Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο παλιός Κρητικός γάμος – (μέρος Ε’)

Δημοσιεύτηκε

στις

Το τελευταίο μέρος του “Παλιού Κρητικού γάμου” – Ξεσάκιασμα – Τα προικιά – Ζεύκι – Αντίγαμος


Το τραπέζι  της Δευτέρας

Το σίγουρο ήταν, πως  τη Δευτέρα, το ζευγάρι το έπαιρναν συγγενείς του γαμπρού από το πρωί,  καλώντας το από  σπίτι σε σπίτι oι διάφοροι  οι χωριανοί του και τους κερνούσαν, για να τους ευχηθούν «βίον ανθόσπαρτον», « καλούς απογόνους», και ενίοτε  τους έκαναν και τραπέζι, για να τους τιμήσουν.

Από σπίτι σε σπίτι, θα καταλήξουν  στο σπίτι του γαμπρού, όπου εκεί θα γίνει ένα τραπέζι για τους συγγενείς, που έμεναν στο χωριό φιλοξενούμενοι, και είχαν φέρει και κανίσκι.

Τα ίδια γινόταν επίσης και στο σπίτι της νύφης. Επειδή πολλοί  και εκεί οι συγγενείς της νύφης που πήγαν κανίσκια, «εξώμεναν» κιόλας σε κάποια σπίτια συγγενών τους, οπότε και εκεί  θα πρέπει να τους κάνουν ένα τραπέζι.

Αν αυτό το τραπέζι, γίνεται έξω, μπορεί να ονομαστεί και «ζεύκι», και ισχύει  και για τις δύο οικογένειες,

Στο ζεύκι λοιπόν  της Δευτέρας, οι συγγενείς και φίλοι που θα μαζευτούν, και στις δύο οικογένειες, θα φάνε το κρέας που περίσσεψε από χθες στο γάμο,  και ενώ τρώνε και πίνουν, θα δίνουν και εκεί ευχές στο νιόπαντρο ζευγάρι.

 

Δευτέρα  ξεσακιάζανε τα προικιά

Τη Δευτέρα  ήταν και η μέρα που είχαμε  και το «ξεσάκιασμα της προίκας», και «το στρώσιμο του κρεβατιού». Φθάνοντας  οι  άνθρωποι του γαμπρού την Παρασκευή, με τα προικιά της νύφης, όπως είχαμε αναφέρει, θα τα αφήσουν όλα στο σπίτι του γαμπρού. Συνήθως τη Δευτέρα, θα μαζευτούν πάλι φίλοι και συγγενείς ξανά  στο σπίτι του γαμπρού, για να «ξεσακιάσουν  τα προικιά» της νύφης!

Το «ξεσάκιασμα» γινόταν πάντα με συνοδεία λύρας και λαούτου, και με πολλές  ειδικές για τη περίσταση μαντινάδες!

Ανάλογα  τη ποσότητα, τη ποιότητα και τη ταχτοποίηση των προικιών, λέγεται ότι καταλάβαιναν και το πόσο προκομμένη  νοικοκυρά και αρχόντισσα ήταν η νύφη ή όχι!

Πολλοί καλεσμένοι θα μαζευτούν σιγά σιγά στο σπίτι του γαμπρού, και η νύφη ως «επίσημη οικοδέσποινα» πλέον, θα κερνάει όλους τους καλεσμένους  μαζί με το γαμπρό,  ο οποίος κρατάει το μπουκάλι, και η ίδια κρατάει  το δίσκο θα σερβίρει  λικέρ,  με  ξηρούς καρπούς που είχε τοποθετήσει η μάνα της νύφης, στον πάτο στα σακιά, τη μέρα που τα σάκιαζαν.
Κερνάνε το κάθε καλεσμένο, και όλοι εύχονται «βίον ανθόσπαρτον»!.

Στη συνέχεια «έστρωναν το κρεβάτι» του ζευγαριού με ξομπλιαστά καλύμματα και λουλούδια. Το στρώμα ήταν φτιαχτό με μαστοριά, παραγεμισμένο  με μαλλί προβάτου, ή με μαλακά αποξηραμένα φυτά όπως αντωναίδα, που τη λέγανε και λαγοκοιμιθιά, επειδή σαν μαλακό φυτό, εκείνο διάλεγε ο λαγός να κάνει τη φωλιά του!

Κόβανε σακιά, τα οποία ήταν υφασμένα στον αργαλειό, σαν αυτά που βάζανε και τα προικιά, τα ράβανε μεταξύ τους, και κάνανε το κάλυμμα  τους στρώματος, το οποίο και γεμίζανε. Όσον αφορά τα νυφιάτικα μαξιλάρια, πριν το γάμο, φίλες της νύφης είχαν ξεχυθεί στην εξοχή όπου υπήρχαν ειδικοί  θάμνοι που λέγονται αλιματσές, και έκοβαν τα μαλακά άνθη του θάμνου αυτού, αν ήταν Άνοιξη  η Καλοκαίρι.

Με αυτά τα μαλακά σαν βαμβάκι άνθη, παραγέμιζαν τα μαξιλάρια του ζευγαριού, και σήμερα τα μαξιλάρια αυτά, θα ντυθούν με ωραίες κεντητές μαξιλαροθήκες, από τα προικιά της νύφης, και θα στολίσουν το κρεβάτι!
Βέβαια τα μαξιλάρια θα μπορούσαν κάλλιστα να γεμιστούν και με πούπουλα κότας, τα οποία μάζευαν όλο το χρόνο.

 

Ο «παστός» και τα «παστικά»!

Σιγά σιγά αρχίζουν και ξεσακιάζουν ένα ένα  τα προικιά, και τα στοιβάζουν σε ένα σωρό, και τον σωρό αυτό, τον έλεγαν «παστό»! Δηλαδή «στήνανε τον παστό»!

Το σωρό τον στοιβάζανε συνήθως στο πάτωμα, αφού έστρωναν κάτω μια σεντόνα, ή ακόμα και πάνω στο κρεβάτι, αν ήταν λίγα.

Παράλληλα, εν όσο έβγαζαν ένα ένα τα προικιά,  καλλίφωνες γυναίκες,  ή οργανοπαίχτες, ή όποιοι θέλανε, λέγανε τραγουδιστά μαντινάδες,  που είχε σχέση με το κάθε ρούχο που έβγαινε από το σακί ,και  στη συνέχεια το τοποθετούσαν  στον παστό!

Έτσι στηνόταν σιγά σιγά ο παστός. Αν η νύφη ήταν από νοικοκυρόσπιτο, μπορούσε να έχει πολλά σακιά προικιά, πέντε έξη κλπ, αν ήταν φτωχή, θα είχε ίσως λιγότερα, δύο ή τρία σακιά μονάχα.

Οι μαντινάδες αυτές, που λεγόταν ενώ στηνόταν ο παστός, έχουν μείνει με την ονομασία «παστικά της νύφης»!!

Ο σωρός αυτός που τα στοιβάζουν, εκτός από «παστός», παλιά λεγόταν και  «γιούκο»! (τουρκ)

Μαντινάδες σχετικές με τα παστικά:

 «Ένα ν΄ανέφαλο περνά από τον Αη Γιάννη, κι ας είναι καλορίζικο τση νύφης το γιοργάνι»!

«Ένα ν΄ ανέφαλο περνά βαστά νερό και χιόνι, κι ας είναι καλορίζικοτης νύφης το σεντόνι

Ένα ν΄ανέφαλο περνά κι απο τον Αη Αντώνη, κι ας είναι καλορίζικο τση νύφης το σεντόνι!

Ένα ανέφαλο περνά. Βαστά νερό και στούπα, και ας είναι καλορίζικη, της νύφης μας η προύκα!

Οσες φορές εγέμιζε το κάρτο στο πιθάρι, να γίνουν τούτα τα προικιά που ‘χουν μεγάλη χάρη!

Νύφη μου κερα νύφη μου το πρώτο ζυμωτό σου, ζάχαρη να ‘ν η ζύμη σου
και κάδιο το νερό σου!

Χέργια και πόδια να φιλάς, νύφη μου του μπαμπά σου, που ‘κείνος σε βοήθησε
να φτιάξεις τα προικιά σου!

Ας είναι καλορίζικα και καλοξεσκισμένα, τούτα τα όμορφα προικιά, τα καλοκεντημένα»!

Είναι πολλές οι μαντινάδες με τα παστικά που έλεγαν τότε, σχεδόν μια σε κάθε ρούχο!

Μάλιστα όσο πέρναγε η ώρα, άρχιζαν και έλεγαν και διάφορες σατυρικές, για  να πειράξουν κυρίως  τη νύφη!

Οι περισσότερες δε, ήταν αυτοσχέδιες, δηλαδή  της στιγμής, αλλά υπήρχαν και οι κλασικές στο είδος αυτό, όπως:

«Νύφη μου κερά νύφη μου, καρύδι το νε κάμε, στρώσε το στρώμα σου καλά, να μη σε θέσει χάμαι!»

«Αφορδακός στο ποταμό, φωνιάζει τράκα τράκα, κι ας είναι καλορίζικη, τση νύφης μας η βράκα!»

«Νύφη μου κερά νύφη μου, το πρώτο ζυμωτό σου, ζάχαρη να΄ναι η ζύμησου, νερό  το κατρουλιό σου!».

Στο τέλος, αφού είχαν βγει πλέον  όλα τα προικιά, έβαζαν ένα μικρό  αγόρι, να  τα σκορπίσει, και επάνω εκεί, να κάνει μια» κολοτούμπα»!  Το αγόρι αυτό ,το θεωρούσαν  γούρι, για «να τους βγει αρσενικό το πρώτο τους κοπέλι» !

Βέβαια  στη συνέχεια, και άλλα παιδιά ζήλευαν, και  πήγαιναν και εκείνα  για τούμπες  πάνω στο παστό με τα προικιά, καθ ότι το περνάγανε αυτό για αστείο!

Δεν ήταν όμως και λίγες οι φορές που έκαναν τούμπες και οι μεγάλοι όταν είχαν ήδη πιεί κάμποσα ποτά και είχαν μεθύσει

Επειδή  λοιπόν θα έχουν μαζευτεί πολλοί καλεσμένοι στο ξεσάκιασμα των προικιών, στο τέλος θα επακολουθήσει φαγοπότι στο σπίτι του γαμπρού, που θα αποτελείται από συγγενείς και φίλους.

Σε αυτό το γλέντι όπου θα φάνε πάλι οι συγγενείς ότι κυρίως  φαγητά  περίσσεψαν από χθες στο γάμο.

 

Η τελευταία μαντινάδα του παστού


Μετά από τόσες μαντινάδες, με παινέματα  για τα προικιά της νύφης, τότε αργά το ίδιο βράδυ της Δευτέρας, μια παλιά μαντιναδολόισα, θα πει και κάποιες  τελευταίες μαντινάδες σαν επίλογο:

«Χαρώτα όμορφα προικιά, και μοσχομυρωμένα
τάξε πως δε τως άγγιξε, βελόνα ούτε χέρα

Εβγάλαμέ ντα τα προικιά, τω χριστιανώ  τ’ αντέτι (συνήθειο)
του χρόνου σαν  ε σήμερο, να ‘ρθούνε κι οι συντέκνοι»

Και θα κλείσει οριστικά το σκοινικό, με την τελευταία μαντινάδα στα προικιά, ως εξής:

«Εβγάλαμέ ντα τα προικιά, και κάμαμε σείρι
Απόψε η νύφη και ο γαμπρός, δεν θέλει μουσαφίρη!»

Σημαίνει λοιπόν η τελευταία αυτή μαντινάδα, πως  «δίνεται το σύνθημα», να πάνε όλοι στα σπίτια τους, και να αφήσουν ήσυχο το ζευγάρι, και «να μην το ενοχλήσει κιανείς  αποπαέ κ’ ύστερα»!

Δευτέρα λοιπόν,  όλη τη βραδιά το ζευγάρι θα βρεθεί για πρώτη φορά μόνο του, γιατί όλο το διάστημα μέχρι τότε, δεν επιτρεπότανε, ούτε  κατά διάνοια, πλησιάσματα ούτε αγγίγματα μεταξύ τους, τουλάχιστον μέχρι τη στεφάνωση!

 

Την Τρίτη το «σιχτίρ πιλάφι»!

Το φαγοπότι θα συνεχιστεί και την Τρίτη, όχι πια με όργανα, αλλά με τους  πολύ στενούς πλέον συγγενείς, κουμπάρους πεθερικά κλπ, για να φάνε το  βραστό με ρύζι,   το
«γαμοπίλαφο»  και να πιούνε κρασί.

Το πιλάφι αυτό θα ονομαστεί «σιχτίρ πιλάφι», γιατί η οικογένεια του γαμπρού έχει πλέον απηυδήσει  από τη κούραση και τα πολλά ξενύχτια τα του γάμου, και υπάρχει ανάγκη να ξεκουραστούν όλοι!

Αυτό βέβαια το καταλάβαιναν όλοι και το συμμεριζόταν.

Στο βραστό ζουμί που είχε απομείνει, έριχναν ρύζι, αλλά οι πιο φτωχές οικογένειες, επειδή ήταν το ρύζι ακριβό, έριχναν ελάχιστο ρύζι, ή καθόλου, και συμπλήρωναν με ρεβίθια!

Άλλες φορές πάλι στο καζάνι με το ζουμί από το βραστό, έριχνα ψιλοκομμένο κρέας, και σέρβιραν τα πιάτα στους καλεσμένους συγγενείς και φίλους.

Πολύ παλιά  όμως, το «σιχτίρ πιλάφι», το έκαναν με κομμάτια κοιλιάς ζώου (πατσά) σε μικρά κομμάτια, και την έκαναν «γιαχνί με ροβίθια», ή γιαχνί με πατάτες, ή γιαχνί με πληγούρι, και αυτό με το πληγούρι  το λέγανε και  «μπουργούτ», δηλαδή πιλάφι με χόνδρο (στάρι χονδροαλεσμένο).

Πρέπει δε να αναφέρουμε εδώ, πως επειδή το φαγητό αυτό με τη κοιλιά γιαχνί  και ροβίθια, ή όπως και αν συνοδευόταν, ήταν ιδιαίτερα αρεστό στους παλιούς κρητικούς!

Έτσι, αν ήταν ιδιαίτερα  φτωχή η οικογένεια, ακόμα και το κύριο  τραπέζι  του γάμου είχαν αυτό το φαγητό, δηλαδή  κοιλιά γιαχνί με ρεβίθια, που ούτως ή άλλως πάντα άρεσε σε όλους!

Ούτως ή άλλως το φαγητό αυτό η κοιλιά γιαχνί με ροβίθια, άρεσε σε όλους, και αυτό το μαρτυρούν όσοι έζησαν τότε, και ζουν  και σήμερα, για να μας λένε τα διάφορα αυτά  έθιμα του παλιού γάμου.

 

Τη Τετάρτη οι …φαγάδες και οι μπεκρήδες!

Αν και από τη Δευτέρα ο πολύς κόσμος αραιώνει σταδιακά, την Τρίτη έχουν απομείνει οι στενοί  μόνο συγγενείς.

Ωστόσο και την Τετάρτη «θα κουβαληθούν» οι πιο φαγάδες, μεγαλογλεντζέδες, μεγαλοπιοτήδες  και μπεκρήδες της παρέας!

Όλοι αυτοί  θα πάνε ακάλεστοι, γιατί απλά αγαπάνε το φαί το πιοτό και τη παρέα!

Είναι εκείνοι που δε κοιμόνται δύο και τρία μερόνυχτα  τώρα, γιατί βρήκαν τη χαρά τους!

Αυτό βέβαια εκείνοι το θεωρούσαν σαν παλικαριά!

Αυτά τα «ξινολάινα» του χωριού και του σογιού, θα είναι παρόντες όλοι εκεί και τη Τετάρτη, γιατί τσάμπα φαί και κρασί θα βρούνε, και σε καμία περίπτωση, δεν θα ήθελαν  να χάσουν την ευκαιρία να το γλεντήσουν ακόμα λίγο!

Τους μουσαφίρηδες της Τετάρτης, τους λέγανε και «γλινέδες», γιατί ήταν συνήθως και ακάλεστοι, αλλά και φορτικοί. Τους λέγανε και «γρουσούζηδες», γιατί έπιναν σα γουρούνια, και συνήθως οι άνθρωποι αυτοί, δεν είχαν ιδιαίτερη λεπτότητα!

Βέβαια, από τη Τετάρτη πριν το γάμο, μέχρι την άλλη Τετάρτη, που κρατούσε ο γάμος,  ποτέ δεν έτρωγαν το ίδιο φαγητό, εκτός της Δευτέρας που   έτρωγαν ότι κρέας περίσσευε  τη Κυριακή

Οι μάγειροι φρόντιζαν το κρέας να το ψήνουν με διαφορετικό τρόπο  κάθε μέρα.

Τη μια το έκαναν βραστό, την άλλη στο φούρνο με πατάτες, την άλλη ψητό στις κλιματόβεργες συνοδευόμενο με πατάτες τηγανητές στο λάδι, αλλά όχι στο τηγάνι, αλλά μέσα στο καζάνι. Την άλλη  το έκαναν βραστό με  γαμοπίλαφο κλπ.

Και αυτά τα διαφορετικά μαγειρέματα, για να μην μπουχτίζουν το ίδιο φαί συνέχεια!

Είχαν φροντίσει οι κελάρηδες  και οι μαγείρισσες για αυτά τα πράγματα , και οι οποίοι φυσικά, φεύγανε τελευταίοι από το γάμο!

Τη Τετάρτη συνήθως, «σκόλαγε ο γάμος» οριστικά!

 

Ο αντίγαμος «από οχτώ σε οχτώ»!

Το τραπέζι βέβαια θα επαναληφθεί  και «μετά από οχτώ», μια βδομάδα δηλαδή,  σε στενούς πάλι συγγενείς, και λέγεται  «αντίγαμος».

Σε κάποιες περιπτώσεις αντίγαμος γίνεται  «από οκτώ  σε οχτώ», πάντα μέρα   Κυριακή, και  ανάλογα τα κέφια τους, φυσικά σε στενό οικογενειακό κύκλο!

Τα ίδια γινόταν όχι μόνο στο σπίτι του γαμπρού, αλλά και στο σπίτι του πεθερού του, ή εναλλάξ, τη μια Κυριακή στου γαμπρού, και την άλλη στου πεθερού του..
Θα κάνουν ένα τραπέζι σε συμπαθεριά, κουμπάρους, αδέρφια, ανάλογα.

Φυσικά τραπέζι, θα επαναληφθεί και άλλες φορές κατά τη διάρκεια του έτους, ανάμεσα σε κουμπάρους και συμπεθεριά.

Για να καταλήξουμε στη γνωστή  παροιμία,  που πολύ σοφά  λέει ο λαός μας:

«Συμπεθέροι  και συντέκνοι, ότι φαν’ το πρώτο χρόνο»!

 

Μετά και τον αντίγαμο

Στη συνέχεια, το ζευγάρι  πλέον βρίσκει τους ρυθμούς του, ζει και κοιμάται και ενεργεί μόνο του, απολαμβάνει τον έρωτά του, αλλά όμως  αναλαμβάνει και τη τύχη του στα χέρια του!

Όλο το πρώτο καιρό, και σχεδόν όλο το χρόνο, το ζευγάρι δεν θα κάνει σχεδόν τίποτα, από το να χαίρεται τον έρωτά τους! Πέρα βέβαια από κάποιες  βασικές εργασίες.

Για αυτό,  ο λαός της Κρήτης, λέει τη φράση :

«Το πρώτο χρόνο του γάμου, μουδέ  γατί, μουδέ σκυλί, μουδέ γαστρί!»

Θέλει να πει ο  λαός της Κρήτης, ότι πρέπει το ζευγάρι, να ασχοληθεί μονάχα με το να εξυπηρετεί και να φροντίζει ο ένας τον άλλο, και να απέχει από πολλές δουλειές, και  πολλές πολλές ασχολίες!

Έτσι δεν ήταν δεοντολογικά σωστό, τον πρώτο χρόνο του γάμου τους, να έχουν στο σπίτι τους και να φροντίζουν σκυλί,  γάτα, ακόμα και λουλούδια!

Όλη αυτή την επιπλέον φροντίδα και δυναμική, θα  πρέπει να την αφιερώσουν αποκλειστικά στον σύντροφό τους!

Όλα αυτά, σκυλιά, γατιά, λουλούδια κλπ  ναι, αλλά από τον επόμενο χρόνο!

Όμως, δεν ήταν τυχαίο που το ζευγάρι ήταν «αργόσχολο», και  τον πρώτο χρόνο, δεν είχαν να ασχοληθούν με πολλά  πράγματα!  Γιατί  πραχτικά, δεν είχαν και τίποτα να κάνουν!

Ζώα δεν είχαν, χωράφια δεν είχαν, άρα ούτε και δουλειές!

Στη καλύτερη περίπτωση, να τους έδιδαν εκεί μια κατσίκα, ένα γαϊδουράκι,  ένα χωραφάκι να το καλλιεργούν, με διό τρείς ελιές, και στην επόμενη μοιρασιά, μετά από κάποια χρόνια, να συμμετάσχουν πάλι και εκείνοι στα περιουσιακά!

‘Όπως και να ’χει το πράγμα,  οι γάμοι τότε είχαν μια απλότητα και μια  ιδιαίτερη ομορφιά!

Τα περισσότερα ζευγάρια, αν και ξεκίναγαν φτωχικά, πολλές φορές και μέσα από προξενιό, εν τούτοις πρόκοβαν και μεγαλουργούσαν, λόγω του πείσματος, της εργατικότητας, και της προοδευτικότητας  που διέκρινε πάντα ένα κρητικό!

Και πέραν όλων αυτών, κανένα ζευγάρι δεν χώριζε, αγαπούσαν ο ένας τον άλλο, στήριζαν  πιστά ο ένας τον άλλο, ήταν δίπλα στο πόνο και στη χαρά του άλλου, μέχρι και τη τελευταία τους πνοή!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Ευχαριστώ για άλλη μια φορά τους: Μαραγκάκη Μύρωνα,  Νικολιδάκη Κατερίνα,  Στιβαχτάκη Ευστάθιο (Σωμαροστάθη),  και Βασιλεία Μαρκάκη, για την πολύτιμη βοήθειά τους.

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Cretanmagazine