Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο παλιός Κρητικός γάμος (μέρος Α’)

Δημοσιεύτηκε

στις

Για να επιχειρήσουμε να αναπτύξουμε ένα θέμα, που αφορά έναν παλιό γάμο στην Κρήτη, αυτό δεν είναι εύκολο, αφού από χωριό σε χωριό είχαμε μικροδιαφορές, ως αναφορά τα τοπικά έθιμα, αλλά και οι μαρτυρίες μας, από παλαιότερους που θυμούνται, διαφέρουν κι αυτές


Επίσης η σύγκρουση του πολύ παλιού, με το παλιό, και το λιγότερο παλιό, πάλι έρχεται σε σύγκρουση!

Το θέμα του κρητικού γάμου επειδή είναι μεγάλο, και θα γίνει η ολοκλήρωση σε 5 συνέχειες.
Τα περισσότερα παλιά έθιμα του γάμου στην Κρήτη, εγκαταλείφθηκαν σταδιακά, και κράτησαν μέχρι το1965,  και αυτά μονάχα σε λίγα ορεινά χωριά. Έκτοτε επεκράτησαν κάποια έθιμα κατά τόπους, τα οποία έχουν διατηρηθεί μεν μέχρι σήμερα, από τους ρομαντικούς εκείνων των παλιών καλών εποχών, όμως χωρίς την αυθεντικότητα και την ομορφιά που είχαν κάποτε.

Πριν δε ξεκινήσουμε μια φανταστική ιστορία, το πως γινόταν να φθάσουμε από το προξενιό έως το γάμο, θα πρέπει να πούμε, πως πολλοί γάμοι παλιά, ο νέος στην Κρήτη έκλεβε τη κοπελιά, και δεν ακολουθούσε τη φυσιολογική διαδρομή που θα αναφέρουμε παρακάτω!

Σε περίπτωση «κλοπής» της κοπελιάς, αλλά και στη περίπτωση που δεν είχε γαμπρός σπίτι, εκεί βέβαια είχαμε διαφοροποιήσεις στα όσα αναφέρουμε παρακάτω.

Χωρίς σπίτι ο γαμπρός, δεν πήγαινε πουθενά να ζητήσει γυναίκα, είτε μόνος είτε με μεσολαβητές, γιατί δεν θα του τη δίδανε!

Από τη πλευρά της γυναίκας θα λέγανε ειρωνικά για την περίπτωση αντίδρασης του γαμπρού, τη κλασική φράση:

«Γιατί? Τον πλήγωσε το κλειδί στο κόκκαλο?»

Ήταν η συνηθισμένη ειρωνική φράση τότε, να μην διαμαρτύρεται τάχα ο γαμπρός, και εννοούσαν για τον ενδιαφερόμενο, «χωρίς σπίτι που πάει?»

Τα κλειδιά βέβαια τότε των σπιτιών ήταν πολύ μεγάλα, και τα κρεμούσαν πράγματι στον κόκκαλο, δηλαδή κάπου στη μέση της ζώνης, και στο πλάι.

Αν πάλι την έκλεβε τη κοπέλα, και δεν υπήρχε και σπίτι, τότε υπήρχε σοβαρότατο πρόβλημα!

Δεν του δίδανε τίποτα τα πεθερικά του, και πολλές φορές και οι γονείς του.

Σε αυτές τις περιπτώσεις αναλάμβαναν κάποιοι χωριανοί!

Διάφοροι μεσάζοντες, θα φροντίσουν να τους βρουν ένα ακατοίκητο σπίτι στο χωριό, να μείνουν διό τρία χρόνια προσωρινά.

Πρέπει επίσης να πούμε, πως οι περισσότερες τότε σχέσεις ήταν πλατωνικές, και ο άνδρας που αγαπούσε μια κοπέλα, δεν την πείραζε, τη σεβόταν και απλά σχεδίαζε πως να το κάμει για να τη κάνει γυναίκα του μελλοντικά.

Ήταν οι εποχές που οι γυναίκες κοκκίνιζαν σαν έβλεπαν τον αγαπημένο τους κάπου, και διασταυρώνανε τα βλέμματά τους, αλλά ενίοτε και οι άνδρες!

 

Το προξενιό

Στις τοπικές κοινωνίες, συνήθως ο νέος ήταν αυτός που «μπόλιαζε», ξεχώριζε δηλαδή μια κοπέλα, και αν εκείνη με την προσωπικότητάς της, ή το χαραχτήρα της, τα χαρίσματά της, εντυπωσίαζε το νέο, και η μορφή της, του σημάδευε βαθειά τη καρδιά και το μυαλό, δεν έβλεπε άλλη καλύτερη λύση από να τη ζητήσει σε γάμο!

Μπορούσε βέβαια και ο ίδιος ο πατέρας, να πάει να μιλήσει για λογαριασμό του γιού του, στο πατέρα της κοπελιάς.

Eδω πρέπει να πούμε, πως ένας άνδρας, για να έχει το θάρρος να ζητήσει γυναίκα, έπρεπε απαραίτητα τα παλιά χρόνια, να διαθέτει τουλάχιστον όπως είπαμε δικό του σπίτι!

Αν για διαφόρους λόγους, δεν το διέθετε, τότε απλά, δεν … εδικαιούτο γυναίκα!

Πάση θυσία πάντως, έπρεπε να λυθεί το θέμα του σπιτιού!

Εφ’ όσον ο άνδρας είχε ξεπεράσει το πρόβλημα του σπιτιού , και για να χαίρεται λοιπόν και
τη κοπελιά σε όλη την υπόλοιπη ζωή του, έπρεπε «να βάλει μπροστά τη κατάσταση», και να το συζητήσει το θέμα με τον πατέρα του, για το πώς ακριβώς θα ενεργήσουν.

Να βρουν δηλαδή τον κατάλληλο άνθρωπο, και να πάει και να τη ζητήσει από τους γονέους της κοπέλας για λογαριασμό του.

Έτσι διάλεγαν έναν έμπειρο και πειστικό άνθρωπο, από το δικό τους περιβάλλον, να πάει στο σπίτι της κοπελιάς, και να τη ζητήσει επίσημα από το πατέρα της για λογαριασμό τους.

Έτσι λοιπόν, αφού έχει ενημερωθεί ο μεσολαβητής προξενητής, κάποια στιγμή θα επισκεφτεί το σπίτι της κοπελιάς, για τα περεταίρω.

Πολλές φορές ο ίδιος ο πατέρας του γαμπρού, έβρισκε θειάδες, μπαρμπάδες, ή άλλους συγγενείς της κοπελιάς και τους μίλαγε σχετικά.

«Εκείνηνέ μπρέ η κοπελιά μας αρέσει, εσύ ήντα λές»

Και έτσι έπαιρναν μια πρώτη γνώμη, και ανάλογα προχώραγαν ή όχι.

Το πιο συνηθισμένο πάντως ήταν, να στείλουν προξενητή στο σπίτι.

Φυσικά σαν θα πάει ο προξενητής στο σπίτι της κοπέλας, θα μπει μέσα πατώντας το κατώφλι της πόρτας πάντα με το δεξί πόδι, και πάντα από την κύρια είσοδο του σπιτιού!

Και αυτό για να έχει ελπίδες για αίσιο αποτέλεσμα!

Στο δε τέλος της συζήτησης, και ειδικά αν η συζήτηση έχει προς στιγμήν αισιόδοξο αποτέλεσμα, ο προξενητής θα ξαναβγεί από την ίδια πόρτα!

Και όλα αυτά φυσικά, για να μη χαλάσει το προξενιό!

Σε αυτές τις περιπτώσεις επίσης (λέει το έθιμο), ο προξενητής θα φορά ένα ρούχο ανάποδα, η θα φορά διαφορετικές κάλτσες, η παπούτσια, γιατί έτσι λένε, θα εδραιώσει, και θα στεριώσει το προξενιό του!

Σαν περάσει λοιπόν τη πόρτα στο σπίτι της κοπελιάς, θα προσπαθήσει να πει τη παραγγελιά του γαμπρού, με τον καλύτερο πειστικό τρόπο στον πατέρα της.

Θα εκθειάσει τα προσόντα του υποψήφιου γαμπρού, το χαραχτήρα του, τα περιουσιακά του στοιχεία (αν διαθέτει), και τη σιγουριά που θα πείσει τη κοπελιά, πως θα πρέπει να νοιώθει σιγουριά κοντά του, και θα ζήσει ευτυχισμένη, αφού της εξασφαλίζει πως στα χέρια του η νύφη θα περάσει καλά, και δε θα πεινάσει ποτέ!

Ο πατέρας της κοπελιάς, θα ακούσει τον προξενητή με ιδιαίτερη προσοχή και σοβαρότητα.

Θα παρακολουθεί λέξη προς λέξη τα λόγια του προξενητή, και θα προσπαθήσει , κυρίως αν ο γαμπρός είναι ξενοχωριανός, να αποσπάσει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για το γαμπρό, για την λεβεντιά του, για την οικογένεια του, αλλά και την οικονομική του κατάσταση της οικογενείας του.

Το πρώτο πράγμα που θα ρωτήσει ο πατέρας, θα είναι φυσικά αν έχει σπίτι! Μόνον αν έχει θα περάσουν στο επόμενο βήμα, αλλιώς το προξενιό τελειώνει εκεί!

Αν ένας επιδιώκει να βρει γυναίκα, χωρίς να διαθέτει σπίτι, ασφαλώς και δεν του τη δίδουν!

Συνήθως, σπάνια τα ξεκόβουν από τη πρώτη στιγμή, θα ειπωθούν καλά λόγια για το γαμπρό και την οικογένεια του, μαζί με τα χαιρετίσματα, και τη τελική απάντηση θα τη πάρουν μετά παρέλευση ολίγων ημερών, και αφού ζητήσουν να μάθουν τις απαιτήσεις του γαμπρού σε προίκα.

Πρώτα πρώτα ο πατέρας, θα πρέπει να συζητήσει το θέμα με τη κόρη του, και η κόρη θα ζητήσει να δει και εκείνη το γαμπρό!

Και αυτό γιατί κατά πως λένε, κανείς δεν παίρνει «γουρούνι στο σακί»! Δηλαδή «γουρούνι άθωρο», που δεν έχουν δει δηλαδή τη θωριά του!

Αφότου φύγει όμως ο προξενητής, ο πατέρας της κοπελιάς, με τη σειρά του, «θα βάλει αθρώπους» να ερευνήσουν «το ποιόν» του γαμπρού και της οικογένειάς του, και θα προσπαθήσει, να μάθει όσο γίνεται περισσότερες πληροφορίες από δω κι από κει για τον άνθρωπο που θα αναλάβει τη ζωή της κόρης του!

Θα ορίσουν ένα ραντεβού κάπου, η σε ένα ζαχαροπλαστείο, ή σε ένα σπίτι, να ειδωθούνε οι δυό νέοι, και να «τοπώσουν» καλά το γαμπρό, αν είναι άγνωστος στο χωριό.

Αν πατέρας και κόρη συμφωνήσουν τελικά στο πρώτο ναι, αφού οι πληροφορίες είναι καλές για το γαμπρό, θα του «μηνύσουν» (ειδοποιήσουν) και εκείνοι με τον ίδιο προξενητή, τον οποίο θα στέλνουν να πάει στου γαμπρού, με τη παραγγελιά, να έρθει ο συμπέθερος και να συζητήσουν τα περεταίρω, λέγοντας:

-«Πες τους πως τους τη δίδουμε»!

Αφού γίνει και αυτό, και επίσημα ή παρασκηνιακά, οριστεί τι προίκα θα δώσει ο πατέρας της κοπελιάς στο γαμπρό. Αφού συμφωνήσουν, τότε προχωρούν σε μια επίσημη συνάντηση, γιατί ο γαμπρός πρέπει να επισημοποιήσει τη κατάσταση, και να δώσουν αμφότεροι τα χέρια, και φυσικά να δώσουν λόγο!

Τις περισσότερες φορές πάντως στη Κρήτη, δεν δίδανε πολλά πράγματα στην αρχή, στο νέο ζευγάρι.

Συνήθως δίνανε ένα χωράφι για να το καλλιεργούνε, λίγες ελιές, ένα γαιδούρι, ή ένα μοσχάρι, ένα πρόβατο ή μια κατσίκα για να πίνουν το γάλα.

Με αυτή τη μαγιά έκαναν το ξεκίνημά τους, και αργότερα στη μοιρασιά έπαιρναν πάλι μερίδιο.

Το ζευγάρι έπρεπε και αυτό να είναι αυτοδημιούργητο, όπως και οι γονείς τους.

 

Το λογοδόσιμο

Από δω και πέρα, ξεκινάει το πλησίασμα των δυο οικογενειών, που συνήθως θα συνοδεύεται με το ανάλογο κρασοπότι και φαγοπότι!

Επάνω εκεί στα τραπεζώματα εκατέρωθεν και εκατέρωθεν, θα οριστεί και η ημερομηνία που θα τα τα ξεκόψουν, οριστικά, και να δοθεί ένα «σημάδι», δηλαδή «το πρώτο δαχτυλίδι», ή «το μπάσιμο» που λένε στο Μηλοπόταμο.

Η ημέρα που διαλέγουν για την συνάντηση για να τα ξεκόψουν, είναι συνήθως η Δευτέρα, γιατί τη Δευτέρα, τη θεωρούσαν παραγωγική μέρα.

Ποτέ όμως Τρίτη, γιατί αντίθετα η μέρα αυτή την είχαν για γρουσούζικη μέρα!

Μας έμεινε σε εμάς τους Ρωμνιούς, τώρα και πεντακόσια χρόνια, πως η Τρίτη είναι γρουσούζικη μέρα!

Τη Δευτέρα λοιπόν, από το πρωί ο πατέρας της νύφης ετοιμάζει φαγητά, να υποδεχτεί τους συμπεθέρους και όλους τους καλεσμένους.

Στο λογοδόσιμο, σε κάποια μέρη καθόριζαν παλιά και το προικοσύμφωνο, και καμιά φορά όριζαν αμέσως και την ημερομηνία των αρραβώνων!

Στην Κρήτη αυτό δεν ίσχυσε πολύ, γιατί εκ των πραγμάτων όπως είπαμε, δεν δίνανε πολλά πράγματα.

Εδώ βέβαια, αν ο γαμπρός ήταν ερωτευμένος με τη κοπέλα, ή την είχε κλέψει πριν, όπως το συνήθιζαν πολύ στη Κρήτη, τότε βέβαια ο γαμπρός, δεν είχε καμία απαίτηση, πέραν από τη κοπελιά, και ότι άλλο θέλανε να του δώσει ο πεθερός του από δικού του!

Ο μέλλον γαμπρός, όταν πάει για να τα ξεκόψουν, αν είναι επιφανής και θέλει να δείξει ντόρο, θα καλέσει αρκετούς συγγενείς και φίλους, να έρθουν για «να δώσουν λόγο», και να περάσουν «το πρώτο δαχτυλίδι».

Στο σπίτι λοιπόν της κοπέλας που έχουν μαζευτεί όλοι, κάποια στιγμή πριν το φαγητό, και αφού έχουν προηγηθεί από προηγούμενες συναντήσεις τα βασικά περί απαιτήσεων, βγάζει το δαχτυλίδι της, η μάνα του γαμπρού και το βάζει της κοπελιάς , και το ίδιο κάνει και ο πατέρας της κοπελιάς, και το βάζει του μέλλοντα γαμπρού!

Αγκαλιάζονται ασπάζονται μεταξύ τους, και εύχονται να είναι ευτυχισμένα τα παιδιά τους.

Αυτά βέβαια είναι προσωρινά τα δαχτυλίδια. Αργότερα που θα μπουν τα κανονικά στους επίσημους αρραβώνες, η θα επιστραφούν αν δεν τα θέλει το ζευγάρι, η πάλι θα τα κρατήσουν αν θέλουν.

Μπορεί τα δαχτυλίδια που πέρασαν να είναι παλιά, συμβολίζουν όμως ότι «εδώθη λόγος» που θα πρέπει να τηρηθεί εκατέρωθεν, και ο «λόγος» στην Κρήτη, έχει μεγάλο κύρος!

Στη πράξη το συμβολικό δαχτυλίδι θέλει να πει, πως ο νέος πράγματι έχει καλό σκοπό, και τους δίνει το λόγο του, πως θα φτάσει έως τα σκαλιά της εκκλησίας, και να στεφανωθεί τη κόρη τους!

Το ζευγάρι πλέον μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα μαζί δημόσια, χωρίς καμία κοινωνική κατακραυγή!

Λέγανε και τη φράση: να “κόψουνε τη κλωστή”, και εννοούσαν και πάλι το λογοδόσιμο.

Ποτέ όμως το ζευγάρι δεν ήταν ούτε λεφτό μόνο του! Πάντα τους συνόδευαν άνθρωποι από το περιβάλλον της κοπέλας.

Απαγορευόταν αυστηρά οι προγαμιαίες σχέσεις.

Στο χωριό πλέον όλοι λένε, πως «η τάδε επαντρεύτηκε με τον τάδε», και εννοούσαν το λογοδόσιμο τους!

Από αυτή τη στιγμή η κοπελιά ανήκει πλέον οριστικά στο νέο , και ο νέος στης κοπελιάς του, και κανείς δεν επιτρέπεται να ανακατευθεί αναμεταξύ τους!

Μετά από το τυπικό των δαχτυλιδιών, ακολουθούσε οπωσδήποτε φαγοπότι, για να ευχηθούν και με το καλό και στα στέφανα, επισφραγιστεί η χαρά όλων!

 

Προετοιμασίες για τον αρραβώνα

Στη συνέχεια θα κανονιστεί ποια μέρα τους ταιριάζει σε όλους (πάλι εκτός Τρίτης και Τετάρτης), να πάνε στη αγορά να κάνουν τα ψώνια, κυρίως ρούχα και χρυσαφικά.

Αν όριζαν ας πούμε Πέμπτη, από το πρωί θα κατέβαιναν όλοι στην πόλη, θα πάνε στο χρυσοχοείο, και θα αγοράσουν τα πρώτα χρυσαφικά.

Ο μεν πατέρας του γαμπρού στην υποψήφια νύφη του, θα της πάρει τις βέρες, βραχιόλια σκουλαρίκια κλπ, και ο πατέρας της κοπέλας στο γαμπρό, κυρίως ρολόι και ένα σταυρό.

Με δυό λόγια, ο πατέρας της κοπέλας θα «αποφανίσει το γαμπρό», και ο πατέρας του γαμπρού θα «αποφανίσει» την κοπελιά, που θα γίνει νύφη του, ανάλογα την οικονομική τους δυνατότητα.

Δώρα όμως αγοράζει το ζευγάρι, και για τα αδέρφια εκατέρωθεν, και για τα πεθερικά τους.

Αυτά μπορεί να είναι χρυσαφικά, ρούχα κλπ.

Δώρα επίσης σε ρούχα, κάνουν και οι συμπέθεροι μεταξύ τους, «έτσι για το καλό» , μια και όλοι θέλουν να ξεκινήσουν, με τις καλύτερες προθέσεις, για την ευτυχία των παιδιών!

Χρυσαφικά ρούχα και λοιπά, όλα τα υπόλοιπα, θα τα αγοραστούν και αργότερα, πριν τον επίσημο αρραβώνα.

Τώρα πλέον, δεν έμενε τίποτε άλλο, από το να οριστεί η «μέρα των αρραβώνων»!
Η μέρα αυτή ορίζεται πάλι από κοινού εν ευθέτω χρόνο, και που συνήθως είναι μέρα Κυριακή!

 

Ο επίσημος αρραβώνας

Ο αρραβώνας, από το ευραϊκό erabon, που σημαίνει ενέχυρο, λέξη που μας ήρθε από πολύ παλιά από τις εμπορικές συναλλαγές με τους Φοίνικες.

Η ακριβής ημέρα του αρραβώνα, είχε ήδη προσδιοριστεί από τις δυο οικογένειες, κατά πως τους βόλευε.

Μια βδομάδα όμως πριν την καθιερωμένη ημερομηνία, έχουν φροντίσει να ειδοποιήσουν όσους θα παρευρίσκονται στη τελετή του αρραβώνα.

Την ημέρα αυτή, ο πατέρας της υποψήφιας νύφης, θα έχει κάνει πάλι ετοιμασίες για να τιμήσει τους καλεσμένους του.

Πάλι ο γαμπρός αν είναι επιφανής, θα φέρει κάμποσους καλεσμένους, για να δώσει έμφαση και κύρος από την πλευρά του.

Θα έχουν αγοραστεί και τα υπόλοιπα χρυσαφικά εκατέρωθεν των πεθερικών, αλλά δώρα θα βάλουν στην αρραβωνιαστικιά και οι κοντινοί συγγενείς της, θείοι και θείες.

Παλιά αν η οικονομική κατάσταση δεν ήταν καλή, δεν έκαναν πολλά έξοδα στον αρραβώνα, και δε καλούσαν πολλούς.

Την ημέρα και ώρα που έχει οριστεί λοιπόν ο αρραβώνας, όλοι θα κατευθυνθούν προς το σπίτι της νύφης!

Από τη στιγμή που θα φθάσουν η οικογένεια του γαμπρού με τους καλεσμένους του, στο σπίτι της νύφης, θα ανταλλάξουν ευχές και φυσικά δεν θα λείπει και ο λυράρης με το λαουτιέρη , που δεν λείπουν από τις χαρές των παιδιών.

Ας μην ξεχνάμε πως ένα παιδί, από μικρό, όταν έδινε ή έκανε κάτι καλό σε κάποιον, έστω κι αν πρόσφερε ένα ποτήρι νερό πάντα του έλεγαν τη φράση:

«Στσι χαρές σου!»

Ε αυτές λοιπόν τις χαρές εννοούσαν, τα γλέντια στη παντρειά του.

Τα δώρα στον αρραβώνα

Τα πιο συνηθισμένα δώρα που αντάλλαζαν τότε στον αρραβώνα, ήταν, εκτός από τα λουλούδια που πρόσφερε ο μέλλον γαμπρός στη κοπέλα, ήταν να της κάνει δώρο, και ένα άσπρο μικρό κρητικό μαχαιράκι! Από τότε η κοπέλα θα το κρέμαγε στη ζώνη της.

Συνήθιζαν πολύ παλιά, κυρίως το 18 αιώνα, οι αρραβωνιασμένες κοπέλες, να φοράνε μια ειδική πάνινη ζώνη, που έφερνε διό στροφές γύρω από τη μέση της, και εκεί απάνω περνούσαν το κρητικό μαχαίρι του γαμπρού! Αυτό ήταν και το «σήμα κατατεθέν» πλέον, που σήμαινε ότι η κοπέλα είναι αρραβωνιασμένη!

Η δε κοπέλα συνήθως, έκανε δώρο στο νέο, ένα κρητικό κρουσάτο μαντήλι της κεφαλής, που το είχε πλέξει η ίδια!.

Στη συνέχεια για τον αρραβώνα παπάς, που ήταν κι αυτός στη συνοδεία του γαμπρού, σταματάει στη πόρτα του σπιτιού, του παραδίδει ο γαμπρός τα δαχτυλίδια, και στη συνέχει μπαίνοντας στο σπίτι, ξεκρεμά από τον τοίχο το εικόνισμα, και σε ένα τραπέζι στολισμένο με ένα συνήθως λευκό κεντητό τραπεζομάντηλο, τοποθετεί πάνω το εικόνισμα, τα κουφέτα σε ένα δίσκο, και τα λουλούδια στο βάζο, που θα στολίσουν το τραπέζι!

Θα γίνει το πρώτο κέρασμα, κυρίως με λικέρ, για να κάνουν τις πρώτες ευχές.

Θα υπογραφεί το προικοσύμφωνο και από τα δύο μέρη, αν και στη Κρήτη αυτό δεν ίσχυσε ιδιαίτερα, και ξεκινά ο παπάς τον αρραβώνα!

Θα σταυρώνει ο παπάς τα δαχτυλίδια, θα διαβάζει μια ευχή, και θα τα περάσει στα δάχτυλα των αρραβωνιασθέντων.

Ο παπάς θα φορέσει το ένα δαχτυλίδια στο δάχτυλο, τον αριστερό παράμεσο, του αριστερού χεριού την μέλλουσας νύφης, και αντίστοιχα στου γαμπρού!

Σε κάθε βέρα από μέσα, αναγράφεται το όνομα του κάθε ενός, και καμιά φορά η ημερομηνία τέλεσης του αρραβώνα.

Αν δεν υπάρχει παπάς, αυτό το κάνει ο πατέρας.

Σε άλλες περιπτώσεις που υπάρχει φτώχεια, όλο αυτό γίνεται σε στενό οικογενειακό κύκλο, μόνο με γονείς, αδέρφια, παππούδες γιαγιάδες, φίλοι κλπ.

Το στόλισμα της αρραβωνιαστικιάς με χρυσαφικά

Μετά το σταύρωμα των δαχτυλιδιών από τον παπά, και το πέρασμα των δαχτυλιδιών, ακολουθεί στη συνέχεια το στόλισμα της αρραβωνιαστικιάς!

Έπειτα βάζει στην αρραβωνιαστικιά χρυσαφικό ο πατέρας και η μητέρα του αρραβωνιαστικού, και στη συνέχεια τα αδέρφια του.

Στον αρραβωνιαστικό επίσης, θα βάλει η μητέρα της αρραβωνιαστικιάς ένα σταυρό, και ο πατέρας ένα χρυσό ρολόι.

Θα ακολουθήσουν να ανταλλάσουν δώρα , η μια οικογένεια προς την άλλη.

Δώρα θα βάλουν στη αρραβωνιστικιά και οι πρώτες θειάδες και θείοι της.

Φυσικά, μετά τη τελετή του αρραβώνα, θα στρωθεί γλέντι τρικούβερτο, που συνήθως δινόταν έξω στην αυλή, αν ήταν Καλοκαίρι, η σε μια μεγάλη αίθουσα, η στο σαλόνι του σπιτιού, αν ήταν Χειμώνας.

Φυσικά τις περισσότερες φορές στον αρραβώνα γίνεται γλέντι με λύρα και λαούτο, με χορό και τραγούδι, θα το πάνε μέχρι τα ξημερώματα, για να μείνει σε όλους η μέρα αυτή, μια όμορφη ανάμνηση , και σε αυτούς, αλλά και στο ζευγάρι!

Στη παρέα θα πούνε ευχές, ” και στο γάμο σας με το καλό”, “χαρές νάχετε”ν “καλά διάφορα”, ” να ζήσετε να σογεράσετε” κλπ.

Δεν θα λείπουν πάλι οι μαντινάδες, που σχετίζονται με τη βραδυά:
«Απόψε λάμπει ο ουρανός, φεγγάρι και τα’ αστέρια, απόψε αρραβωνιάζονται, διό άσπρα περιστέρια»

«Μια μαντινάδα θελ΄α πω, απάνω στο κεράσι, το αντρόινο που γίνηκε, να ζήσει να γεράσει»!

«Μα ηντά ναι δα και ετουτανά, ο ξένος με τη ξένη, να γίνονται δικολογιά, και φίλοι μπιστεμένοι»!

«Ποιος είναι ο προξενητής, απού να φάει μέλι, που ένωσε τον αητό, με τα΄ασπρο περιστέρι»!

Θα απαντήσει και ο προξενητής:

«Το αντρόινο που γίνηκε, είναι δικολογιά μου, Θεέ μου και να περνά καλά, να χαίρετ΄ η καρδιά μου».

(Στο επόμενο κεφάλαιο θα αναφερθούμε στα έθιμα που αφορούν στη συνέχεια για το γάμο)

Κείμενο – Φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *