Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Γαλιανός δεν προλαβαίνει να ποθάνει!!

Δημοσιεύτηκε

στις

Ότι και να θέλει να κάνει κανείς σε τουτονέ το τόπο, σ’ αυτήν εδώ την κοινωνία, χρειάζεται να έχει, χρόνο, θέληση, υπομονή και επιμονή, για να το κατορθώσει

Οι περισσότεροι βέβαια τα διαθέτουν όλα αυτά τα χαρίσματα, εκτός από ολίγους, που τα διαθέτουν μεν, όχι όμως για όλες τις περιπτώσεις που μπορεί να βρεθούν μπροστά τους κι ας είναι και φυσιολογικές.

Σ’ αυτούς τους ολίγους, συμπεριλαμβάνεται και το κεφαλοχώρι της Μεσαράς, το χωριό μου, το χωριό Γαλιά.

Η Γαλιά είναι ένα χωριό, που τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είναι, η εργατικότητα, το φιλότιμο και η ανθρωπιά των ανθρώπων της.

Δεν είναι υπερβολή ότι, λόγω της εργατικότητας των κατοίκων της, λέγεται η φράση: ”Στη Γαλιά δεν δύει ο ήλιος ποτέ”!!

Μα πως να δύσει, που όπως λέγεται, όταν ο τελευταίος Γαλιανός φθάσει από τη δουλειά, ξεκινά ο πρώτος, για τον ίδιο σκοπό;;

Δεν είναι τυχαίο πως δεν υπάρχει, ούτε σπιθαμή ακαλλιέργητη γης, ακόμα και στα κακοτράχαλα υψώματα της, ενώ η περιφέρεια της είναι από τις μεγαλύτερες περιφέρειες, όλων των χωριών της Μεσαράς.

Δεν είναι τυχαίο ότι παράγουν, τα πρωιμότερα και γευστικότερα προϊόντα σ’ όλη την Ελλάδα, με πολλές χρυσές διακρίσεις.

Δεν είναι τυχαίο πως το μόνο επάγγελμα που δεν γνώρισε ποτέ άνθιση στη Γαλιά, ήταν αυτό του καφετζή.

Δεν είναι τυχαίο πως στις δύσκολες εποχές, όπως αυτή την εποχή της δεκαετίας του 60, που δεν είχε πόσιμο νερό το χωριό, βρεθήκανε μονιασμένοι όλοι οι Γαλιανοί και σαν μελιτακιά ξεπροβάλανε στη Μάνα του νερού, στον Απόλυχνο και σε χρόνο μηδαμινό, έφεραν και ύδρευσαν με αρτεσιανό νερό, όλο το χωριό, χρησιμοποιώντας μόνο τον κασμά και την παλάμη.

Επίσης δεν είναι τυχαίο, παλαιότερα, όταν δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα σε κανένα χωριό, πέρα από την πόλη του Ηρακλείου, σύσσωμοι όλοι οι Γαλιανοί ίδρυσαν, Ελαιουργικό Πιστωτικό Συνεταιρισμό, που παρήγαγε ρεύμα για όλο το χωριό, ενώ παράλληλα ήταν και ελαιουργείο και αλευρόμυλος συνάμα.

Βέβαια ο Γαλιανός βρίσκει τον καιρό και για την πνευματική του ενασχόληση.

Απόρροια αυτής της ενασχόλησης είναι, η ”Γαλιανή Σχολή Μουσικής”, με προεξέχοντα τον ”Λευτέρη τον Γαλιανό”, αλλά και η ”Σκωπτική Γαλιανή Σχολή ποίησης”, με κορυφαίους λαϊκούς ποιητές, τον ”Μιχελινό και τον Ντουϊντομανώλη”, παλαιότερα, αλλά και νεότερα, με την μαντιναδολόγο ”Χαριστή Φανουράκη Κουκουμπεδάκη” και το ανατέλλον αστέρι, τον ”Νίκο τον Γαλιανό”.

Επίσης τις δεκαετίες του 40, του 50 και του 60, μα και νεότερα ακόμη, η Γαλιανή νεολαία ασχολήθηκε, με θεατρικές παραστάσεις, με μεγάλη επιτυχία και απήχηση.

Η νεολαία αυτή ακόμα και την σήμερον ημέρα, έχει μια εξαίρετο ενεργό δράση στα κοινά δρόμενα, ενώ ξεχωρίζει σαν σμαραγδένιο στολίδι, ο Σύλλογος Γυναικών Γαλιάς.

Πέρα όμως από αυτά, οι Γαλιανοί ίδρυσαν από πολύ νωρίς, τον Σύλλογο Αγροτοπαίδων Γαλιάς, που την δεκαετία του 60, πήρε το πρώτο και το τρίτο βραβείο Πανελλήνια.

Δεν ξέχασαν όμως το αρχαίο ρητό ”Νους υγιής, εν σώματι υγιή” και ίδρυσαν την ποδοσφαιρική ομάδα ”Δόξα Γαλιάς”, που είχε πρωταγωνιστήσει στο Πρωτάθλημα της Α1 κατηγορίας της ΕΠΣΗ.

Ακόμα ο Γαλιανός δεν θα λείψει ποτέ στη χαρά μα και τη λύπη του συγχωριανού του.

Θα τον δεις επίσης να κάνει την υπέρβαση και να ορθώνεται σαν λαβωμένο λιοντάρι, στις όποιες δοκιμασίες του έστειλε ο Θεός και να μεγαλουργεί, όπως ο Μεγάλος Γίγαντας του Αθλητισμού, Μανώλης Στεφανουδάκης, με τις δεκάδες διακρίσεις και χρυσά βραβεία παγκοσμίως.

Συμπερασματικά βλέπουμε πως ο Γαλιανός δεν επαναπαύεται, προσπαθεί να λύσει τα όποια προβλήματα μπορεί να τον περιτριγυρίσουν, να ανταπεξέλθει στις όποιες υποχρεώσεις του, μα και να δουλέψει παραπάνω του κανονικού, σκεπτόμενος, πέρα από τον εαυτόν του και τα παιδιά και τα εγγόνια του, αδιαφορώντας πως επαληθεύεται η φράση: ” Ο Γαλιανός δεν προλαβαίνει να ποθάνει”!!

Μα πως να προλάβει, που τα προβλήματα και οι δουλειές είναι μύριες;; 

Αφού για να προλάβει να ποθάνει, χρειάζεται χρόνος, που αυτόν το χρόνο, ο Γαλιανός, δεν τον διαθέτει ή δεν θέλει να τον διαθέσει, ενώ τον έχει διαθέσιμο, για όλα τα άλλα που τον απασχολούν!!

Υπάρχει όμως σ’ αυτή τη περίπτωση το πλεονέκτημα, που καθώς δουλεύει το σώμα, παράλληλα με το νου, ο οργανισμός παραμένει ζωντανός και δραστήριος και το μυαλό είναι σε υγιή κατάσταση και δεν παθαίνει άνοια, ενώ δεν προλαβαίνει να προβεί σε κακόβουλες σκέψεις, με απόρροια, η μηδενική εγκληματικότητα και τα μηδενικά ψυχολογικά προβλήματα.

Εν αντιθέσει με άλλους λαούς, καθώς μας αποδεικνύουν Παγκόσμιες Στατιστικές Μελέτες, λαοί που έχουν λύσει το πρόβλημα του βιοτικού επιπέδου και δεν τους απασχολούν τρέχοντα προβλήματα, έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά ψυχολογικών προβλημάτων και  αυτοκτονιών.

Σ’ αυτή τη περίπτωση, οι λαοί αυτοί αναρωτιούνται: 

”Ποιος είναι ο προορισμός τους στη Γη;;

”Γιατί ήρθαν σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, αφού τα ενδιαφέροντα τους είναι μηδαμινά”;;

Με αποτέλεσμα το μυαλό τους να ατονεί και να ”σκουριάζει” και όπως θα έλεγε ο λαός μας, ”Είντα περιμένεις από ένα σκουριασμένο μυαλό”;;

Σκέφτεται κανείς, πως ίσως ήταν καλύτερα, να είχαν και αυτοί, την πληθώρα των δικών μας προβλημάτων, για να απασχολούνται καθημερινά και να μην μένει στάσιμο το μυαλό τους και να λένε και αυτοί τα ίδια με τον Γαλιανό: 

”Δεν προλαβαίνω μρε κοπέλια να ποθάνω”!!

Οι Γαλιανοί   

Στο ντάλα του μεσημεριού,  

το τσίτσιρο τση μέρας, 

σιμώνει ο Χάρος μυστικά, 

στου χαρακιού το δέτη, 

κι από ‘κει στέκει, 

στα χωστά, 

τον κόσμο να ξαμώσει.

Ανάπλαγα στα μάθια ντου, 

χαλεπουριά, 

κορφές και κορφαλάκια. 

Και γύρου γύρου, 

ξομπλιαστά αστράφτανε, 

τα ασπρούγια στσι πεζούλες. 

Ασημοπράσινες ελιές, κι αμπέλια.

«Ήντα λοής…» 

‘ποκρίθηκεν ο Χάρος τ’ απατού ντου. 

«Ήντα λοής αζωντανοί, του χρόνου παραβγαίνουν, 

που δε τζι φτάνει ολημερίς ο μεσαρίτης κάμπος, 

κι αντίς να ξαποστάσουν τ’ αποβασίλεμα, 

δίδουν τση πέτρας σκαπεθιές, 

να φτέψουν τα παπούρια;»  

Βάνει λοιπόν τη χέρα ντου αντηλιά, 

θωρεί ‘πο κάτω, 

άσπρη θάλασσα τα ασβεστωμένα. 

Σπίθια, μπεντένια και αυλές,  

τσι στάβλους, 

τα δροσερά περβόλια… 

κι ως να τα ιδεί, 

ελιγώθηκε, 

κι ανοίγει το ντεφτέρι. 

Γαλιά το λέγαν το χωριό, 

περίσσα προκομμένο, 

κι ανεπιασμένο, 

με σόγια διαλεχτά. 

Πούθε να κάμει ο μαύρος την αρχή, 

και που να ξετελέψει; 

Χτυπά του ενός, 

δεν ήτονε, κιανείς στο σπίτι μέσα.  

Χτυπά του αλλού, 

καλοκαιριά, κι ελείπανε στον τρύγο. 

Χτυπά τση τρίτης φαμελιάς, 

ξωμέναν στα μποστάνια. 

Είδε κι απόειδε ο Χάροντας, 

στο καφενείο πχαίνει, 

απού ‘χε βρυσομάνα, 

κι ασκιανό παχύ, 

στη ρίζα του πλατάνου.

Ζερβά ξανοίγει και δεξά, 

να βρει ψυχές να πάρει… 

μα ήτονε οι πόρτες σφαλιχτές, 

κι εκακοφάνηκε ντου, 

ως είδε τα τραπέζα στο γωνιό 

και μαζωμένες τσι καρέκλες. 

Πρέπως η ώρα τό βάνε, 

τση μοίρας το γραμμένο, 

κι ήτυχε ετότες να περνά, 

σκυφτό ένα γεροντάκι, 

ήσερνε και τον γάιδαρο, 

ξωπίσω ντου, κοφίνια φορτωμένο.

«Ε γέροντα!» 

του σέρνει ο χάρος τη φωνή, 

κι ο γέρος εξιπάστει. 

«Σίμωσε!  

Σίμωσε απού χω να σου πω, 

μιαν έγνοια που με τρώει, 

κι ο νους μου εξεστράτησε, 

τον εμυαλό μου χάνω». 

«Θεόψυχα σου γέροντα, 

πε μου το για θα σκάσω, 

γιάντα ‘ναι το χωριό αδειανό, 

έρημα τα σοκάκια, 

κι όπου με βγάλει η στράτα μου 

αθρώπου δεν παντήχνω;»  

Σκύφτει στη βρύση ο καψερός, 

την κεφαλή ντου πλύνει, 

κι απής εποδροσέρεψε, 

στρέφει κι απολογά του. 

«Αφέντη Χάρε, 

τα ρωτάς, 

γερά γερά, 

να σου τα ξεδιαλύνω. 

Α θες να βρεις τσι Γαλιανούς, 

στον καφενέ μη στέκεις, 

να αχολογάς σερσέμικα, 

σαν του ξερού τζιτζίκου. 

Μελητακιά ‘ναι το χωριό, 

μελίσσι οι χωριανοί μου, 

κι αναπαημό δε βρίχνομε, 

στου καθισού τη σκόλη, 

μήδε ευκαιρούμε του καιρού, 

να μασε σιγοντάρει». 

«Σύρε λοιπόν τα πόδια σου, 

πριχού σε πάρει η νύχτα, 

να πιάσεις τσι δαμάκους… 

τα φτενοχώραφα, 

και τα σπαρτά λιβάδια. 

Και ταχυτέρου απής τσι βρεις, 

καθένα στη δουλειά ντου, 

ότινος είναι το γραφτό, 

να τονε ξεκουράσεις».  

«Και μην περμένεις επά δα, 

ως να βουτήξει ο ήλιος, 

για δεν κατέχει ο Γαλιανός, 

ήντα θα πει ξεστρίφνω». 

Είπε ντου ο γέρος, 

κι ήπηρε ξανά την ανηφόρα. 

Τονε ξανοίγει ο Χάροντας, 

καλά καλά που φεύγει, 

κι από πομένει σύξυλος, 

και τον σταυρό ντου κάνει. 

«Ε Θε μου», λέει. 

«Ε Θε μου απού ‘σαι στα ψηλά, 

και του καιρού αρμηνεύγεις, 

δεν ήτονε άλλοι, πλιά πραγοί, 

στον κόσμο να με πέψεις;»  

«Δεν του βολεί του Γαλιανού, 

με ετοσανά που κάνει, 

να βρει μιαν ώρα ξέκλεμα, 

μούδε για να ποθάνει».       

Σύνταξη κειμένου: Ντουϊντοφανούριος (Φ.Ε.Ζ.) – ποίηση: Νίκος ο Γαλιανός (Ν.Σ.Σ.).

Γαλιά-29-08-2021.

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook