ελιές-βινεγκρέτ, βυνοποιημένο κριθάρι-παγωμένη μπύρα για γλασάρισμα-λυκίσκος, αγκινάρα Ιερουσαλήμ-βανίλια bourbon-τρούφα… «Εδώ, αναστατώνουμε τον κόσμο», λέει χαμογελώντας η ζαχαροπλάστρια που κατάγεται από το Μον-ντε-Μαρσάν της νοτιοδυτικής Γαλλίας.

Χωρίς κρέμα και μους

«Μου αρέσει πολύ να βάζω ξύδι, βινεγκρέτ, μου αρέσουν όλοι οι τρόποι παρασκευής, διάφορες προσεγγίσεις για να αναδείξω το προϊόν».

Ορισμένοι συνάδελφοί της την επικρίνουν για τα αρκετά σοφιστικέ, όπως τα χαρακτηρίζουν, για ένα πολυτελές ξενοδοχείο, επιδόρπιά της. Μερικές φορές πελάτες δηλώνουν «απογοητευμένοι», αφηγείται η Ζεσικά, μια από τις ελάχιστες σεφ ζαχαροπλαστικής σε εστιατόριο τριών αστέρων.

Πριν από τέσσερα χρόνια, ο Αλέν Ντικάς την έκανε να κλάψει όταν αρνήθηκε να δοκιμάσει ένα από τα πρώτα της ντεζέρ με φρούτα. «Τώρα βλέπω γιατί: εργάστηκα όπως θα έκανε ένας ζαχαροπλάστης. Είχα βάλει πολλή μους, κρέμα, παγωτό και ένα ζαχαρωτό σε σχήμα κεραμιδιού. Για τον Ντικάς, αυτά δεν ήταν πολύ σπουδαία υλικά για ένα επιδόρπιο».

«Αφαίρεσα τα πάντα… και σήμερα δυσκολεύομαι πολύ να φτιάξω επιδόρπια με βάση τη σοκολάτα ή τον καφέ γιατί δεν είναι υλικά που μπορούμε να σερβίρουμε στο πιάτο» Τα επιδόρπιά της έχουν μια υποψία πικράδας και οξύτητας και χρησιμοποιεί τη ζάχαρη όπως το αλάτι, απλά και μόνο για νοστιμιά. «Καταλαβαίνω τους πελάτες όταν δεν τους αρέσουν».

Στην αρχή τα αρνητικά σχόλια την πλήγωναν, μετά συνήθισε. Η ίδια δηλώνει κατάπληκτη για τη βράβευσή της. «Ουδέποτε θα στοιχημάτιζα ότι η ζαχαροπλαστική αυτή θα έδρεπε δάφνες. Είναι τεράστια τιμή για μένα».

«Τα επιδόρπια αυτά δεν είναι κατ΄ανάγκην ωραία, φαίνονται πολύ απλά αλλά απαιτούν πάρα πολλή δουλειά για να γίνουν», εξηγεί.

Η ίδια θέλει έως και έναν μήνα για να επεξεργαστεί ένα νέο επιδόρπιο και το μενού αλλάζει πολύ γρήγορα, με την εναλλαγή των εποχών. Της αρέσει να συνδυάζει τη μαγειρική με τη ζαχαροπλαστική, να ψήνει ροδάκινα και βερίκοκα στο μπάρμπεκιου.

«Όταν ανεβάζω στο Instagram αυτό που ετοιμάζω, η φωτογραφία δεν εντυπωσιάζει… Οι κακόμοιροι οι 20.0000 ακόλουθοί μου!», λέει αστειευόμενη, ενώ παραδέχεται ότι παραδόξως για την ηλικία της, δεν της πολυαρέσουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε έχει τον χρόνο να ανεβάζει «σωστά» τη φωτογραφία για να αναδείξει το έργο της.

Ασφαλώς και της αρέσει η κλασική ζαχαροπλαστική αλλά δεν θέλει πια να την παρασκευάζει: «ήρθα εδώ γιατί είχα βαρεθεί να φτιάχνω σοκολάτα-φυστίκι ή κεράσι-αμύγδαλο. Ένα Σεντ-Ονορέ είναι τόσο ωραίο, δεν βλέπω γιατί θα πρέπει να το επαναπροσδιορίσω. Εδώ μας αρέσει να ταράζουμε τα νερά. Όταν λοιπόν ο πελάτης φθάνει στο επιδόρπιο, και αυτό είναι ένα Σεντ-Ονορέ, τότε δεν υπάρχει διαφορά».

Πάντως ούτε ο πατέρας της ούτε τα άλλα μέλη της γαλλο-ιταλικής της οικογένειας –μάγειρες και ζαχαροπλάστες– έχουν δοκιμάσει τις τελευταίες δημιουργίες της. «Όταν επιστρέφω στο πατρικό μου, οι γονείς μου δεν μου μιλούν για τη δουλειά μου. Πράγματι, δεν ξέρουν τι γίνεται και αυτό μου αρέσει πολύ. Μας αρέσει να τρώμε οικογενειακά, να μοιραζόμαστε πιάτα, τα οποία είναι πολύ απλά τις περισσότερες φορές. Αλλά σίγουρα δεν θα καταλάβαιναν τα δικά μου επιδόρπια».

(με πληροφορίες από Le Monde)

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

People

Το 2007 πέθανε ο Σωτήρης Μουστάκας

Δημοσιεύτηκε

στις

Κύπριος ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, με σπουδαία κωμική φλέβα και μεγάλες δυνατότητες στο δράμα


Ο Σωτήρης Μουστάκας γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1940 στο χωριό Κάτω Πλάτρες Λεμεσού και ήταν το τελευταίο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Έκανε μουσικές σπουδές (βιολί), αλλά το όνειρό του ήταν να γίνει ηθοποιός. Από το Δημοτικό κιόλας ήταν πρωταγωνιστής στα έργα που ανέβαζε με τους συμμαθητές του. Του άρεσε ο Σέξπιρ, αλλά και ο Τσάρλι Τσάπλιν, που τον είχε δει στο σινεμά.

Το άτυπο ντεμπούτο του στο θεατρικό σανίδι το έκανε στη Λεμεσό. Είχε πάει να δει τον θίασο του Νίκου Σταυρίδη και κάποια στιγμή βρήκε την ευκαιρία να τρυπώσει στα καμαρίνια. Εκεί ζήτησε τη βοήθεια του σπουδαίου κωμικού, όταν θα ερχόταν στην Αθήνα να σπουδάσει θέατρο. Στο διάλειμμα από σκηνής ο Σταυρίδης έλεγε ανέκδοτα στον κόσμο. «Κάποια στιγμή σταμάτησε κι άρχισε να φωνάζει το όνομά μου. Με κάλεσε στη σκηνή. Αυτό ήταν το ντεμπούτο μου» είχε πει.

Σε ηλικία 15 χρονών, συμμετείχε ενεργά στον Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959), ως αγγελιοφόρος διαταγών του αρχηγού της, Διγενή Γρίβα, προς τις διάφορες αντιστασιακές ομάδες. Μοίραζε φυλλάδια κι έγραφε συνθήματα στους τοίχους. Συνελήφθη από τους Άγγλους και φυλακίστηκε για εφτά μήνες. Με πλαστό διαβατήριο ταξίδεψε στην Αθήνα για να σπουδάσει ηθοποιός, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του.

Όταν έφτασε στην Αθήνα, έπιασε δουλειά σ’ ένα εστιατόριο ως σερβιτόρος και παράλληλα έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Κόπηκε, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Ξαναπροσπάθησε και πέρασε. Εκεί γνώρισε και την ηθοποιό Μαρία Μπονέλου, την οποία παντρεύτηκε το 1973 κι έκαναν μία κόρη, την Αλεξία. Την περίοδο που σπούδαζε στο Εθνικό, πέρασε στο πανεπιστήμιο και συγκεκριμένα στην ΑΣΟΕΕ.

Ως σπουδαστής εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι κρατώντας ένα μικρό ρόλο στο έργο «Χαραυγή» του Δημήτρη Μπόγρη (1961) κι ένα χρόνο αργότερα έκανε την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση με τον θίασο της Κάκιας Αναλυτή και του Κώστα Ρηγόπουλου στο έργο των Βαγγέλη Γκούφα και Βασίλη Ανδρεόπουλου «Μια πόρτα δραχμές πεντακόσιες». Με τον ίδιο θίασο συνεργάστηκε και τον επόμενο χρόνο, ενώ ακολούθησαν συνεργασίες με τους θιάσους Μάρως Κοντού – Γιώργου Πάντζα και Λάμπρου Κωνσταντάρα – Μάρως Κοντού.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 έπαιξε στους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, ενώ σημαντική θεωρήθηκε η ερμηνεία του στον «Ασυλλόγιστο» του Μολιέρου σε σκηνοθεσία Μιχάλη Μπούχλη. Τη θεατρική σεζόν 1969-1970 συνεργάστηκε με τον θίασο Αλέξη Μινωτή – Κατίνας Παξινού στο θεατρικό του Σον Ο’ Κέιζι «Η Ήρα και το παγόνι».

Το 1976 συγκρότησε τον δικό του θίασο και ανέβασε τα έργα «Το κλουβί με τις τρελλές», «Βιολιστής στη στέγη», «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ» και «Ο σιγανοπαπαδιάς».

Ηθοποιός με άνεση στον αυτοσχεδιασμό, διακρίθηκε ιδιαίτερα στην επιθεώρηση. Το 1994 τιμήθηκε με το βραβείο επιθεώρησης «Παναθήναια» για την ερμηνεία του στο νούμερο «Άμλετ» και δύο χρόνια η Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων τού απένειμε το βραβείο «Παπαδούκα» για το νούμερο «Οι δύο δουλειές» στην επιθεώρηση «Και Μί-μη χειρότερα».

Στον κινηματογράφο, η καριέρα του ξεκίνησε το 1964 με τον «Ζορμπά» του Μιχάλη Κακογιάννη, όπου υποδύθηκε τον τρελό του χωριού και ολοκληρώθηκε με τον ρόλο του Τιτσιάνο στην ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Ελ Γκρέκο» το 2007. Σταθμός θεωρήθηκε η ερμηνεία του στην ταινία «Ο Νομοταγής Πολίτης», σε σκηνοθεσία Ερρίκου Θαλασσινού και σενάριο Κώστα Μουρσελά. Τη δεκαετία του ’80 πρωταγωνίστησε σε δεκάδες βιντεοταινίες. Το 2002 βραβεύτηκε για το ρόλο τού 98χρονου χάκερ στην τηλεοπτική σειρά του Γιάννη Σμαραγδή «Τα χαϊδεμένα παιδιά», που μεταδόθηκε από την ΕΤ1.

Ο Σωτήρης Μουστάκας πέθανε στις 4 Ιουνίου 2007 σε νοσοκομείο της Αθήνας, σε ηλικία 66 ετών. Λίγες ώρες πριν από το μοιραίο είχε αισθανθεί αδιαθεσία, κατά τη διάρκεια πρόβας του «Πλούτου» του Αριστοφάνη, που θα παρουσίαζε με τους Θύμιο Καρακατσάνη, Γιώργο Κωνσταντίνου και Βάσια Τριφύλλη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έπασχε από καρκίνο.

Πηγή: sansimera.gr

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

People

Πέθανε σε ηλικία 56 ετών ο Κώστας Ευριπιώτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 56 ετών ο Κώστας Ευριπιώτης έπειτα από σκληρή και άνιση μάχη με τον καρκίνο


Ο αγαπημένος ηθοποιός γεννήθηκε στην Ηλιούπολη της Αθήνας το 1963. Ήταν ο μικρότερος από τα τέσσερα αδέλφια του και ο πατέρας του ήταν εργάτης.

Στην ηλικία των 17 ετών “έχασε” τον μεγαλύτερο αδελφό του, γεγονός που τον ώθησε στο να γίνει πιο εκφραστικός στη δουλειά του.

Έκανε τα πρώτα του θεατρικά βήματα μαζί με τον ηθοποιό Νάσο Κεδράκα, ο οποίος είχε ένα θεατρικό εργαστήρι στη γειτονιά του, και τον παρότρυνε να γραφτεί στη δραματική σχολή Θεοδοσιάδη. Έγινε επαγγελματίας ηθοποιός το 1981.

Έγινε γνωστός μέσα από την σειρά «Της Ελλάδος τα Παιδιά» ενώ είχε αρκετές συμμετοχές σε θεατρικές παραστάσεις αλλά και ταινίες.

Η μάχη με τον καρκίνο

Ο «παλιός» (ρόλος στο αγαπημένο σήριαλ «Της Ελλάδος τα παιδιά») πολέμησε την επάρατη νόσο στον πρώτο όροφο του «Σπηλιοπούλειου» νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα.

Από τον θάλαμο του νοσοκομείου δεν έλειψαν ποτέ η αδελφή του ηθοποιού και η πρώην σύζυγός του Βάλια Κωστοπούλου με τα παιδιά τους.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη