Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο παλιός Κρητικός γάμος – (μέρος Ε’)

Δημοσιεύτηκε

στις

Το τελευταίο μέρος του “Παλιού Κρητικού γάμου” – Ξεσάκιασμα – Τα προικιά – Ζεύκι – Αντίγαμος


Το τραπέζι  της Δευτέρας

Το σίγουρο ήταν, πως  τη Δευτέρα, το ζευγάρι το έπαιρναν συγγενείς του γαμπρού από το πρωί,  καλώντας το από  σπίτι σε σπίτι oι διάφοροι  οι χωριανοί του και τους κερνούσαν, για να τους ευχηθούν «βίον ανθόσπαρτον», « καλούς απογόνους», και ενίοτε  τους έκαναν και τραπέζι, για να τους τιμήσουν.

Από σπίτι σε σπίτι, θα καταλήξουν  στο σπίτι του γαμπρού, όπου εκεί θα γίνει ένα τραπέζι για τους συγγενείς, που έμεναν στο χωριό φιλοξενούμενοι, και είχαν φέρει και κανίσκι.

Τα ίδια γινόταν επίσης και στο σπίτι της νύφης. Επειδή πολλοί  και εκεί οι συγγενείς της νύφης που πήγαν κανίσκια, «εξώμεναν» κιόλας σε κάποια σπίτια συγγενών τους, οπότε και εκεί  θα πρέπει να τους κάνουν ένα τραπέζι.

Αν αυτό το τραπέζι, γίνεται έξω, μπορεί να ονομαστεί και «ζεύκι», και ισχύει  και για τις δύο οικογένειες,

Στο ζεύκι λοιπόν  της Δευτέρας, οι συγγενείς και φίλοι που θα μαζευτούν, και στις δύο οικογένειες, θα φάνε το κρέας που περίσσεψε από χθες στο γάμο,  και ενώ τρώνε και πίνουν, θα δίνουν και εκεί ευχές στο νιόπαντρο ζευγάρι.

 

Δευτέρα  ξεσακιάζανε τα προικιά

Τη Δευτέρα  ήταν και η μέρα που είχαμε  και το «ξεσάκιασμα της προίκας», και «το στρώσιμο του κρεβατιού». Φθάνοντας  οι  άνθρωποι του γαμπρού την Παρασκευή, με τα προικιά της νύφης, όπως είχαμε αναφέρει, θα τα αφήσουν όλα στο σπίτι του γαμπρού. Συνήθως τη Δευτέρα, θα μαζευτούν πάλι φίλοι και συγγενείς ξανά  στο σπίτι του γαμπρού, για να «ξεσακιάσουν  τα προικιά» της νύφης!

Το «ξεσάκιασμα» γινόταν πάντα με συνοδεία λύρας και λαούτου, και με πολλές  ειδικές για τη περίσταση μαντινάδες!

Ανάλογα  τη ποσότητα, τη ποιότητα και τη ταχτοποίηση των προικιών, λέγεται ότι καταλάβαιναν και το πόσο προκομμένη  νοικοκυρά και αρχόντισσα ήταν η νύφη ή όχι!

Πολλοί καλεσμένοι θα μαζευτούν σιγά σιγά στο σπίτι του γαμπρού, και η νύφη ως «επίσημη οικοδέσποινα» πλέον, θα κερνάει όλους τους καλεσμένους  μαζί με το γαμπρό,  ο οποίος κρατάει το μπουκάλι, και η ίδια κρατάει  το δίσκο θα σερβίρει  λικέρ,  με  ξηρούς καρπούς που είχε τοποθετήσει η μάνα της νύφης, στον πάτο στα σακιά, τη μέρα που τα σάκιαζαν.
Κερνάνε το κάθε καλεσμένο, και όλοι εύχονται «βίον ανθόσπαρτον»!.

Στη συνέχεια «έστρωναν το κρεβάτι» του ζευγαριού με ξομπλιαστά καλύμματα και λουλούδια. Το στρώμα ήταν φτιαχτό με μαστοριά, παραγεμισμένο  με μαλλί προβάτου, ή με μαλακά αποξηραμένα φυτά όπως αντωναίδα, που τη λέγανε και λαγοκοιμιθιά, επειδή σαν μαλακό φυτό, εκείνο διάλεγε ο λαγός να κάνει τη φωλιά του!

Κόβανε σακιά, τα οποία ήταν υφασμένα στον αργαλειό, σαν αυτά που βάζανε και τα προικιά, τα ράβανε μεταξύ τους, και κάνανε το κάλυμμα  τους στρώματος, το οποίο και γεμίζανε. Όσον αφορά τα νυφιάτικα μαξιλάρια, πριν το γάμο, φίλες της νύφης είχαν ξεχυθεί στην εξοχή όπου υπήρχαν ειδικοί  θάμνοι που λέγονται αλιματσές, και έκοβαν τα μαλακά άνθη του θάμνου αυτού, αν ήταν Άνοιξη  η Καλοκαίρι.

Με αυτά τα μαλακά σαν βαμβάκι άνθη, παραγέμιζαν τα μαξιλάρια του ζευγαριού, και σήμερα τα μαξιλάρια αυτά, θα ντυθούν με ωραίες κεντητές μαξιλαροθήκες, από τα προικιά της νύφης, και θα στολίσουν το κρεβάτι!
Βέβαια τα μαξιλάρια θα μπορούσαν κάλλιστα να γεμιστούν και με πούπουλα κότας, τα οποία μάζευαν όλο το χρόνο.

 

Ο «παστός» και τα «παστικά»!

Σιγά σιγά αρχίζουν και ξεσακιάζουν ένα ένα  τα προικιά, και τα στοιβάζουν σε ένα σωρό, και τον σωρό αυτό, τον έλεγαν «παστό»! Δηλαδή «στήνανε τον παστό»!

Το σωρό τον στοιβάζανε συνήθως στο πάτωμα, αφού έστρωναν κάτω μια σεντόνα, ή ακόμα και πάνω στο κρεβάτι, αν ήταν λίγα.

Παράλληλα, εν όσο έβγαζαν ένα ένα τα προικιά,  καλλίφωνες γυναίκες,  ή οργανοπαίχτες, ή όποιοι θέλανε, λέγανε τραγουδιστά μαντινάδες,  που είχε σχέση με το κάθε ρούχο που έβγαινε από το σακί ,και  στη συνέχεια το τοποθετούσαν  στον παστό!

Έτσι στηνόταν σιγά σιγά ο παστός. Αν η νύφη ήταν από νοικοκυρόσπιτο, μπορούσε να έχει πολλά σακιά προικιά, πέντε έξη κλπ, αν ήταν φτωχή, θα είχε ίσως λιγότερα, δύο ή τρία σακιά μονάχα.

Οι μαντινάδες αυτές, που λεγόταν ενώ στηνόταν ο παστός, έχουν μείνει με την ονομασία «παστικά της νύφης»!!

Ο σωρός αυτός που τα στοιβάζουν, εκτός από «παστός», παλιά λεγόταν και  «γιούκο»! (τουρκ)

Μαντινάδες σχετικές με τα παστικά:

 «Ένα ν΄ανέφαλο περνά από τον Αη Γιάννη, κι ας είναι καλορίζικο τση νύφης το γιοργάνι»!

«Ένα ν΄ ανέφαλο περνά βαστά νερό και χιόνι, κι ας είναι καλορίζικοτης νύφης το σεντόνι

Ένα ν΄ανέφαλο περνά κι απο τον Αη Αντώνη, κι ας είναι καλορίζικο τση νύφης το σεντόνι!

Ένα ανέφαλο περνά. Βαστά νερό και στούπα, και ας είναι καλορίζικη, της νύφης μας η προύκα!

Οσες φορές εγέμιζε το κάρτο στο πιθάρι, να γίνουν τούτα τα προικιά που ‘χουν μεγάλη χάρη!

Νύφη μου κερα νύφη μου το πρώτο ζυμωτό σου, ζάχαρη να ‘ν η ζύμη σου
και κάδιο το νερό σου!

Χέργια και πόδια να φιλάς, νύφη μου του μπαμπά σου, που ‘κείνος σε βοήθησε
να φτιάξεις τα προικιά σου!

Ας είναι καλορίζικα και καλοξεσκισμένα, τούτα τα όμορφα προικιά, τα καλοκεντημένα»!

Είναι πολλές οι μαντινάδες με τα παστικά που έλεγαν τότε, σχεδόν μια σε κάθε ρούχο!

Μάλιστα όσο πέρναγε η ώρα, άρχιζαν και έλεγαν και διάφορες σατυρικές, για  να πειράξουν κυρίως  τη νύφη!

Οι περισσότερες δε, ήταν αυτοσχέδιες, δηλαδή  της στιγμής, αλλά υπήρχαν και οι κλασικές στο είδος αυτό, όπως:

«Νύφη μου κερά νύφη μου, καρύδι το νε κάμε, στρώσε το στρώμα σου καλά, να μη σε θέσει χάμαι!»

«Αφορδακός στο ποταμό, φωνιάζει τράκα τράκα, κι ας είναι καλορίζικη, τση νύφης μας η βράκα!»

«Νύφη μου κερά νύφη μου, το πρώτο ζυμωτό σου, ζάχαρη να΄ναι η ζύμησου, νερό  το κατρουλιό σου!».

Στο τέλος, αφού είχαν βγει πλέον  όλα τα προικιά, έβαζαν ένα μικρό  αγόρι, να  τα σκορπίσει, και επάνω εκεί, να κάνει μια» κολοτούμπα»!  Το αγόρι αυτό ,το θεωρούσαν  γούρι, για «να τους βγει αρσενικό το πρώτο τους κοπέλι» !

Βέβαια  στη συνέχεια, και άλλα παιδιά ζήλευαν, και  πήγαιναν και εκείνα  για τούμπες  πάνω στο παστό με τα προικιά, καθ ότι το περνάγανε αυτό για αστείο!

Δεν ήταν όμως και λίγες οι φορές που έκαναν τούμπες και οι μεγάλοι όταν είχαν ήδη πιεί κάμποσα ποτά και είχαν μεθύσει

Επειδή  λοιπόν θα έχουν μαζευτεί πολλοί καλεσμένοι στο ξεσάκιασμα των προικιών, στο τέλος θα επακολουθήσει φαγοπότι στο σπίτι του γαμπρού, που θα αποτελείται από συγγενείς και φίλους.

Σε αυτό το γλέντι όπου θα φάνε πάλι οι συγγενείς ότι κυρίως  φαγητά  περίσσεψαν από χθες στο γάμο.

 

Η τελευταία μαντινάδα του παστού


Μετά από τόσες μαντινάδες, με παινέματα  για τα προικιά της νύφης, τότε αργά το ίδιο βράδυ της Δευτέρας, μια παλιά μαντιναδολόισα, θα πει και κάποιες  τελευταίες μαντινάδες σαν επίλογο:

«Χαρώτα όμορφα προικιά, και μοσχομυρωμένα
τάξε πως δε τως άγγιξε, βελόνα ούτε χέρα

Εβγάλαμέ ντα τα προικιά, τω χριστιανώ  τ’ αντέτι (συνήθειο)
του χρόνου σαν  ε σήμερο, να ‘ρθούνε κι οι συντέκνοι»

Και θα κλείσει οριστικά το σκοινικό, με την τελευταία μαντινάδα στα προικιά, ως εξής:

«Εβγάλαμέ ντα τα προικιά, και κάμαμε σείρι
Απόψε η νύφη και ο γαμπρός, δεν θέλει μουσαφίρη!»

Σημαίνει λοιπόν η τελευταία αυτή μαντινάδα, πως  «δίνεται το σύνθημα», να πάνε όλοι στα σπίτια τους, και να αφήσουν ήσυχο το ζευγάρι, και «να μην το ενοχλήσει κιανείς  αποπαέ κ’ ύστερα»!

Δευτέρα λοιπόν,  όλη τη βραδιά το ζευγάρι θα βρεθεί για πρώτη φορά μόνο του, γιατί όλο το διάστημα μέχρι τότε, δεν επιτρεπότανε, ούτε  κατά διάνοια, πλησιάσματα ούτε αγγίγματα μεταξύ τους, τουλάχιστον μέχρι τη στεφάνωση!

 

Την Τρίτη το «σιχτίρ πιλάφι»!

Το φαγοπότι θα συνεχιστεί και την Τρίτη, όχι πια με όργανα, αλλά με τους  πολύ στενούς πλέον συγγενείς, κουμπάρους πεθερικά κλπ, για να φάνε το  βραστό με ρύζι,   το
«γαμοπίλαφο»  και να πιούνε κρασί.

Το πιλάφι αυτό θα ονομαστεί «σιχτίρ πιλάφι», γιατί η οικογένεια του γαμπρού έχει πλέον απηυδήσει  από τη κούραση και τα πολλά ξενύχτια τα του γάμου, και υπάρχει ανάγκη να ξεκουραστούν όλοι!

Αυτό βέβαια το καταλάβαιναν όλοι και το συμμεριζόταν.

Στο βραστό ζουμί που είχε απομείνει, έριχναν ρύζι, αλλά οι πιο φτωχές οικογένειες, επειδή ήταν το ρύζι ακριβό, έριχναν ελάχιστο ρύζι, ή καθόλου, και συμπλήρωναν με ρεβίθια!

Άλλες φορές πάλι στο καζάνι με το ζουμί από το βραστό, έριχνα ψιλοκομμένο κρέας, και σέρβιραν τα πιάτα στους καλεσμένους συγγενείς και φίλους.

Πολύ παλιά  όμως, το «σιχτίρ πιλάφι», το έκαναν με κομμάτια κοιλιάς ζώου (πατσά) σε μικρά κομμάτια, και την έκαναν «γιαχνί με ροβίθια», ή γιαχνί με πατάτες, ή γιαχνί με πληγούρι, και αυτό με το πληγούρι  το λέγανε και  «μπουργούτ», δηλαδή πιλάφι με χόνδρο (στάρι χονδροαλεσμένο).

Πρέπει δε να αναφέρουμε εδώ, πως επειδή το φαγητό αυτό με τη κοιλιά γιαχνί  και ροβίθια, ή όπως και αν συνοδευόταν, ήταν ιδιαίτερα αρεστό στους παλιούς κρητικούς!

Έτσι, αν ήταν ιδιαίτερα  φτωχή η οικογένεια, ακόμα και το κύριο  τραπέζι  του γάμου είχαν αυτό το φαγητό, δηλαδή  κοιλιά γιαχνί με ρεβίθια, που ούτως ή άλλως πάντα άρεσε σε όλους!

Ούτως ή άλλως το φαγητό αυτό η κοιλιά γιαχνί με ροβίθια, άρεσε σε όλους, και αυτό το μαρτυρούν όσοι έζησαν τότε, και ζουν  και σήμερα, για να μας λένε τα διάφορα αυτά  έθιμα του παλιού γάμου.

 

Τη Τετάρτη οι …φαγάδες και οι μπεκρήδες!

Αν και από τη Δευτέρα ο πολύς κόσμος αραιώνει σταδιακά, την Τρίτη έχουν απομείνει οι στενοί  μόνο συγγενείς.

Ωστόσο και την Τετάρτη «θα κουβαληθούν» οι πιο φαγάδες, μεγαλογλεντζέδες, μεγαλοπιοτήδες  και μπεκρήδες της παρέας!

Όλοι αυτοί  θα πάνε ακάλεστοι, γιατί απλά αγαπάνε το φαί το πιοτό και τη παρέα!

Είναι εκείνοι που δε κοιμόνται δύο και τρία μερόνυχτα  τώρα, γιατί βρήκαν τη χαρά τους!

Αυτό βέβαια εκείνοι το θεωρούσαν σαν παλικαριά!

Αυτά τα «ξινολάινα» του χωριού και του σογιού, θα είναι παρόντες όλοι εκεί και τη Τετάρτη, γιατί τσάμπα φαί και κρασί θα βρούνε, και σε καμία περίπτωση, δεν θα ήθελαν  να χάσουν την ευκαιρία να το γλεντήσουν ακόμα λίγο!

Τους μουσαφίρηδες της Τετάρτης, τους λέγανε και «γλινέδες», γιατί ήταν συνήθως και ακάλεστοι, αλλά και φορτικοί. Τους λέγανε και «γρουσούζηδες», γιατί έπιναν σα γουρούνια, και συνήθως οι άνθρωποι αυτοί, δεν είχαν ιδιαίτερη λεπτότητα!

Βέβαια, από τη Τετάρτη πριν το γάμο, μέχρι την άλλη Τετάρτη, που κρατούσε ο γάμος,  ποτέ δεν έτρωγαν το ίδιο φαγητό, εκτός της Δευτέρας που   έτρωγαν ότι κρέας περίσσευε  τη Κυριακή

Οι μάγειροι φρόντιζαν το κρέας να το ψήνουν με διαφορετικό τρόπο  κάθε μέρα.

Τη μια το έκαναν βραστό, την άλλη στο φούρνο με πατάτες, την άλλη ψητό στις κλιματόβεργες συνοδευόμενο με πατάτες τηγανητές στο λάδι, αλλά όχι στο τηγάνι, αλλά μέσα στο καζάνι. Την άλλη  το έκαναν βραστό με  γαμοπίλαφο κλπ.

Και αυτά τα διαφορετικά μαγειρέματα, για να μην μπουχτίζουν το ίδιο φαί συνέχεια!

Είχαν φροντίσει οι κελάρηδες  και οι μαγείρισσες για αυτά τα πράγματα , και οι οποίοι φυσικά, φεύγανε τελευταίοι από το γάμο!

Τη Τετάρτη συνήθως, «σκόλαγε ο γάμος» οριστικά!

 

Ο αντίγαμος «από οχτώ σε οχτώ»!

Το τραπέζι βέβαια θα επαναληφθεί  και «μετά από οχτώ», μια βδομάδα δηλαδή,  σε στενούς πάλι συγγενείς, και λέγεται  «αντίγαμος».

Σε κάποιες περιπτώσεις αντίγαμος γίνεται  «από οκτώ  σε οχτώ», πάντα μέρα   Κυριακή, και  ανάλογα τα κέφια τους, φυσικά σε στενό οικογενειακό κύκλο!

Τα ίδια γινόταν όχι μόνο στο σπίτι του γαμπρού, αλλά και στο σπίτι του πεθερού του, ή εναλλάξ, τη μια Κυριακή στου γαμπρού, και την άλλη στου πεθερού του..
Θα κάνουν ένα τραπέζι σε συμπαθεριά, κουμπάρους, αδέρφια, ανάλογα.

Φυσικά τραπέζι, θα επαναληφθεί και άλλες φορές κατά τη διάρκεια του έτους, ανάμεσα σε κουμπάρους και συμπεθεριά.

Για να καταλήξουμε στη γνωστή  παροιμία,  που πολύ σοφά  λέει ο λαός μας:

«Συμπεθέροι  και συντέκνοι, ότι φαν’ το πρώτο χρόνο»!

 

Μετά και τον αντίγαμο

Στη συνέχεια, το ζευγάρι  πλέον βρίσκει τους ρυθμούς του, ζει και κοιμάται και ενεργεί μόνο του, απολαμβάνει τον έρωτά του, αλλά όμως  αναλαμβάνει και τη τύχη του στα χέρια του!

Όλο το πρώτο καιρό, και σχεδόν όλο το χρόνο, το ζευγάρι δεν θα κάνει σχεδόν τίποτα, από το να χαίρεται τον έρωτά τους! Πέρα βέβαια από κάποιες  βασικές εργασίες.

Για αυτό,  ο λαός της Κρήτης, λέει τη φράση :

«Το πρώτο χρόνο του γάμου, μουδέ  γατί, μουδέ σκυλί, μουδέ γαστρί!»

Θέλει να πει ο  λαός της Κρήτης, ότι πρέπει το ζευγάρι, να ασχοληθεί μονάχα με το να εξυπηρετεί και να φροντίζει ο ένας τον άλλο, και να απέχει από πολλές δουλειές, και  πολλές πολλές ασχολίες!

Έτσι δεν ήταν δεοντολογικά σωστό, τον πρώτο χρόνο του γάμου τους, να έχουν στο σπίτι τους και να φροντίζουν σκυλί,  γάτα, ακόμα και λουλούδια!

Όλη αυτή την επιπλέον φροντίδα και δυναμική, θα  πρέπει να την αφιερώσουν αποκλειστικά στον σύντροφό τους!

Όλα αυτά, σκυλιά, γατιά, λουλούδια κλπ  ναι, αλλά από τον επόμενο χρόνο!

Όμως, δεν ήταν τυχαίο που το ζευγάρι ήταν «αργόσχολο», και  τον πρώτο χρόνο, δεν είχαν να ασχοληθούν με πολλά  πράγματα!  Γιατί  πραχτικά, δεν είχαν και τίποτα να κάνουν!

Ζώα δεν είχαν, χωράφια δεν είχαν, άρα ούτε και δουλειές!

Στη καλύτερη περίπτωση, να τους έδιδαν εκεί μια κατσίκα, ένα γαϊδουράκι,  ένα χωραφάκι να το καλλιεργούν, με διό τρείς ελιές, και στην επόμενη μοιρασιά, μετά από κάποια χρόνια, να συμμετάσχουν πάλι και εκείνοι στα περιουσιακά!

‘Όπως και να ’χει το πράγμα,  οι γάμοι τότε είχαν μια απλότητα και μια  ιδιαίτερη ομορφιά!

Τα περισσότερα ζευγάρια, αν και ξεκίναγαν φτωχικά, πολλές φορές και μέσα από προξενιό, εν τούτοις πρόκοβαν και μεγαλουργούσαν, λόγω του πείσματος, της εργατικότητας, και της προοδευτικότητας  που διέκρινε πάντα ένα κρητικό!

Και πέραν όλων αυτών, κανένα ζευγάρι δεν χώριζε, αγαπούσαν ο ένας τον άλλο, στήριζαν  πιστά ο ένας τον άλλο, ήταν δίπλα στο πόνο και στη χαρά του άλλου, μέχρι και τη τελευταία τους πνοή!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Ευχαριστώ για άλλη μια φορά τους: Μαραγκάκη Μύρωνα,  Νικολιδάκη Κατερίνα,  Στιβαχτάκη Ευστάθιο (Σωμαροστάθη),  και Βασιλεία Μαρκάκη, για την πολύτιμη βοήθειά τους.

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Βοήθεια κατσαρίδα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη ζωή μας ας σατιρίζουμε κάποια περιστατικά! Ας μάθουμε ακόμη και να αυτοσαρκαζόμαστε!


Σαν τι να είναι το «θεριό» μαμούνα ή κατσαρίδα;
και στην κουζίνα(ηλεκτρική) να βρεθεί, ποτέ μου δεν το είδα!
Το φούρνο χθες, σαν άνοιγε, για τα ταψιά να βγάλει,
φωνή η συμβία έβγαλε και μάλιστα μεγάλη!
Τρόμαξε από τη θωριά, παράξενο της ’φάνη
και στην κουζίνα εφώναξε, να τρέξω μάνι-μάνι!
Σε μια γωνία ενός ταψιού μού έδειξε με τρόμο
και το συνόδευε φωνή, π’ ακούστηκ’ απ’ το δρόμο!
Γρήγορα, σκότωσέ τηνε, για να μη μας ξεφύγει
κι από μακριά σταμάτησε και με καλοξανοίγει!
Μου φάνηκε παράξενο, καθόλου δεν κουνούσε,
αν κατσαρίδα ήτανε, θα ’φευγε, θα γλακούσε!
Κι ύστερα ήτανε μικρό, όπως καλά το είδα,
κι ακόμη πιο σκουρόχρωμο, για να ’ναι κατσαρίδα!
Με ένα χαρτομάντιλο στο χέρι πλησιάζω,
κατσά-κατσά κι αθόρυβα πολύ σφικτά αρπάζω!
Αφού τη σφίγγω αρκετά και το χαρτί ανοίγω,
με έκπληξη τι έπιασα προσεκτικά ξανοίγω(κοιτάζω)!
Ένα φιστίκι ήτανε πολύ ξεροψημένο
από προχθές μ’ άλλα πολλά ήτανε φουρνισμένο!
Από του φούρνου την πυρά ήταν πολύ ψημένο,
καβρομαμούνας έμοιαζε ως ήταν μαυρισμένο!
Ετέλειωσε η επέμβαση σας λέω, βρε κοπέλια,
που είχε αποτέλεσμα να σκάσουμε στα γέλια!!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΥΓ. α) Φιστικόψιχα ωμή χωρίς αλάτι συνηθίζουμε να τη φουρνίζουμε στο σπίτι πριν τα φάμε.
β) β΄ και γ΄φωτογραφία το μαυρισμένο φιστίκι αμπούμπουρα (μπρούμυτα) και ανάσκελα (ύπτια)!!
γ) μαμούνα ή καβρομαμούνα= έντομο μαύρο που μοιάζει με την κατσαρίδα.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το πρώτο μας ράδιο ήταν η χαρά όλης της οικογένειας!

Δημοσιεύτηκε

στις

Ήμαστε στο 1963, και επιτέλους κάποιες εταιρίες κυκλοφόρησαν και στην Ελλάδα τα ”κοκάλινα” ράδια, σε διάφορα μεγέθη, που ήταν μοντέλα για οικιακή χρήση!


Δεν ήθελαν ηλεκτρικό ρεύμα από τη ΔΕΗ, αφού είχαν “στήλες” παταρίες δηλαδή, μάλιστα μεγάλες, και έτσι το έπαιρνες παντού! Και το δικό μας ράδιο μάρκας Philips, ήταν ισχυρό, με 8 τρανσίστορ! Έπαιρνε 6 στήλες, και για αυτό ήταν αρκετά δυνατο και ισχυρο!

Το συγκεκριμμένο ράδιο μας σώζεται ακόμα σε πολύ καλή κατάσταση, και φυσικά παίζει ακόμα! Το είχαμε μαζί μας και τα καλοκαίρια στην εξοχή και ακούγαμε τραγούδια , ειδήσεις, αλλά και κάποιες εκπομπές σε συνέχειες, όπως το ”Πικρη μικρη μου αγαπη”, ”Το σπιτι των ανεμων” κλπ. Μας έκανε εντύπωση που μας λεγανε από το απεναντιχωριό που ξωμέναμε, το Μονόχωρο, πως εμείς επαέ δεν χρειαζόμαστε ράδια! Το ράδιο σας το γρηκούμε και εμείς ”καμπανα” από παδά, σαν να το χουμε έπαέ, και ακούμε και μείς τραγούδια, αλλά και παρακολουθούμε και μείς απόπαδέ τις ειδήσεις!

Αυτό το ράδιο κι αν σώζεται ακόμα κι αν παίζει, δεν έχει την ίδια αίγλη όπως είχε κάποτε! Έχει μονάχα συναισθηματική αξία. Τότε τα ραδιόφωνα ήταν πανάκριβα, και το ποσόν της αξίας τους, δεν ηταν προσητό για τον κάθε ένα, αφού κόστιζε 1500 δρχ, και το λάδι είχε μίλις 20 δρχ το κιλό! Μεγάλη η χαρά μου τότε να το εχω δίπλα μου, διάλεγα ένα απο τους τρείς τέσερεις σταθμούς για να ακούσω ότι ήθελα! Τραγούδαγα μαζί του τα τραγούδια που έπαιζε, και ένοιωθα ευτυχής! Ο ραδιοφωνικός σταθμός Ηρακλείου, Χανίων, το ενόπλων, της Θεσσαλονίκης και της Φωκίδας ήταν οι βασικότεροι,

Η Φωκλιδα μάλιστα έπαιζε και τα επεισόδια του Καραγκιόζη, η σπουδαιότερη ψυχαγωγία της εποχής, μετά το θέατρο της Δευτέρας! Κάθε βράδυ όλοι ήταν στημένοι γύρω από το ράδιο! Ο πατέρας έμπαινε μέσα στο σπίτι με το ράδιο που το τοποθετούσε με προσοχή επάνω σε μία καρέκλα ή στο τραπέζι!

Ο πατέρας επίσης έφερνε το ντενεκάκι που ειχε χώμα μέσα, και το ηλεκτρόδιο με καλώδιο ευκαμπτο που γείωνετο ράδιο με το ηλεκρόδιο που ήταν μέσα στο ντενεκάκι! Με ειδικό βύσμα στην άκρη, το λεγόμενο “βίσμα μανάνας”, εμπαινε στη κάτω τρύπα, που είχε το σύμβολο της γειώσεως. Στην πάνω τρύπα που είχε το σύμβολο της αντένας, έμπαινε το βίσμα μπανάνας της κεραίας που ήταν στην ταράτσα!

Στην ταράτσα υπήρχε εύκαμπτο γυμνό καλώδιο μάκρους 10 μέτρων, σε ύψος δύο μέτρων. Ήταν πολύκλονο σύρμα με 2 μονωτήρες στα δύο άκρα του, και μετά τους μονωτήρες πάλι καλώδιο ή γερό σύρμα, για να στηρίζεται σε δύο στύλους. Από τον πρώτο μονωτήρα κατέβαινε μονωμένη κάθοδος και έμπαινε όπως είπαμε στην ειδική εισοδο της κεραίας του ράδιου! Έτσι η κεραία αλλά και η γείωση, έδιναν ισχυρό σήμα, για να πιάνει και τους πιό μακρινούς σταθμούς στα μεσαία κύματα! Αν δυσκολευόταν να πιάσει ο πατέρας κάποιο μακρυνό σταθμό, μας έλεγε μέρα παρά μέρα, να φέρνουμε σε ένα ποτήρι νερό, να ποτίζουμε το χώμα στο ντενεκάκι που ήταν η κάθοδος. και έτσι η ένταση και το σήμα του σταθμού κάπως δυνάμωνε λίγο περισσότερο!

Το ράδιο αυτό, μπορεί να έπιανε μονάχα μεσαία κύματα ( Medial Waves MW), αλλά η ποιότητα του ηταν εξαιρετική! Το ίδιο ράδιο το είχε αγοράσει πρώτος ο παππούς μου στη Φανερωμένη, κι αφού άρεσε σε όλους, μετά αγοράσαμε ένα ίδιο και εμείς! Στη συνέχεια το ίδο μοντέλο αγόρασε και ο θείος μου ο Παπαγιώργης και…πάει λεγοντας!
Όλοι, θυμάμαι, παραξενευτήκανε με το ράδιο, ειδικά τα παιδιά, τα οποία ρωτούσαν τους μεγάλους, ” Μα πως γίνεται και ακούγεται φωνή αθρώπου απο ενα κουτ”?

Οι δε μεγάλοι τους απαντούσανε κοροϊδευτικά: ”Μεσα στο κουτί κρύβεται ένας άνθρωπος και μας μιλάει!” Μεγάλος πονοκέφαλος για τα παιδιά, το πως γίνεται αυτό το μέγα θαύμα!
Εγω δε σαν φύση περίεργη, το άνοιγα απο πίσω, ξεβιδόνωντας μιά βίδα, το μύριζα μέσα , και ήταν σαν να μεταφερόμουν σε μυστήριους τόπους! Η πλακεέτα είχε ένα περίεργο άρωμα ανάμεσα βακελίτη , και το λούστρο της πλακέτας! Μελετούσα την πλακέτα απ’ άκρη σε άκρη, μπας και βγάλω τίποτα συμπεράσματα, μα άκρη δεν εβγαζα! Η περιέργεια με έκανε αργότερα να αγοράσω βιβλία ραδιοτεχνίας, και έτσι κατάλαβα λεπτομερώς, πως γίνεται η μετάδωση και η λήψη ραδιοφωνικών εκπομπών!

Μπορεί σήμερα μετά από 53 χρόνια, τα παιδικά χρόνια αυτά, να τα θυμόμαστε με ιδιαίτερη νοσταλγία, αλλα με το ράδιο όμως στη ζωή μας, η ζωή ήταν ακόμα πιο ωραία και όμορφα, αφού τη στόλιζε με μουσική!

Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το λάδι, η ελιά και η λαογραφία του τόπου μας

Δημοσιεύτηκε

στις

Όπως και αν πιάσουμε το θέμα της ελιάς, ότι και να πούμε και για το λάδι, θα είναι λίγα, αφού έχει στη πλάτη του ολόκληρη ιστορία!


Ο Έλληνας και ειδικά ο Κρητικός, είναι στενά δεμένος με την ελιά και το λάδι, τώρα και 3000 χρόνια, αφού οι τροφές επιβίωσης του, ήταν πάντα τα βασικά προϊόντα: σιτάρι κρασί και λάδι!

Ωστόσο κι άλλες φορές έχουμε αναφερθεί στις ελιές της Μεσαράς, και τη πορεία τους στο χρόνο. Είπαμε για τα κοκολόγια, για την εξέλιξη της ελιάς στη Μεσαρά, για τις χονδρολιές που χάνονται, αλλά εδώ θα περιοριστούμε περισσότερο στα λαογραφικά κυρίως θέματα που αφορούν γενικά το θέμα «ελιά και λάδι», αφού κάνουμε μια μικρή αναδρομή στο χρόνο.

Το λάδι από την αρχαιότητα

Οι παλαιστές κατά την αρχαιότητα, πριν μπουν στην αρένα, άλειφαν τα σώματα τους με λάδι.
Το ρόπαλο του Ηρακλή ήταν από αγριελιά, και το φύτεψε στην Ολυμπία, όπου φύτρωσε, έβγαλε φύλλα και κλαδιά, και με αυτά στεφάνωναν τους ολυμπιονίκες!
Οι σπονδές προς τους θεούς, γινόταν με προσφορές κρασιού και λάδι, για να τους ευχαριστήσουν ή να τους εξευμενίσουν. Οι Μινωίτες πάντως παρήγαγαν μεγάλες ποσότητες λαδιού και μάλιστα έκαναν και εξαγωγή και σε χώρες της Αφρικής. Μινωικές ελιές υπήρχαν για πολλά χρόνια, και υπάρχουν ακόμα στη Κρήτη.
Το ελαιόλαδο κατά τον Ιπποκράτη, είχε ιαματικές ιδιότητες, επούλωνε τις πληγές, θεράπευε την ναυτία, την αϋπνία, τη χολέρα και πολλές δερματικές παθήσεις. Έκανε επίσης υγιή μαλλιά, και απάλυνε το δέρμα.
Η ελιά από πολύ παλιά, υπήρξε προκάτοχος του χριστουγεννιάτικου δένδρου.
Μην ξεχνάμε το λάδι στο βάπτισμα που είναι δύναμη πηγής φωτός, και συμβολίζει τη νέα ζωή.

Οι 20 μνημειακές ελιές της Κρήτης

Υπάρχουν πολλές γέρικες αιωνόβιες ελιές ακόμα στη Κρήτη , και θα αναφέρουμε μονάχα τις είκοσι.
Η «ελιά του Αζοριά» στο χωριό Καβούσι. Η «Μεγάλη Ελιά Αερινού» σε 700 μέτρα υψόμετρο στα Φαλεσιανά. Η «Υψωμένη Ελιά» στο Βατόλακου. Η «μνημειακή ελιά Καμηλαρίου»(Μάνα Ελιά). Το «Μνημειακό άλσος ελιάς Αμαρίου». Η «Μνημειακή ελιά Σαμωνά» στον οικισμό Κυλίντρα. Η «Ελιά Άνω Βουβών». Η «Μνημειακή Ελιά Γρε Ελέ» ή Γριά Ελιά, που βρίσκεται στο Κάτω Τρίποδο Μυλοποτάμου . Η «Μνημειακή Ελιά Αγίου Γεωργίου» στη Κάντανο. Η «Μνημειακή Ελιά Παλιών Ρουμάτων» στα Χανιά.
Η «Μνημειακή ελιά Πανασού» στο Ηράκλειο. Η «Μνημειακή Ελιά Μαθαίνας» στη Λάστρο Σητείας. Η «Μνημειακή Ελιά Γράμπελας» στο Ανισαράκι Καντιάνου.
Η «Μνημειακή Ελιά Γόρτυνας». Η «Μνημειακή Ελιά Γέννας». Η «Μνημειακή Ελιά Φουρκολιά». Η «Μνημειακή Ελιά Παλιάμα» Η «Μνημειακή Ελιά Καμάρα Δελιανών».
Υπάρχουν ακόμα δύο αιωνόβιες ελιές με την ονομασία «Γριά Ελιά, που βρίσκονται , η μια βορειοανατολικά της Γαλιάς, και η άλλη βόρεια των Βοριζίων.

Το λάδι η ελιά, και τα διάφορα έθιμα

«Μετά Βαίων και κλάδων», υποδέχτηκαν οι Ισραηλίτες και κυρίως τα παιδιά τον Χριστό, κατά την είσοδό του στα Ιεροσόλυμα, και χάριν αυτής της ανάμνησης, επεκράτησε και το έθιμο με του στολισμού των εκκλησιών με Βάγια. Την Κυριακή των Βαίων, μια βδομάδα πριν το Πάσχα δηλαδή, ο παπάς έκοβε φύλλα μακριά χουρμαδιάς, κλαριά δάφνης και δενδρολίβανου, όμως και από άλλα δένδρα, ιτιάς, μυρτιάς και φυσικά ελιάς! Όλα αυτά λέγονται «Βάγια», και με αυτά στόλιζαν τις πόρτες και στα παράθυρα της εκκλησίας, ανάλογα τι δένδρο από αυτά υπάρχει σε κάθε τόπο. Σε κάθε παράθυρο και σε κάθε πόρτα, τοποθετούσε δύο φύλλα χουρμαδιάς δεξιά αριστερά. Μάλιστα κάποιοι παπάδες όπως ο παπά Γιάννης από τη Γαλιά, έκοβε τα φύλλα χουρμαδιάς ένα μήνα με είκοσι μέρες πριν, και τα πέτρωνε (παράχωνε) στη κοπριά, όπου τους έριχνε νερό. Μετά όταν τα ξεσκέπαζε την ημέρα των Βαίων, αυτά ήταν κατάλευκα, και πολύ εντυπωσιακά! Από αυτά τα μακριά φύλλα, έκοβε τις λευκές πλέον λόγχες, και έδενε τους σταυρούς, περίπου εκατό με διακόσιους, και τους μοίραζε ένα σε κάθε πιστό στην εκκλησία, μαζί με ένα κλαράκι ελιάς που έκοβε από ένα ανθισμένο κλάδο που του πήγαινε κάποιος στην εκκλησία.
Οι πιστοί παραλαμβάνοντας το σταυρό με το κλαράκι ελιάς, και έριχναν χρήματα στον δίσκο του παπά, γιατί ως γνωστόν, δεν πληρωνόταν ο κλήρος εκείνα τα χρόνια.
Μια βδομάδα πριν των Βαίων, της Σταυροπροσκύνησης, μοιράζουν και τις «ροδαριές» στην εκκλησία, που ήταν ένα μικρό ματσάκι λουλούδια. Κάποιοι μάλιστα έναν βασιλικό τον έκαναν τάξιμο των Βαίων στην εκκλησία, να τους πάνε καλά τα πράγματα. Έτσι εκείνη την ημέρα των Βαίων πήγαιναν τον βασιλικό μαζί με τη γλάστρα! Εκεί ο παπάς με ένα ψαλίδι έκοβε τα κλαριά του βασιλικού και τα έβαζε σε ένα πανέρι, μαζί με άλλα λουλούδια, όπου έφτιαχναν τις ροδαριές που μοίραζε στο τέλος πάλι ο παπάς στην εκκλησία, με τον κόσμο να άφηνε πάλι τον οβολό του. Καταργήθηκε η χρηματική ενίσχυση των πιστών, όταν οι παπάδες έγιναν πλέον μισθωτοί.


Τις ροδαριές αυτές τις φύλασσαν στο εικονοστάσι του σπιτιού για όλο το χρόνο, μαζί με το κλωναράκι ελιάς και τον σταυρό των Βαίων.
Πίστευαν τότε, πως αν ένα παιδί αρρωστήσει, έπαιρναν ένα κομματάκι από το ξερό πλέον κλαράκι ελιάς, η ακόμα και άλλο κλαρί της ροδαριάς, και το έβαζαν στο θυμιατό, και με αυτό το θυμίαμα θύμιαζαν το παιδί, λέγοντας μια προσευχή, ώστε το παιδί να γιατρευτεί.
Πίστευαν δηλαδή πως η ροδαριά και το κλαράκι ελιάς, έχουν θαυματουργές ιδιότητες.
Στη Κρήτη η χρίση του λαδιού της ελιάς σαν φάρμακο, υπήρχε μέχρι και τα τελευταία χρόνια. Όταν κάποια πληγή πήγαινε να κακοφορμίσει, είτε κάποιο τραύμα στο γόνατο από πέσιμο, αλλά και σε έγκαυμα κλπ, σαν φάρμακο κοπάνιζαν μια πράσινη ελιά και άλειφαν το πάσχον σημείο με το λάδι της, και πραγματικά έφερνε καλό αποτέλεσμα! Αν και σήμερα πλέον η επιστήμη έχει αποδείξει πως το λάδι της ελιάς περιέχει ειδική αντιβίωση, ώστε να γιατρεύει η ίδια η ελιά τις πληγές της από τα σπασμένα κλαριά.
Όταν πονούσε επίσης το αυτί κάποιου, κυρίως παιδιού, έβαζαν σε ένα σπίρτο λίγο βαμβάκι, το βουτούσαν στο λάδι του καντηλιού ή του λίχνου, και έβαζαν μια δυο σταγόνες στο πάσχον αφτί.
Ακόμα και οι ίδιοι οι γονείς μας, μας μάθαιναν πως άμα μας δάγκωνε σφίγγα ή μέλισσα, να τρέχουμε γρήγορα να βάζουμε λάδι, ώστε να μη πρηστεί το σημείο!
Όταν τελείωνε η ελαιοκομική περίοδος του μαζέματος της ελιάς , τότε ο αγροφύλακας του χωριού, ανακοίνωνε τη λήξη λέγοντας: «Από αύριο θα είναι ελεύθερα τα κοκολόγια»! Αυτό σήμαινε πως όποιος ήθελε μπορούσε να πάρει ένα καλάθι και να μαζέψει ξένες ελιές από όπου ήθελε! Ένα πανάρχαιο έθιμο που δυστυχώς σταμάτησε, όμως ήταν ιδανικό για την ενίσχυση του πολύ φτωχού, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα! Στα κοκολόγια πήγαιναν κυρίως παιδιά ή και ηλικιωμένες γριούλες που δεν είχαν καν πόρους, και πουλούσαν τις ελιές με το κιλό στον μπακάλη, για να εξοικονομήσουν κάποια απαραίτητα. Τα δε παιδιά, για να πάρουν ζαχαρωτά, αλλά συνήθως για να ενισχύσουν οικονομικά τους γονείς τους.

Δεισιδαιμονίες προλήψεις και παρατηρήματα για την ελιά

Ούτε η ελιά ξέφυγε από τις δεισιδαιμονίες των διαφόρων εποχών, που αφορούσαν βέβαια τις παλιές βενετσιάνικες ελιές! Κάποτε όταν έπιαναν δυνατά μελτέμια και φυσούσε δυνατός άνεμος, κατέστρεφε πολλές ελιές, γιατί έσπαγαν όλοι οι κλάδοι τους! Πίστευαν τότε, πως αν τοποθετήσουν μια πέτρα δυνατή στον κορμό της ελιάς, «θα είναι η ελιά γερή σαν πέτρα», και δεν θα τη πιάνει ο αέρας να τη σπάσει! Αργότερα βέβαια με την εξέλιξη, κατάλαβαν πως αυτό ήταν λάθος, και πως απλά έλειπε το κάλιο από την ελιά!
Έτσι καταργήθηκε το έθιμο, και απλά έβαζαν από ένα σακί χωνεμένη κοπριά στο κάθε δένδρο! Μετά άρχισαν να βάζουν στύλους σαν υποστυλώματα κόντρα, κάτω από τους κλάδους, τα λεγόμενα «μποντέλια, όταν περίμεναν μεγάλη παραγωγή. Αύγουστο και Σεπτέμβριο πριν αρχίσουν οι μεγάλοι αέρηδες, έκοβαν στύλους περίπου δυο μέτρα από πουρνάρια πλατάνους λεύκες ή ακόμα κα από σπασμένους κλάδους των ελιών, και στην άκρη άφηναν ένα δίχαλο μια πιθαμή.
Φόρτωναν τους στύλους αυτούς στα ζώα τους, και πήγαιναν όπου είχαν «καλή βεντέμα», για να «μποτελιάρουν» τους κλάδους που ήταν φορτωμένοι ελιές, μην αργότερα με το βάρος σπάσουν. Στην περίπτωση πράγματι που δεν έμπαιναν υποστυλώματα, οι κλάδοι κινδύνευαν από το βάρος του ελαιοκάρπου να σπάσουν με το πρώτο κιόλας φύσημα! Καμιά φορά λέγανε, «οι ελιές αγγίζουνε χάμε από το φορτωμό ντως», και εννοούσαν πως θα έχουν πολύ καλή σοδειά! Έτσι προληπτικά, ανασήκωναν έναν – έναν το κλάδο, και τοποθετούσαν από κάτω το στύλο. Υπήρχε ελιά, που είχε τρείς και τέσσερεις και πέντε στύλους γύρω – γύρω σαν υποστυλώματα!
Άλλο ελληνικό έθιμο με το λάδι, είναι εκείνο που έκαναν κάποτε οι ναυτικοί ας σε μεγάλες φουρτούνες. Έπαιρναν λίγο λάδι από το καντήλι του Άη Νικόλα, και το έριχναν στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, γιατί πίστευαν πως έτσι θα γαληνέψει.
Του Προφήτη Ηλία πάλι, ο οποίος είναι στενά συνδεδεμένος με την ελιά στη Κρήτη, πίστευαν πως από εκείνη την ημέρα αρχίζει να μπαίνει το λάδι στην ελιά, με τη σχετική φράση!
«Από του Άι Λιά, μπαίνει στο λάδι η ελιά»!
Όμως του Προφήτη Ηλία επίσης, παρατηρούσαν και το φεγγάρι! Αν ήταν « γέμωση του φεγγαριού», οι ελιές θα ήταν λαδερές, αν ήταν «λίγωση», θα είχαν λίγο το λάδι!
Οι παλιοί είχαν πολλά άλλα «παρατηρήματα», όπως το να γνωρίζουν τον αυριανό καιρό από τα σύννεφα στα βουνά, από τη συμπεριφορά ζώων και φυτών κλπ. Έμπειροι παρατηρητές γνώριζαν καλά τα «μερομήνια» , με τα οποία μελετούν τις μέρες του Ιούλη αν βρέχει και τις υγρασίες του Αυγούστου, για να ξέρουμε αν θα έχουμε βροχές τον Δεκέμβρη ή χιόνια τον Γενάρη. Ακόμα παρατηρώντας τα άστρα, γνώριζαν « ήντα καιρό θα ξετελέψει η χρονιά», και προβλέψουν με επιτυχία τη φετινή σοδειά, αν είναι πλούσια σε λάδι ή όχι!!

Φράσεις και παροιμίες για το λάδι και την ελιά

Ολόκληρο βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί σχετικά με αυτά, γιατί η μισή ζωή του αγρότη είναι δεμένη με την ελιά και το λάδι, είτε σε χαρές είτε σε λύπες, και φυσικά οι σχετικές φράσεις και οι παροιμίες αμέτρητες!
Στη Μεσαρά που πρωτοστατεί στη λαογραφία, λέγανε κάποτε:
«Καλιά ‘ναι μια λαδέ, παρά μια ελιδέ».
Η φράση αυτή, θέλει να πει, πως «καλιά ‘ναι οι ελιές λαδερές έστω και αν είναι λίγες, παρά να είναι πολλές και να μην είναι λαδερές»! Είναι γνωστό πως οι λαδερές ελιές πήγαιναν πολύ καλά όταν είναι 3:1 αλλά δεν είναι καθόλου λαδερές, όταν πλησιάζουν τα 7:1, ή 10:1! Λένε πως οι ελιές αυτές «δε χύνουν λάδι», δηλαδή δε κατεβάζουν λάδι!!
Συνήθως εξαρτάται αυτό από τον τόπο και την περιοχή που βρίσκεται το κάθε λιόφυτο, τη φροντίδα που δέχεται, και αν ποτίζεται ή όχι. Το πολύ νερό πάντως δεν προσθέτει απαραίτητα και λάδι στην ελιά αντίθετα ευνοεί ην εμφάνιση μυκήτων. Υπήρχαν στη Κρήτη και ποικιλίες ελιές που δεν ήταν λαδερές, και έβγαζαν λίγο λάδι, όπως οι τσουνάτες, οι γαϊδουρολιές που ήταν μεγάλες σαν αυγά πέρδικας, οι μηλολιές και οι καλαματιανές. Όλες αυτές έβγαζαν πολύ κατσίγαρο και ελάχιστο λάδι!
Λέγανε κάποτε τη φράση: «Τρείς το λάδι, τρείς το ξύδι, πέντε το λαδόξυδο»! Συνήθως τη φράση αυτή την έλεγαν στους λογαριασμούς τους στο τέλος της δουλειάς. Τους έλεγαν και «εβραϊκούς λογαριασμούς»! Ήθελαν να πουν πάντως, πως δεν έβγαιναν στο τέλος κερδισμένοι, αφού δεν έπαιρναν αυτά που περίμεναν ή τους αναλογούσαν, αλλά έβγαιναν χαμένοι!
Έλεγαν: «Οι δυο πέτρες βγάζουνε το λάδι», γιατί πίστευαν στην αγάπη και συνεργασία του ζευγαριού, όπου «οι δύο πέτρες» συμβολίζουν τον σύζυγο και τη σύζυγοι.
«Ελιές απ΄τον πατέρα σου, αμπέλι από τα χέρια σου» έλεγαν γιατί οι ελιές έπρεπε να είναι μεγάλες, να βγάζουν πολύ λάδι, ενώ το αμπέλι έπρεπε να είναι νέο για να βγάλει καλό κρασί!
Άλλες φράσεις: «Έφαγε η φακή το λάδι, και κατάπιε το και πάει! Είναι παροιμιώδες το πολύ λάδι που πίνει η φακή και κυρίως η φάβα! Όσο κι αν βάλεις το πίνει, για να το σκέφτεται βέβαια πολύ αυτός που το στερείται!
«Αυτός δεν τρώγεται μηδέ με το λάδι μηδέ με το ξύδι»! Το λέμε για τον αχώνευτο και ασυμπάθηστο άνθρωπο.
«Αυτός είναι σα το νερό στο λάδι»! Λέμε και εννοούμε καθαρός και κρυστάλλινος, δηλαδή αθώος! Ή «’Ηβγαλες’ την-ε λάδι», δηλαδή πήγες πολύ καλά!
«Του βγήκε το λάδι», Λέμε για αυτόν που κοπίασε πολύ για να καταφέρει κάτι.
«Μη ρίχνεις λάδι στη φωτιά», λέμε σε όποιον βάζει φιτιλιές σε καβγάδες.
«Άθρωπος δίχως υπομονή, λυχνάρι δίχως λάδι». «Παλιό κρασί φρέσκο λάδι». «Α δε σφίξεις την ελιά δε βγάζει λάδι. «Πρώτα θεμέλια του σπιτιού, κρασί ψωμί και λάδι».
«Νοέμβρη όργωμα κι ελιές, δεν απομένουν οι δουλειές»!
«Ο Θεός να φυλά τα λιόδενδρα, απ΄το νερό τα’ Αυγούστου»! Το πολύ νερό τον Αύγουστο μπορεί ακόμα και να ξεράνει ολότελα τις ελιές!


«Όποιος έχει στάρι κρασί και λάδι στο πιθάρι, έχει του κόσμου τα καλά, και του Θεού τη χάρη». «Από τα νεφρά σου παιδί, κι απ’ την ελιά σου λάδι» .
Οι παραπάνω είναι ακόμα κάποιες παροιμίες του λαού μας.
«Λίγο είναι το λάδι στο καντήλι του», λέμε όταν είναι κάποιος βαριά άρρωστος, και το λάδι συμβολίζει τη διάρκεια ζωής.
Το λάδι είναι συνυφασμένο με χαρές και λύπες, στη βάφτιση λέμε: « ‘Απού ‘βαλε το λάδι να βάλει και το κλίμα» . Είναι μια παλιά ευχή της βάφτισης, που λέει πως όποιος βάφτισε το παιδί, να του βάλει αργότερα και στεφάνι!
Βάζουμε λάδι για το άναμμα του καντηλιού για προσευχή και θύμηση.
Είναι επίσης οι πολλές «ρίζες ελιές» συνδεδεμένες με τα πλούτη των ανθρώπων, που ο σκοπός είναι να πετύχουν μια «καλή λαδιά»! Τις πολλές πάντως «ρίζες ελιές» του μέλλοντα πεθερού, οι προξενητάδες τις τόνιζαν στον υποψήφιο γαμπρό! Έλεγαν του γαμπρού, πως ο πεθερός «στέκει καλά», και για να τον εξυψώσουν λέγανε του γαμπρού, ή του υποψήφιου συμπεθέρου διάφορα!
Έτσι έλεγαν στον μέλλοντα γαμπρό, να τον κάνει πεθερό, «απού βάνει το λάδι στη στέρνα»!
Καθ’ ότι δηλαδή βγάζει τόσο πολύ λάδι, τόνους ολόκληρους, που δε χωρά σε πιθάρια! Αντίθετα πάλι, όταν θέλανε κάποιοι κακοπροαίρετοι να κατασυκοφαντήσουν και να υποτιμήσουν τον μέλλοντα συμπέθερο, ακόμα και πολλές ελιές να είχε, για να αποτρέψουν να προχωρήσει το προξενιό, έλεγαν:
«Μμμ σιγά το λαδά! Ούλες – ούλες τσι ελιές του, μπορείς να τσι βάλεις στην αμπασκάλη σου και να φύγεις»!
Αν ο γιός ή η κόρη τεμπελιάζουν σαν παιδιά, θα τους πει ο πατέρας: «Ανε το λαλείς ετσά, θωρώ σε μια μέρα με το λαδικό»! Εννοούν πως αν συνεχίσουν αυτή τη ταχτική, θα καταντήσουν διακονιάρηδες και ζητιάνοι να γυρίζουν στα χωριά να ζητιανεύουν λάδι!
Έλεγαν για τους πολύ φτωχούς, πως απ’ τη πείνα, «τρώνε τα κουκιά αλάδωτα»!
Ή έλεγαν, «δεν τρώνε λαδωμένο ψωμί στο σπίτι ντως»! Ήθελαν οικονομική στήριξη οι φτωχοί για να «λαδώσει το άντερό τους», όπως έλεγαν!
«Φάε λάδι κι έλα βράδυ» έλεγαν οι παλιοί, για να τονίσουν πως με την έλλειψη λαδιού, η δύναμη εγκαταλείπει το σώμα!
«Από την Έμπαρο κρασί κι από τη Βιάννο λάδι, κι από το Μυλοπόταμο ελιές και παξιμάδι», για να διαφημίσουν βασικά προϊόντα των περιοχών της Κρήτης!
«λαδοπίθαρο», τη «λαδοκουρούπα», όπου έβαζαν και διατηρούσαν το λάδι.
«Λαδοπετσέτες» για το τραπέζι της κουζίνας για να κρεμάνε τα παιδιά στο λαιμό τους να μην κάνουν τα ρούχα τους «λαδί λαδί»!
Τα «λαδόπανα» για να «παστρεύουν το τραπέζι» στο τέλος του φαγητού. Οι λαδοπετσέτες ήταν υφαντές, ενώ τα λαδόπανα ήταν πανιά κομμένα από άχρηστα ρούχα.
Επίσης είχαμε τα «λαδοτύρια», που ήταν τυριά διατηρημένα στο λάδι, τα «λαδοκούλουρα», που μέσα στη ζύμη έβαζαν λάδι αντί για βούτυρο, κλπ

Mαντινάδες και τραγούδια για ελιά και λάδι

«Θωρείς τα τα μουρέλα μου τα πολυφορτωμένα,
Ούλα τα δίδω μάθια μου, για να σε πάρω εσένα.

Είναι δεντρά πολλά στη γης, σαν την ελιά δεν είναι,
Βρέχει, χιονίζει, λιάζεται μα πάντα δροσερή ‘ναι.

Για βάλε λάδι στην πληγή, να δεις πως θα γλυκάνει
Μα ο γιατρός εις το σεβντά, ίντα μπορεί να κάμει.

Απής ποκάμουν οι γ’ ελιές και φύγουν οι μαζώχτρες,
Αστροπελέκια και φωθιές, εις των πλουσιώ τσι πόρτες»!

Πολλά και τα λαϊκά ή κρητικά τραγούδια που μιλάνε για την ελιά και το λάδυ, όπως το γνωστό κρητικό τραγούδι του Μουντάκη :

«Εφταξε ο καιρός καλέ που πέφτουν οι ελιές
και τα λιόφυτα θα πιάσουν πάλι οι κοπελιές.
Μυλωνάδες και μαζώχτρες θα τα λέμε πότες – πότες,
κι αφορμή θα ‘ναι οι ελιές, να ‘χουμε χρυσές δουλειές/
Φύσηξε βοριά καλέ και ρίξε μια ψιλή βροχή
και για μας τους μυλωνάδες ήρθε τώρα η εποχή.
Να θωρούμε τις μαζώχτρες να τα λέμε πότες πότες
κι αφορμή θα ‘ναι οι ελιές να ‘χουμε χρυσές δουλειές.
Ολες οι γειτονοπούλες τα καλάθια θα βαστούν
και στη φάμπρικα θα μπαίνουν κάθε τόσο να ρωτούν
και θα μας παρακαλούνε για τσ’ ελιές τους να ρωτούνε
κι αναλόγως κάθε μια θα πληρώνει αλεστικά.
Πάρε το καλάθι κι έλα όμορφη μου κοπελιά
κι εγώ θα βαστώ τη σκάλα ν’ ανεβαίνεις στην ελιά.
Σα γεμίσεις το καλάθι θα πιαστούμε στα φιλιά
και θα βγάλουμε το λάδι από κάτω στην ελιά»!

Παιδικά τραγούδια

Η ΕΛΙΑ

Όπου κι αν λάχω κατοικία,
δεν μ’ απολείπουν οι καρποί.
μ’ έχει ο Θεός ευλογημένη
κι είμαι γεμάτη προκοπή!

Εδώ στον ίσκιο μου από κάτω
ήρθε ο Χριστός ν’ αναπαυτεί!
Κι ακούστηκε η γλυκιά λαλιά του,
λίγο προτού να σταυρωθεί.

«Τραγούδια της Πατρίδος μου» Κωστής Παλαμάς

Η ελιά
Ευλογημένο να’ ναι ελιά το χώμα που σε τρέφει,
κι ευλογημένο το νερό που πίνεις απ’ τα νέφη
κι ευλογημένος τρεις φορές αυτός που σ’ έχει στείλει
για το λυχνάρι του φτωχού, για το άγιου το καντήλι.
Κωστής Παλαμάς
Η ελιά η τιμημένη
Εδώ στον ίσκιο μου από κάτου
ήρθ’ ο Χριστός ν’ αναπαυθεί,
κι ακούστηκε η γλυκιά λαλιά του
λίγο προτού να σταυρωθεί.
Το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη,
έχει στη ρίζα μου χαθεί.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.
.
***
Ιωάννης Πολέμης
Πατρίδα τα λιοτρίβια σου
Πατρίδα τα λιοτρίβια σου
δουλεύουν νύχτα μέρα.
Με του λαδιού τη μυρωδιά
γεμίζουν τον αέρα.
Κι είν’ οι ελιές, Πατρίδα μου
ακούραστες γριούλες.
Με τον καρπό τους τρέφουνε
παιδάκια και μανούλες.
Κι είν’ οι ελιές Πατρίδα μου
δέντρα ευλογημένα,
που στέκονται στον άνεμο
με τα κλαδιά απλωμένα.

Μύθοι για την ελιά

Υπάρχουν άπειροι μύθοι και ιστορίες, αλλά εδώ βέβαια θα αναφέρουμε απλά ένα αρχαίο μύθο του Αισώπου «Κάλαμος και ελαία», που η ελιά δεν είχε κανένα υποστύλωμα!
Ένα δέντρο, λέει ο μύθος, μάλωνε με ένα καλάμι, για το ποιός έχει μεγαλύτερη δύναμη, αντοχή και ασφάλεια! Το δέντρο κατέκρινε το καλάμι, οτι είναι αδύνατο, και σκύβει σε όλους τους ανέμους, ενώ το ίδιο το δέντρο στέκεται πάντα όρθιο.
Το καλάμι δεν απάντησε τίποτε. Αργότερα ήρθε μια σφοδρή θύελλα, και το καλάμι γέρνοντας πλάγια στον άνεμο, με ευκολία γλύτωσε!
Η ελιά όμως από τη δύναμη του ανέμου έπεσε κάτω, σε σημείο που ξεριζώθηκε τελείως!

Ελιές συμισακές, τριτάρικες τετρατάρικες, αλλά και πενταρολόϊκες

Κάποτε οι πολύ πλούσιοι ή άκλεροι, που είχαν πολλές ελιές, δεν προλάβαιναν να τις μαζέψουν. Έτσι τις δίδανε σε πολύτεκνες οικογένειες κυρίως φτωχές να τις μαζέψουν, κατόπιν κάποιας συμφωνίας. Μπορεί αν οι ελιές ήταν λίγες να τις έδιναν «συμισακές», δηλαδή να μοιραστούν στο τέλος το λάδι στη μέση. Άλλες πάλι φορές μετά τα άλεση, έπαιρνε τρία μέρη λαδιού το αφεντικό και ένα η φτωχή φαμελιά! Αυτή η συνδιαλλαγή λεγόταν «τριτάρικες»! Αν όμως ήταν πολύ λαδερές και φορτωμένες οι ελιές, και στον φτωχό βιοπαλαιστή υπήρχε μεγάλη ανέχεια στην οικογένεια του, τότε στην απόγνωσή του, μπορούσε να τις πάρει «τετρατάρικες» ή ακόμα και «πενταρολόϊκες»! Έτσι έπαιρνε τέσσερα ή πέντε μέρη λαδιού το αφεντικό και ένα η οικογένεια του φτωχού. Στην πράξη και ως συνήθως, το αφεντικό είχε ένα πατητήρι στο σπίτι του, και εκεί μέσα άδειαζαν κάθ’ αργά τις ελιές που μάζευαν ημερησίως. Άμα γέμιζε το πατητήρι, τις σακιάζανε και τις πηγαίνανε για άλεσμα στη φάμπρικα, όπου φυσικά κανονίζανε τα συμφωνηθέντα σε λάδι κάθε φορά, συνήθως σε οκάδες, το τι θα πάρει ο κάθε ένας τους.
Καμιά φορά όμως τα κανονίζανε και σε σακιά. Αν έβγαιναν ας πούμε όλα – όλα εκατό σακιά, και ήταν «πενταρολόικες», θα έπαιρνε 80 σακιά το αφεντικό και 20 σακιά οι μαζωχτάδες.

Η ελιά και η μακροζωία του παλιού κρητικού

Οι παλιοί κρητικοί ζούσαν πολλά χρόνια, και στα 80 και 90 τους έκαναν ακόμα δουλειές! Περνούσαν πολλοί τα εκατό, και κάποιοι έφθαναν και τα 120! Το γεγονός πως ήταν 70 χρόνων εντυπωσίαζε τους ξένους, που το σώμα τους ήταν ακόμα δυναμικό και είχε συστατικά 50χρονου, και δεν άργησε αυτό να κινήσει την περιέργεια στους επιστήμονες τότε! Για το λόγο αυτό επισκέφθηκαν πολλά χωριά της Κρήτης, αναζητώντας υπερήλικες για να τους ρωτήσουν και να βρουν την αιτία!
Πήγαιναν σε κάθε χωριό που μάθαινα πως είχε υπερήλικα πάνω από τα εκατό, και τον ρωτούσαν διάφορα πράγματα. Ρωτούσαν τι έτρωγε, πως ζούσε γενικά ο κάθε ένας τους, για να βγάλουν συμπέρασμα στο « γιατί διατηρούνται τόσο καλά παρά την ηλικία τους»!
Κάποιοι έλεγαν πως έτρωγαν άλλοι λάχανα (χόρτα), και άλλοι πολλά όσπρια ακόμα και κυνήγια ! Τελικά το συμπέρασμα βγήκε πως έφταιγε μεν η κρητική διατροφή, αλλά κυρίως έφταιγε το λάδι! Ο κρητικός σπάνια χρησιμοποιεί λίπη όπως σε άλλα μέρη του κόσμου, αλλά καθημερινά και πολύ συχνά χρησιμοποιεί το αγνό παρθένο λάδι! Το λάδι πείστηκαν πως τελικά έδινε την μακροζωία στον παλιό κρητικό, σε συνδυασμό με τη μεσογειακή διατροφή του, γιατί χει επικρατήσει μέχρι τώρα να θεωρείται μεσογειακή διατροφή η κριτική διατροφή.
Πάντως τα περασμένα χρόνια η διατροφή του κρητικού ήταν λιτή, και βασιζόταν στα όσπρια χόρτα και το ψωμί, και ότι προέρχεται από το σιτάρι κριθάρι ή βρώμη. Μια φορά τον μήνα έτρωγαν κρέας, μπορεί και κάθε δυο ή και τρεις μήνες τα πιο φτωχά στρώματα, όμως η φύσει τους αντάμειβε με το να τους δίνει χρόνια!

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δημοφιλη