Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Τ’ Ανώγεια είχαν συμμετοχή στην εξέγερση του Νοέμβρη του ‘ 73

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα Ανώγεια τιμούν το Πολυτεχνείο με οδηγό την δική τους νεολαία, αυτή την γενιά που θα νιώσει περισσότερο από όλους τις συνέπειες των μνημονίων και της πολιτικής και οικονομικής κρίσης που πλήττει την χώρα μας


45 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, όπου οι φοιτητές με την κατάληψη της σχολής και τον αιματηρό επίλογο που ακολούθησε  με την στρατιωτική επέμβαση και την είσοδο των τανκς, έδωσαν το καίριο πλήγμα που οδήγησε μετέπειτα στην πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών που είχε την Ελλάδα στον γύψο για επτά ολόκληρα χρόνια.

Τα συνθήματα του Πολυτεχνείου για ”Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία” παραμένουν πάντα επίκαιρα και αποτελούν Φάρο αντίστασης ακόμα και σήμερα όπου η Ελλάδα ζει μια άλλη ιδιότυπη Χούντα, αυτή των μνημονίων και του Δ.Ν.Τ που την κρατάει αιχμάλωτη και υποχείριο των ”ισχυρών” της Ευρώπης.

Το αίμα των εξεγερμένων  της 17ης Νοεμβρίου 1973 βοά και ζητά στις σημερινές δύσκολες στιγμές που περνά ο απλός πολίτης αυτής της χώρας, να βρει άξιους συνεχιστές, ανθρώπους που θα προτάξουν τα στήθη τους και θα σταματήσουν την ξέφρενη πορεία προς τον γκρεμό και την εξαθλίωση.

Ο δικός μας Νίκος  Ξυλούρης, ο Ψαρονίκος  βρέθηκε και τις τρεις ημέρες της κατάληψης στο Πολυτεχνείο και φυγαδεύτηκε από τους φοιτητές λίγες ώρες πριν την είσοδο των τανκς. Το ”Πότε θα κάνει Ξαστεριά” που τραγούδησε μαζί με τον αγωνιζόμενη νεολαία έγινε το τραγούδι-σύμβολο κατά  της 7χρονης τυραννίας. Ο ίδιος σεμνός και μαζεμένος δεν μιλούσε ποτέ για την συμμετοχή του στα τότε γεγονότα. ”Εκεί σκοτώθηκαν άνθρωποι για τα ιδανικά τους. Εγώ δεν σκοτώθηκα” έλεγε ο αείμνηστος Αρχάγγελος της Κρήτης και χαμήλωνε το βλέμμα. Δυστυχώς κάποιοι καπηλεύτηκαν  την συμμετοχή τους στο Πολυτεχνείο. Την εξαργύρωσαν χρόνια μετά στην Μεταπολίτευση, με θέσεις και αξιώματα και δυστυχώς αποδείχτηκαν ανάξιοι να σηκώσουν το βάρος της ευθύνης και ανίκανοι να κάνουν πράξη τα συνθήματα των φοιτητών κατά της δικτατορίας. Σε καμιά περίπτωση όμως το γεγονός αυτό δεν μειώνει το μεγαλείο της αντίστασης και της σημασίας της εξέγερσης του Νοέμβρη του ’73.

Τα Ανώγεια τιμούν το Πολυτεχνείο με οδηγό την δική τους νεολαία, αυτή την γενιά που θα νιώσει περισσότερο από όλους τις συνέπειες των μνημονίων και της πολιτικής και οικονομικής κρίσης που πλήττει την χώρα μας.

Η Β’ Λυκείου Ανωγείων θα πραγματοποιήσει την εκδήλωση  την Πέμπτη το βράδυ, όπου οι μαθητές με τον δικό τους τρόπο και την δική τους φλόγα θα μας παρουσιάσουν το Χρονικό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, διανθισμένο με τραγούδια του Ξυλούρη, του Λοίζου, με ποιήματα του Ρίτσου και του Παλαμά, βροντοφωνάζοντας το δικό τους ”Δεν Θα Περάσει ο Φασισμός”. Στο χωριό μας γίνεται και λαμπαδηφορία στην οποία οι μαθητές βγαίνουν στους δρόμους στις 3 τα ξημερώματα (2.59 όπου το τανκ γκρέμισε την πύλη) και με αναμμένες δάδες φώναζουν συνθήματα και τραγουδούν επαναστατικά τραγούδια.

Ας στρέψουμε λοιπόν το βλέμμα μας στο παρελθόν αυτού του τόπου των τόσων αγώνων για ελευθερία και με οδηγό αυτό ας σηκωθούμε και ας αγωνιστούμε και εμείς για τα δικά μας δικαιώματα που σήμερα ποδοπατιούνται βάναυσα από μια νέα δικτατορική μπότα.

Κλείνοντας αυτό το άρθρο ας παραθέσουμε το Χρονικό των γεγονότων του Πολυτεχνείου αλλά και τους νεκρούς του αιματοβαμμένου Νοέμβρη που στιγμάτισε και καθοδήγησε την σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας.

 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ:

Στις 14 Νοεμβρίου 1973, οι φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφασίζουν αποχή από τα μαθήματα με αίτημα την διεξαγωγή ελεύθερων φοιτητικών εκλογών το ίδιο έτος και όχι στα τέλη του επόμενου χρόνου που είχε αποφασίσει η χούντα. Συνελεύσεις γίνονται και σε άλλα πανεπιστημιακά τμήματα. Πλήθος φοιτητών συρρέουν στο κτίριο του Πολυτεχνείου στην Πατησίων και το απόγευμα της ίδιας ημέρας, παίρνεται η απόφαση για την κατάληψη της σχολής.
Μέσα σε λίγες ώρες κατασκευάζεται ο ραδιοφωνικός πομπός μέσω του οποίου εκφωνήθηκε το πλέον γνωστό μήνυμα «Εδώ Πολυτεχνείο! Λαέ της Ελλάδας το Πολυτεχνείο είναι σημαιοφόρος του αγώνα μας, του αγώνα σας, του κοινού αγώνα μας ενάντια στη δικτατορία και για την Δημοκρατία. Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο. Σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων».

Ακόμη, εγκαθίστανται πολύγραφοι προκειμένου να κοινοποιούνται οι αποφάσεις της συντονιστικής επιτροπής της κατάληψης, ενώ δημιουργήθηκαν και συνεργεία φοιτητών που ετοίμαζαν τα πλακάτ και έγραφαν συνθήματα σε τοίχους και τρόλεϊ.
Τη δεύτερη μέρα της κατάληψης, Πέμπτη 15 Νοεμβρίου, ο ενθουσιασμός των φοιτητών κορυφώθηκε και πραγματοποιήθηκε πορεία με συνθήματα κατά της χούντας.

Την Παρασκευή,16 Νοεμβρίου , μαθητές ενώθηκαν με τους φοιτητές και η εξέγερση γενικεύτηκε. Το στρατιωτικό καθεστώς πλέον βρισκόταν σε κατάσταση επιφυλακής ενώ ο δικτάτορας Παπαδόπουλος είχε εξοργιστεί με την λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού. Λαμβάνεται η απόφαση της εκκένωσης του Πολυτεχνείου με δραστικά αστυνομικά μέσα. Η εξέγερση όμως έχει πλέον γενικευτεί σε όλη την Ελλάδα. Στην πορεία που διοργανώνεται το απόγευμα της ημέρας στο κέντρο της Αθήνας, η αστυνομία επεμβαίνει με ωμή βία, με ξυλοδαρμούς και συλλήψεις συμμετεχόντων.

Τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου βρίσκουν άρματα του στρατού να έχουν παραταχθεί έξω από το Πολυτεχνείο. Η απόφαση έχει παρθεί. Ένα από τα τανκς οδηγείται πάνω στην πύλη του Πολυτεχνείου γκρεμίζοντας την.

Μετά την πτώση της πύλης ένοπλες δυνάμεις εισβάλλουν στο Πολυτεχνείο για να «εκκαθαρίσουν» το χώρο από τα «ταραχοποιά στοιχεία». Φοιτητές συλλαμβάνονται και οδηγούνται στα υπόγεια του ΕΑΤ-ΕΣΑ, ενώ ελεύθεροι σκοπευτές ανοίγουν πυρ από ταράτσες στις οποίες είχαν ακροβολιστεί.
Την επόμενη ημέρα, ο Παπαδόπουλος απευθύνει διάγγελμα στο οποίο αναφέρει πως τα γεγονότα οφείλονταν σε «αναρχικά στοιχεία που απέβλεπαν στην ανατροπή της τάξης» και τα απέδωσε σε συνωμοσία.

 

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Το ζήτημα του ακριβούς αριθμού των νεκρών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και την επιχείρηση καταστολής της, παραμένει ακόμη και σήμερα ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα, προκαλώντας συζητήσεις,αλλά και ισχυρισμούς ανιστόρητους και πέρα από κάθε λογική.

Από τα μέσα του 2002 έχει ξεκινήσει μια ιστορική έρευνα στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών με τίτλο “Τεκμηριώνοντας τα γεγονότα του Νοεμβρίου 1973”. Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας επιχειρείται η συγκέντρωση και επεξεργασία με επιστημονικές μεθόδους τεκμηρίων που αφορούν σε πολλές παραμέτρους των γεγονότων, όπως το χρονικό της εξέγερσης, το επιχειρησιακό σχέδιο για την καταστολή της, η εξέλιξη των γεγονότων έξω από το Πολυτεχνείο κ.ο.κ. Ένα από τα ζητούμενα είναι, φυσικά, ο αριθμός και η ταυτότητα των θυμάτων. Αν και η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, επιχειρείται στο σημείο αυτό μια συνοπτική παρουσίαση των πρώτων διαπιστώσεων, με έμφαση στη “γενεαλογία” του ζητήματος.

Οι 24 πλήρως τεκμηριωμένες περιπτώσεις

  1. Σπυρίδων Κοντομάρης του Αναστασίου, 57 ετών, δικηγόρος (πρώην βουλευτής Κερκύρας της Ένωσης Κέντρου), κάτοικος Αγίου Μελετίου, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 20.30-21.00, ενώ βρισκόταν στη διασταύρωση οδών Γεωργίου Σταύρου & Σταδίου, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έρριχνε η Αστυνομία κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
  2. Διομήδης Κομνηνός του Ιωάννη, 17 ετών, μαθητής, κάτοικος Λευκάδος 7, Αθήνα. Στις 16.11.1973, μεταξύ 21.30 και 21.45, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στη διασταύρωση των οδών Αβέρωφ & Μάρνη, τραυματίστηκε θανάσιμα στην καρδιά από πυρά που έριξαν εναντίον του άνδρες της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών (όπως λεγόταν τότε το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο).
  3. Σωκράτης Μιχαήλ, 57 ετών, εμπειρογνώμων ασφαλιστικής εταιρείας, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Στις 16.11.1973, μεταξύ 21.00 και 22.30, ενώ βρισκόταν μεταξύ των οδών Μπουμπουλίνας και Σόλωνος, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να υποστεί απόφραξη της αριστεράς στεφανιαίας. Μεταφέρθηκε ημιθανής στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. (F Σεπτεμβρίου), όπου και πέθανε.
  4. Toril Margrethe Engeland του Per Reidar, 22 ετών, φοιτήτρια από το Molde της Νορβηγίας. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο στήθος από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο ξενοδοχείο «Ακροπόλ» και αργότερα, νεκρή ήδη, στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ι.Κ.Α. Ανακριβώς είχε αναφερθεί αρχικά από την Αστυνομία ως «Αιγυπτία Τουρίλ Τεκλέτ» και η παρεξήγηση αυτή επιβιώνει ακόμη σε κάποιους «καταλόγους νεκρών».
  5. Βασίλειος Φάμελλος του Παναγιώτη, 26 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από τον Πύργο Ηλείας, κάτοικος Κάσου 1, Κυψέλη, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών.
  6. Γεώργιος Σαμούρης του Ανδρέα, 22 ετών, φοιτητής Παντείου, από την Πάτρα, κάτοικος πλατείας Κουντουριώτου 7, Κουκάκι. Στις 16.11.1973 γύρω στις 24.00, ενώ βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή του Πολυτεχνείου (Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων), τραυματίστηκε θανάσιμα στον τράχηλο από πυρά της αστυνομίας. Μεταφέρθηκε στο πρόχειρο ιατρείο του Πολυτεχνείου, όπου απεβίωσε. Από εκεί μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ι.Κ.Α. Ανακριβώς είχε αναφερθεί αρχικά από την Αστυνομία ως «Χαμουρλής».
  7. Δημήτριος Κυριακόπουλος του Αντωνίου, 35 ετών, οικοδόμος, από τα Καλάβρυτα, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Κατά τις βράδυνες ώρες της 16.11.1973 ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια και στη συνέχεια κτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, συνεπεία των οποίων πέθανε, από οξεία ρήξη αορτής, τρεις ημέρες αργότερα, στις 19.11.1973, ενώ μεταφερόταν στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ.
  8. Σπύρος Μαρίνος του Διονυσίου, επονομαζόμενος Γεωργαράς, 31 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από την Εξωχώρα Ζακύνθου. Κατά τις βράδυνες ώρες της 16.11.1973, ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, κτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, και υπέστη κρανιοε-γκεφαλικές κακώσεις. Μεταφέρθηκε στο Θεραπευτήριο Πεντέλης, όπου πέθανε τη Δευτέρα, 19.11.1973, από οξύ αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Τάφηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου στις 9.9.1974, έγινε τελετή στη μνήμη του.
  9. Νικόλαος Μαρκούλης του Πέτρου, 24 ετών, εργάτης, από το Παρ-θένι Θεσσαλονίκης, κάτοικος Χρηστομάνου 67, Σεπόλια, Αθήνα, εργάτης. Κατά τις πρωινές ώρες της 17.11.1973, ενώ βάδιζε στην πλατεία Βάθης, τραυματίστηκε στην κοιλιά από ριπή στρατιωτικής περιπόλου. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε τη Δευτέρα 19.11.1973.
  10. Αικατερίνη Αργυροπούλου σύζυγος Αγγελή, 76 ετών, κάτοικος Κέννεντυ και Καλύμνου, Αγιοι Ανάργυροι Αττικής. Στις 10.00 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού της, τραυματίστηκε στην πλάτη από σφαίρα. Διακομίστηκε στην κλινική «Παμμακάριστος» (Κάτω Πατήσια), όπου νοσηλεύτηκε επί ένα μήνα και κατόπιν μεταφέρθηκε στο σπίτι της, όπου πέθανε συνεπεία του τραύματος της μετά από ένα εξάμηνο (Μάιος 1974).
  11. Στυλιανός Καραγεώργης του Αγαμέμνονος, 19 ετών, οικοδόμος, κάτοικος Μιαούλη 38, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 10.15 το πρωί της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στην οδό Πατησίων, μεταξύ των κινηματογράφων «ΑΕΛΑΩ» και «ΕΑΛΗΝΙΣ», τραυματίστηκε από ριπή πολυβόλου που έρριξε εναντίον τους περίπολος πεζοναυτών που επέβαινε ενός τεθωρακισμένου οχήματος. Μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου πέθανε μετά από 12 μέρες, στις 30.11.1973.
  12. Μάρκος Καραμανής του Δημητρίου, 23 ετών, ηλεκτρολόγος, από τον Πειραιά, κάτοικος Χίου 35, Αιγάλεω. Στις 10.30 περίπου το πρωί της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα πολυκατοικίας επί της πλατείας Αιγύπτου 1, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του Ο.Τ.Ε. (αυτουργός ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Αυμπέρης, 573ου Τάγματος Πεζικού). Μεταφέρθηκε στην κλινική «Παντάνασσα» (πλατεία Βικτωρίας), όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
  13. Αλέξανδρος Σπαρτίδης του Ευστρατίου, 16 ετών, μαθητής, από τον Πειραιά, κάτοικος Αγίας Λαύρας 80, Αθήνα. Στις 10.30 με 11.00 περίπου το πρωί της 17.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Κότσικα, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του Ο.Τ.Ε. (αυτουργός ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δυμπέρης, 573ου Τάγματος Πεζικού). Με διαμπερές τραύμα μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου τον βρήκε νεκρό ο πατέρας του.
  14. Δημήτριος Παπαϊωάννου, 60 ετών, διευθυντής ταμείου αλευροβιομηχάνων, κάτοικος Αριστομένους 105, Αθήνα. Γύρω στις 11.30 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην πλατεία Ομονοίας, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του, συνεπεία εμφράγματος.
  15. Γεώργιος Γεριτσίδης του Αλεξάνδρου, 47 ετών, εφοριακός υπάλληλος, κάτοικος Ελπίδος 29, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 12.00 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του στα Νέα Λιόσια, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά που διέσχισαν τον ουρανό του αυτοκινήτου. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.
  16. Βασιλική Μπεκιάρη του Φωτίου, 17 ετών, εργαζόμενη μαθήτρια, από τα Αμπελάκια Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Μεταγένους 8, Νέος Κόσμος. Στις 12.00 το μεσημέρι της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα του σπιτιού της, τραυματίστηκε θανάσιμα στον αυχένα από πυρά. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και στη συνέχεια στον «Ευαγγελισμό», όπου πέθανε αυθημερόν.
  17. Δημήτρης Θεοδώρας του Θεοφάνους, 52 ετών, κάτοικος Ανακρέοντος 2, Ζωγράφου. Στις 13.00, της 17.11.1973, ενώ διέσχιζε με τη μητέρα του τη διασταύρωση της οδού Ορεινής Ταξιαρχίας με τη λεωφόρο Παπάγου στου Ζωγράφου, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά στρατιωτικής περιπόλου με επικεφαλής αξιωματικό (πιθανόν ο ίλαρχος Σπυρίδων Σταθάκης του Κ.Ε.Τ/Θ), που βρισκόταν ακροβολισμένη στο λόφο του Αγίου Θεράποντος. Εξέπνευσε ακαριαία και όταν μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο των Παίδων, απλώς διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
  18. Αλέξανδρος Βασίλειος (Μπασρί) Καράκας, 43 ετών, Αφγανός τουρκικής υπηκοότητας, ταχυδακτυλουργός, κάτοικος Μύρων 10, Αγιος Παντελεήμονας, Αθήνα. Στις 13.00, της 17.11.1973, ενώ βάδιζε με τον 13χρονο γιο του στη διασταύρωση των οδών Χέϋδεν και Αχαρνών, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από ριπή μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε απευθείας στο νεκροτομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
  19. Αλέξανδρος Παπαθανασίου του Σπυρίδωνος, 59 ετών, συνταξιούχος εφοριακός, από το ΚεράσοΒο Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Νάξου 116, Αθήνα. Στις 13.30 της 18.11.1973, ενώ βάδιζε με τις ανήλικες κόρες του στη διασταύρωση των οδών Δροσοπούλου και Κύθνου, απέναντι από το ΙΣΤ’ Αστυνομικό Τμήμα, βρέθηκε εν μέσω πυρών, προερχομένων από τους αστυνομικούς του Τμήματος, με αποτέλεσμα να πάθει συγκοπή. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
  20. Ανδρέας Κούμπος του Στέργιου 63 ετών, βιοτέχνης, από την Καρδίτσα, κάτοικος Αμαλιάδος 12, Κολωνός. Γύρω στις 11.00 με 12.00 της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Γ’ Σεπτεμβρίου και Καποδιστρίου, τραυματίστηκε στη λεκάνη από πυρά μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και τέλος στο Κ.Α.Τ., όπου και πέθανε στις 30.1.1974.
  21. Μιχαήλ Μυρογιάννης του Δημητρίου, 20 ετών, ηλεκτρολόγος, από τη Μυτιλήνη, κάτοικος Ασημάκη Φωτήλα 8, Αθήνα. Στις 12.00 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά περιστρόφου αξιωματικού του Στρατού (αυτουργός ο συνταγματάρχης Νικόλςος Ντερτι-λής). Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. σε κωματώδη κατάσταση και κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.
  22. Κυριάκος Παντελεάκης του Δημητρίου, 44 ετών, δικηγόρος, από την Κροκέα Λακωνίας, κάτοικος Φερρών 5, Αθήνα. Στις 12.00 με 12.30 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος, τραυματίστηκε θανάσιμα από πυρά διερχομένου άρματος μάχης. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου και πέθανε στις 27.12.1973.
  23. Ευστάθιος Κολινιάτης, 47 ετών, από τον Πειραιά, κάτοικος Νικο-πόλεως 4, Καματερό Αττικής. Κτυπήθηκε στις 18.11.1973 από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, και υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων πέθανε στις 21.11.1973.
  24. Ιωάννης Μικρώνης του Αγγέλου, 22 ετών, φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, από την Ανω Αλισσό Αχαΐας. Συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών. Κτυπήθηκε μετά τα γεγονότα, υπό συνθήκες που παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστες. Συνεπεία της κακοποίησης του υπέστη ρήξη του ήπατος, εξαιτίας της οποίας πέθανε στις 17.12.1973 στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου νοσηλευόταν. Σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, ο τραυματισμός του συνέβη στην Πάτρα, άλλες όμως πληροφορίες τον τοποθετούν στην Αθήνα. Η περίπτωση του παραμένει υπό έρευνα.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Βασίλης Λυμπέρης: Ο τελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε στην Ελλάδα το 1972

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γνωριμία και ο γάμος του με τη Βασιλική Μάρκου – Τα προβλήματα, ο χωρισμός και η απόφαση του Λυμπέρη να κάψει το σπίτι του – Οι τρεις συνεργοί του – Πώς έγινε το φρικιαστικό έγκλημα – Το σκηνικό της τραγωδίας, η σύλληψη του Λυμπέρη και των συνεργών του – Το δικαστήριο, η απόφαση και η εκτέλεση του Λυμπέρη


Τον τελευταίο καιρό είναι πολλά και διαδοχικά τα εγκλήματα που έχουν συγκλονίσει την κοινή γνώμη και έχουν προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Η φρικτή δολοφονία της άτυχης Ελένης στη Ρόδο πέρα από όλα τα άλλα, έχει προκαλέσει στα τηλεοπτικά παράθυρα, τα σάιτ και τα σόσιαλ μίντια μεγάλες συζητήσεις. Ανάμεσα σε όλα όσα γράφονται ή ακούγονται ,δεσπόζουσα θέση κατέχει η συζήτηση για την επαναφορά της θανατικής ποινής στη χώρα μας για ειδεχθή εγκλήματα.

Τυπικά η θανατική ποινή καταργήθηκε το 1993 από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, ουσιαστικά όμως έπαψε να ισχύει από το 1972, οπότε και εκτελέστηκε ο τελευταίος θανατοποινίτης στην Ελλάδα, ο Βασίλειος Λυμπέρης. Για την υπόθεση αυτή έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Θα παραθέσουμε όμως και στο άρθρο μας αυτό, στοιχεία που δεν υπάρχουν αλλού, καθώς την υπόθεση Λυμπέρη περιγράφει ανάμεσα σε δεκάδες άλλες, ο “πατριάρχης του αστυνομικού ρεπορτάζ” στη χώρα μας Πάνος Σόμπολος στο βιβλίο του “Οι Αστέρες του Εγκληματικού Πανθέου”.

 

Ο μοιραίος γάμος

Στις αρχές Μαΐου 1967 ο Γιώργος Λυμπέρης, πατέρας του Βασίλη Λυμπέρη, νοσηλευόταν μετά από έμφραγμα που είχε υποστεί στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών. Στο ίδιο νοσοκομείο και στον ίδιο θάλαμο νοσηλευόταν και ο Π. Μάρκου. Κατά τις επισκέψεις στον πατέρα της η Βασιλική Μάρκου, γνώρισε τον ηλεκτρολόγο Β.Λυμπέρη και τον ερωτεύτηκε. Στις 19 Αυγούστου 1967 οι δύο νέοι αρραβωνιάστηκαν. Ο Λυμπέρης ήταν τότε 22 ετών και η Βασιλική 19. Στις 17 Δεκεμβρίου 1967 έγινε ο γάμος τους. Οι δύο νέοι εγκαταστάθηκαν στο σπίτι της Βασιλικής στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου ,στο τέρμα της οδού 28ης Οκτωβρίου. Σύντομα όμως άρχισαν τα προβλήματα. Έντονοι διαπληκτισμοί, συνεχείς φιλονικίες και καβγάδες. Ο Λυμπέρης αργότερα ισχυρίστηκε ότι είχε ζητήσει από σύζυγό του να χωρίσουν πριν αποκτήσουν παιδιά, αυτή όμως δεν δεχόταν γιατί τον αγαπούσε πολύ και πίστευε ότι η κατάσταση σταδιακά θα βελτιωνόταν.

Στις 26 Ιουνίου 1969 γεννήθηκε το πρώτο παιδί του ζευγαριού η Παναγιώτα, ένα πανέμορφο κοριτσάκι, ενώ αργότερα γεννήθηκε το δεύτερο παιδί τους ο Γιώργος.

Ενώ η Βασιλική ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί τους οι τσακωμοί στο οικογενειακό περιβάλλον εντάθηκαν, κυρίως ανάμεσα στον Λυμπέρη και την πεθερά του. Έτσι εκείνος αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικογένειά του και να εγκατασταθεί σε σπίτι στην πλατεία Βάθη στην οδό Σωνιέρου 15, όπου πλέον ζούσε μόνος του. Συγγενείς και φίλοι της οικογένειας κατηγορούσαν τον Λυμπέρη ότι μεταχειριζόταν άσχημα τη Βασιλική, μεθούσε και σπαταλούσε πολλά χρήματα σε κέντρα διασκέδασης συχνά με συντροφιά γυναικών, ενώ είχε πουλήσει κι ένα προικώο οικόπεδο. Τα χρήματα που εισέπραξε από την πώληση τα ξόδεψε σε ασωτίες και διασκεδάσεις.

Κάποιοι έλεγαν ότι δεν πρόσεχε καθόλου την οικογένειά του και ότι έπαιρνε χρήματα από την πεθερά του τα οποία δεν τα επέστρεφε ποτέ. Η σύζυγός του, Βασιλική ωστόσο ήταν ερωτευμένη μαζί του. Ο Λυμπέρης υποστήριζε ότι η Βασιλική δεν ήταν καλή νοικοκυρά, ότι δεν ταίριαζαν καθόλου και ότι δεν άξιζε να είναι γυναίκα του.

 

Το σατανικό σχέδιο

Τα Χριστούγεννα του 1971, στην οδό Σωνιέρου, ο Λυμπέρης γνωρίστηκε με τρεις νεαρούς που έμεναν στην ίδια πολυκατοικία. Τον 20χρονο Αθανάσιο Σταμάτη, τον 25χρονο Θεόδωρο Καπρέτσο και τον 18χρονο Παύλο Αγγελόπουλο. Ένα βράδυ, εμφανώς πιωμένος, ο Λυμπέρης τους είπε ότι κάποιος φίλος του είχε κάψει το σπίτι και την οικογένειά του και δεν είχε συλληφθεί και ότι θα έκανε και αυτός το ίδιο. Ο Αγγελόπουλος του είπε ότι δεν έπρεπε να κάνει κάτι τέτοιο και να λύσει “ειρηνικά” τις διαφορές του με τη σύζυγο και την πεθερά του. Ο Λυμπέρης ήταν όμως αποφασισμένος. Είχε εγκαταλείψει τη δουλειά του (ήταν ηλεκτρολόγος) και τον απασχολούσε μόνο το πώς θα πραγματοποιήσει το εγκληματικό του σχέδιο. Λέγοντας στους υπόλοιπους ότι η πεθερά και η γυναίκα του είχαν μεγάλη περιουσία, έπεσε αρχικά τον Αγγελόπουλο, υποσχόμενος ότι θα του αγοράσει αυτοκίνητο και θα του δώσει χρήματα, αν τον βοηθήσει, ενώ το ίδιο έγινε στη συνέχεια με τον Καπρέτσο και τον Σταμάτη.

 

Το φρικτό έγκλημα

Ο Λυμπέρης έπεισε τον Αγγελόπουλο να βάλουν φωτιά στο σπίτι όπου έμενε η οικογένεια του ενώ θα έλειπαν όλοι απ’ αυτό.

Ένα βράδυ, ο Λυμπέρης με τον Αγγελόπουλο πήγαν στο σπίτι στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου με ένα μπιτόνι βενζίνη. Τελικά δεν πραγματοποίησαν το σχέδιό τους είτε γιατί η βενζίνη ήταν λίγη είτε γιατί μέσα στο σπίτι βρίσκονταν και τα παιδιά.

Ωστόσο μερικές μέρες αργότερα έγινε τελικά το φρικτό έγκλημα. Στις 2.10 τη νύχτα της 5ης Ιανουαρίου 1972 ο Λυμπέρης, ο Αγγελόπουλος και ο Καπρέτσος μπήκαν στο αυτοκίνητο του πρώτου και ξεκίνησαν αποφασισμένοι να πραγματοποιήσουν όσα είχαν σχεδιάσει. Ο Λυμπέρης, ο οποίος είχε απειλήσει τους άλλους δύο ότι θα τους σκοτώσει αν μιλήσουν στην αστυνομία, αγόρασε από ένα πρατήριο υγρών καυσίμων στη Λεωφόρο Κηφισίας μεγάλη ποσότητα βενζίνης.

Φτάνοντας στο σπίτι άφησαν τον Καπρέτσο σαν τσιλιαδόρο να τους “σφυρίξει” αν έβλεπε ή άκουγε κάτι ύποπτο. Ο Αγγελόπουλος με δύο μπιτόνια βενζίνης προχώρησε προς την είσοδο. Ακολούθησε ο Λυμπέρης που κρατούσε το τρίτο μπιτόνι. Άνοιξε την πόρτα και άφησε το κλειδί πάνω στην κλειδαριά. Ο Αγγελόπουλος ξαφνικά μετάνιωσε, ο Λυμπέρης όμως τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει και έτσι συνέχισε τη δράση του. Με ένα μπιτόνι βενζίνη στα χέρια ο καθένας (το τρίτο το είχαν αφήσει στην είσοδο) μπήκαν στο σπίτι. Ο Αγγελόπουλος πήγε στο δωμάτιο που κοιμόταν η πεθερά του Λυμπέρη, ενώ δίπλα της σε μία κούνια κοιμόταν το αγοράκι. Ο Λυμπέρης πήγε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η γυναίκα του με την μικρή κόρη τους. Πρώτος ο Αγγελόπουλος άδειασε τη βενζίνη στο δωμάτιο της πεθεράς του Λυμπέρη. Άναψε ένα σπίρτο, το οποίο έσπασε. Στη συνέχεια, άναψε και δεύτερο. Το ίδιο έκανε και ο Λυμπέρης στο άλλο δωμάτιο.

Ακολούθησαν κόλαση φωτιάς, εκρήξεις και κραυγές απόγνωσης από τις δύο γυναίκες και τα μικρά παιδιά. Παντού φλόγες και καπνοί. Η Βασιλική πετάχτηκε από το κρεβάτι της και προσπάθησε να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και την Πυροσβεστική, όμως ο Λυμπέρης με μίσος και μανία την έπιασε από τα μαλλιά και την έριξε στις φλόγες, ενώ παράλληλα καθώς ήταν πεσμένη κάτω, την πατούσε στο στήθος με το πόδι για να μην γλιτώσει, λέγοντας της “τώρα θα τα πληρώσεις όλα…”.

Ο Αγγελόπουλος ακούγοντας τις κραυγές των γυναικών και των παιδιών, λύγισε. Πήρε το τρίτο μπιτόνι με τη βενζίνη και προσπάθησε να το αδειάσει πάνω στον Λυμπέρη για να τον κάψει. Αργότερα ισχυρίστηκε ότι το έκανε αυτό επειδή ο Λυμπέρης τους είπε ψέματα πως τα παιδιά δεν ήταν στο σπίτι. Τελικά ο Λυμπέρης κρύφτηκε πίσω από μία πόρτα και γλίτωσε. Αμέσως μετά, Λυμπέρης, Αγγελόπουλος και Καπρέτσος επέστρεψαν στην Πλατεία Βάθη.

Ο Λυμπέρης που είπε στους άλλους δύο “ό,τι έγινε έγινε, μη μιλήσει κανείς”, είχε εγκαύματα στο πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια, ενώ τα ρούχα των δύο δραστών είχαν καεί σε αρκετά σημεία. Αφού άλλαξαν, έδωσαν τα καμένα ρούχα στον Σταμάτη ο οποίος τα πέταξε σε ένα κάδο απορριμμάτων.

Η αποκάλυψη του εγκλήματος

Στις 5 το πρωί, ο Αντώνης Στρογγυλούδης, σύζυγος της αδελφής της Βασιλικής, Ευαγγελίας, περνώντας από το σπίτι της πεθεράς του με το αυτοκίνητό του για να πάει στη δουλειά, είδε να βγαίνουν από μέσα καπνοί. Έτρεξε και κατάφερε να μπει στο σπίτι. Πίσω από την πόρτα ήταν πεσμένη και βογκούσε η κουνιάδα του η Βασιλική. Λίγο πιο πέρα βρισκόταν ο Γιωργάκης που σημειωτέον την επόμενη μέρα θα γιόρταζε τα γενέθλιά του. Η Παναγιώτα βρισκόταν στο δωμάτιο όπου κοιμόταν με τη γιαγιά της η οποία βρέθηκε στο μπάνιο. Σε λίγο έφτασε η αδελφή της Βασιλικής, Ευαγγελία που όπως είπε ένιωσε ανατριχίλα καθώς το θέαμα ήταν φρικτό. Η Βασιλική ήταν μισοπεθαμένη, με καθολικά εγκαύματα. Την μετέφεραν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών. Δεν άντεξε. Το βράδυ ξεψύχησε, πρόλαβε όμως στο νοσοκομείο να πει λίγα λόγια στη θεία της Αθήνα Μάρκου που ήταν μοναχή και έφερε το όνομα Φιλοθέη και στους γιατρούς. Τους αποκάλυψε ότι δράστης του στυγερού εγκλήματος ήταν ο σύζυγός της. Στο γιατρό Νίκο Σγούρδα είπε ότι γνώριζε και για την εξωσυζυγική σχέση του άντρα της με κάποια Μαρία, 18 ετών τότε, και πρόσθεσε ότι ίσως ο Λυμπέρης έκανε το έγκλημα γιατί στις 18 Ιανουαρίου θα γινόταν η δίκη για τη διατροφή που έπρεπε να πληρώσει. Εντυπωσιακό είναι ότι η Βασιλική είπε στο γιατρό “Μην του κάνετε κακό, μην του κάνετε κακό…”. Δυστυχώς, λίγες ώρες αργότερα, υπέκυψε.

Ο προϊστάμενος τότε της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Σωκράτης Καψάσκης, είπε: “Πρόκειται για το ανατριχιαστικότερο έγκλημα που έγινε ποτέ στην Ελλάδα. Απαισιότερο έγκλημα δεν έχω ιδεί στα 30 χρόνια της σταδιοδρομίας μου ως ιατροδικαστού”.

Οι δύο γυναίκες είχαν εγκαύματα στο 95% του σώματός τους. Μάλιστα η Βασιλική είχε τυφλωθεί, ενώ τα δύο παιδάκια είχαν εγκαύματα στο 75% του σώματός τους. Την Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 1972, έγινε η κηδεία των τεσσάρων θυμάτων του Λυμπέρη και των συνεργών του.

Η αποκάλυψη των δολοφόνων

Ο Λυμπέρης είχε συμβουλεύσει τους συνεργούς του να πουν ότι μέχρι τα μεσάνυχτα έπαιζαν χαρτιά και έπειτα κοιμήθηκαν για να πάνε το πρωί στις δουλειές τους. Για τα εγκαύματά του ο ίδιος θα ισχυριζόταν ότι πήρε φωτιά το καμινέτο ενώ έφτιαχνε καφέ και κάηκε. Μάλιστα στον πατέρα του που του τηλεφώνησε να μάθει τι έγινε, έκανε τον ανήξερο. Βέβαιος ότι και τα τέσσερα μέλη της οικογένειάς του ήταν νεκρά, ξεκίνησε και πήγε στο σπίτι στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου. Πολύς κόσμος ήταν μαζεμένος. Όλοι πίστευαν ότι το σπίτι πήρε φωτιά από τη σόμπα ή κάποιο άλλο τυχαίο γεγονός. Ο Λυμπέρης φαινόταν θλιμμένος και συγκλονισμένος από το κακό που τον βρήκε. Εκείνη τη μέρα κυκλοφόρησαν έκτακτες εκδόσεις για το περιστατικό το οποίο απέδιδαν σε τυχαίο γεγονός. Ο Λυμπέρης όταν διάβασε τα όσα γράφονταν ήταν πλέον σίγουρος ότι έχει διαπράξει το τέλειο έγκλημα. Σύντομα όμως, η μοναχή Φιλοθέη τηλεφώνησε στον συνταγματάρχη της χωροφυλακής Μαυροειδή, τον ενημέρωσε για τις αποκαλύψεις της ανιψιάς της.

Ο Λυμπέρης οδηγήθηκε στο Τμήμα Χαλανδρίου και ανακρίθηκε. Αρχικά είπε όλα όσα είχε προετοιμάσει από πριν. Σύντομα κλήθηκαν για κατάθεση και οι Αγγελόπουλος-Καπρέτσος. Ο Λυμπέρης αν και δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τα εκτεταμένα εγκαύματα, εξακολουθούσε να παριστάνει τον αθώο. Όταν όμως έφτασε στο τμήμα η μοναχή Φιλοθέη που αποκάλυψε ό,τι της είχε πει η Βασιλική, ο Λυμπέρης που νόμιζε ότι η σύζυγός του ήταν νεκρή, λύγισε και ομολόγησε. Το ίδιο έκαναν μετά και οι δύο συνεργοί του. Την επόμενη ημέρα έγινε η αναπαράσταση του εγκλήματος. 1.500 άτομα είχαν συγκεντρωθεί, τα οποία έβριζαν και καταριόνταν τους φονιάδες, ενώ ζητούσαν να τους εκτελέσουν. Η υπόθεση για πολλές μέρες απασχόλησε την κοινή γνώμη, ενώ το γεγονός μεταδόθηκε και στο εξωτερικό από τα διεθνή πρακτορεία.

Η δίκη

Η εκδίκαση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 5 Μαΐου 1972, ημέρα Παρασκευή. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Κ. Ποταμιάνος και εισαγγελέας ο Γ. Δημητριάδης. Ο Λυμπέρης στην απολογία του ισχυρίστηκε ότι αιτία για τα προβλήματα στον γάμο του ήταν η πεθερά του. Πίστευε ότι αν έκαιγε το σπίτι η γυναίκα του και τα παιδιά του θα ερχόταν να μείνουν μαζί του. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι γνώριζε πως η Βασιλική και τα δύο μικρά βρίσκονταν εκείνο το βράδυ στο σπίτι και πως ζήτησε και μόνος του από τον ανακριτή να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου αν οι Αρχές πίστευαν ότι είχε σκοπό να κάψει τέσσερις ανθρώπους. Οι άλλοι τέσσερις κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν την τους και δήλωσαν μετανιωμένοι. Το μεσημέρι της Κυριακής 7 Μαΐου 1972, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του. Ο Λυμπέρης και ο Αγγελόπουλος καταδικάστηκαν 4 φορές σε θάνατο, ο Καπρέτσος σε ισόβια κάθειρξη και ο Σταμάτης σε φυλάκιση τριών ετών. Το ακροατήριο ξέσπασε σε χειροκροτήματα στο άκουσμα των ποινών. Ο Λυμπέρης μεταφέρθηκε αρχικά στις φυλακές της Αίγινας, όπου κρατήθηκε σε ειδικό χώρο και όχι σε κελί, από φόβο μήπως οι άλλοι κρατούμενοι τον κακοποιήσουν ή τον σκοτώσουν.

 

Η τελευταία εκτέλεση

Αργότερα, μεταφέρθηκε στις φυλακές Αλικαρνασσού στο Ηράκλειο της Κρήτης. Η αίτησή του για απονομή χάριτος απορρίφθηκε και έτσι βρέθηκε απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Στις 5.50 το πρωί της Παρασκευής 25 Αυγούστου 1972, μεταφέρθηκε στην ορεινή θέση “Δύο Αοράκια” στο πεδίο βολής της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ), κοινώνησε από δύο ιερείς, τους Κωνσταντίνο Ασπετάκη και Μανώλη Ανδριανάκη. Ο Εισαγγελέας Α. Νικολόπουλος τον ρώτησε αν είχε κάποια επιθυμία ή αν ήθελε να πει κάτι. Εκείνος όμως σκυμμένος όλη την ώρα απάντησε αρνητικά. Ο Λυμπέρης εκτελέστηκε από 12μελές απόσπασμα. Μόνο τα 6 από τα 12 όπλα περιείχαν πυρά για να μην γνωρίζει κάθε στρατιώτης αν από δική του σφαίρα σκοτώθηκε ο καταδικασμένος σε θάνατο. Ο Λυμπέρης τάφηκε στη Νέα Αλικαρνασσό Ηρακλείου.

Ο Αγγελόπουλος δεν εκτελέστηκε καθώς δεν είχε συμπληρώσει τα 18 του χρόνια. Αργότερα έγινε αναστολή της εκτέλεσης και το 1975 η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, του απονεμήθηκε χάρη και μετά από 20 χρόνια στη φυλακή αφέθηκε ελεύθερος.

 

Οι σατανάδες της νύχτας

Η υπόθεση Λυμπέρη μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1972 (πραγματικά εντυπωσιακά γρήγορα) έγινε η πρώτη προβολή της ταινίας “Σατανάδες της Νύχτας” που ήταν βασισμένη στα γεγονότα που αναφέραμε. Σκηνοθέτης της ταινίας ήταν ο Μάριος Ρετσίλας και σεναριογράφος ο Βασίλης Μανουσάκης. Τον Βασίλη Λυμπέρη ενσάρκωσε ο έξοχος ηθοποιός Γιάννης Κατράνης. Πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Άρης Μιχόπουλος, Μάκης Γιαννόπουλος Χρήστος Καλαβρούζος, Βαγγέλης Τραϊφόρος, Κική Γρηγορίου, Μαρία Συνοδινού, Μάνος Βενιέρης και άλλοι. Η ταινία έκοψε 56.650 εισιτήρια (33η ανάμεσα σε 66 ταινίες της σεζόν 1972-73, με πρώτη τη “Μαρία της Σιωπής”, με 202. 403 εισιτήρια).

(Α. Ρουβάς – Χ. Σταθακόπουλος, “Ελληνικός Κινηματογράφος” και Στάθης Βαλούκος, “Φιλμογραφία Ελληνικού Κινηματογράφου”)

Αυτή ήταν και η τελευταία εκτέλεση θανατοποινίτη στη χώρα μας. Όσες φορές στη συνέχεια επιβλήθηκε η θανατική ποινή στη χώρα μας δεν εκτελέστηκε. Η οριστική κατάργηση της θανατικής ποινής έγινε από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου τον Δεκέμβριο του 1993.

Πηγή: Πάνος Σόμπολος, “Οι Αστέρες του Εγκληματικού Πανθέου, όπως τους έζησα”, εκδόσεις Πατάκη 2017.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΘΕΜΑ

Σαν σήμερα το Ολοκαύτωμα στα Καλάβρυτα

Δημοσιεύτηκε

στις

Το μεγαλύτερο έγκλημα εναντίον αμάχου πλυθυσμού από τους Ναζί στην Κατεχόμενη Ελλάδα, ήταν το Ολοκαύτωμα στα Καλάβρυτα της Πελοποννήσου, στις 13 Δεκεμβρίου του 1943


Το πρωί της Δευτέρας, 13 Δεκεμβρίου, οι άνδρες της 117 Μεραρχίας Καταδρομών υπό τον ταγματάρχη Χανς Εμπερσμπέργκερ, που εφάρμοζε τις διαταγές του διοικητή της Μεραρχίας, στρατηγού Καρλ φον Λε Σουίρ, μάζεψαν όλους τους κατοίκους των Καλαβρύτων στο Δημοτικό Σχολείο της πόλης. Εκεί έγινε διαλογή: Οι γυναίκες, τα παιδιά και οι γέροι παρέμειναν κλειδωμένοι στο σχολείο, ενώ οι άντρες, από 16 μέχρι 60 ετών, οδηγήθηκαν σε ένα χωράφι δέκα λεπτά απόσταση από την κεντρική πλατεία, (στο χωράφι του δασκάλου Καπή), όπου του έζωσαν τριγύρω με πολυβόλα. Συγχρόνως, άλλες ομάδες Γερμανών άρχισαν την λεηλασία και την καταστροφή των Καλαβρύτων.

Το μεσημέρι, στις 2.34, όπως δείχνει ακόμα το ρολόι της εκκλησίας της πόλης που έχει παγώσει σ’ αυτή τη μαύρη ώρα, με μια φωτοβολίδα που έριξε από το κέντρο της πόλης ο ταγματάρχης Εμπερσμπέργκερ, δόθηκε το σύνθημα. Το παράγγελμα ήρθε από τον επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος, τον υπολοχαγό Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ, κι οι τριανταπέντε Γερμανοί στρατιώτες που χειρίζονταν τα πολυβόλα άνοιξαν πυρ. Οι άντρες των Καλαβρύτων θερίστηκαν κυριολεκτικά από τα πυκνά διασταυρούμενα πυρά. Μετά, οι Γερμανοί στρατιώτες έδωσαν τη χαριστική βολή σ’ όποιον έβλεπαν να σαλεύει μέσα στον ματωμένο σωρό. Απολογισμός: περί τους επτακόσιους νεκρούς μέσα σε λίγα λεπτά. Σώθηκαν μόνο 13 Καλαβρυτινοί, που, καθώς καλύφθηκαν από τους νεκρούς συμπολίτες τους, οι Ναζί τους θεώρησαν νεκρούς.

Μετά, οι Γερμανοί Καταδρομείς πυρπόλησαν όλα τα σπίτια της πόλης και έσπευσαν να «περιποιηθούν» και τις γυναίκες, τα παιδιά και του γέροντες που ήταν ακόμα κλειδωμένοι στο σχολείο, βάζοντας φωτιά στο κρτίρο. Οι απώλειες θα ήταν –κι εκεί- τραγικές, αλλά οι περισσότερες σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, που τις άφησε να φύγουν. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε… Συνολικά, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές. Να μην πάει χαμένος και ο κόπος τους…

Κανείς δεν πλήρωσε γι’ αυτό το φρικαλέο έγκλημα. Κανείς δεν τιμωρήθηκε, ούτε δόθηκε η οποιαδήποτε ικανοποίηση, ή αποζημίωση, σε κανέναν. Το 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες Ράου, επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα και εξέφρασε τη βαθιά θλίψη του για την τραγωδία. Ωστόσο δεν ανέλαβε καμιά ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους, ενώ δεν είπε τίποτα για αποζημίωση…

Δεν έχει νόημα να πούμε τίποτα άλλο γι’ αυτή τη θηριωδία. Ας κλείσουμε με την κάλυψη του γεγονότος από τον Ριζοσπάστη, στο έκτακτο φύλλο του της 24ης Δεκέμβρη του 1943:

«Στα Καλάβρυτα ξετυλίχτηκε μια φρικαλέα πράξη απ’ την πιο φοβερή τραγωδία που έζησε η Ελλάδα και ολόκληρη η Ευρώπη. Ορδές των Ούννων έκαναν επιδρομή και μπήκαν στα Καλάβρυτα που ο πληθυσμός είχε αδειάσει και αποσύρθηκε ολόκληρος στα βουνά. Οι άνανδροι Ούννοι, βαρβαρότεροι και απ’ τις άγριες φυλές της ζούγκλας, κάλεσαν τον πληθυσμό να ξαναγυρίσει στα Καλάβρυτα με την υπόσχεση ότι δεν είχε να πειραχτεί κανένας. Ο πληθυσμός ξαναγύρισε και τότε οι Ούννοι, οι προστάτες των Ράλληδων Ντερτιλήδων, ρίχτηκαν στην εξόντωση των αθώων και ανυπεράσπιστων ανθρώπων. Εκλεισαν όλα τα γυναικόπαιδα σε ένα σχολείο και έβαλαν φωτιά. Τυλιγμένες απ’ τις φλόγες οι γυναίκες πάλεβαν να σπάσουν τις πόρτες, ενώ έριχναν τα παιδιά όξω απ’ τα παράθυρα για να σωθούν. Εσπασαν τις πόρτες και μισοκαμένος και ξετρελαμένος αυτός ο κόσμος ρίχτηκε στους δρόμους οπότε αντιμετώπισε άλλο φρικτό θέαμα. Οι Ούννοι είχαν συγκεντρώσει σε μια διπλανή πλαγιά τον άρρενα πληθυσμό από δεκάξι χρονών και πάνου και τον θέριζαν με πολυβόλα. Σκότωσαν πάνου από οχτακόσιους ανθρώπους και κάμποσες γυναίκες που με θρήνους και οδυρμούς έτρεξαν να περιμαζέψουν τα πτώματα που είταν βουτηγμένα σε βούρκο αίματος. Οι Ούννοι απόκλεισαν τα Καλάβρυτα και απαγόρεψαν και στον Ερυθρό Σταυρό να επικοινωνήσει και να στείλει οποιαδήποτε βοήθεια στα τραγικά θύματα.

Οι Ούννοι, αυτές οι ύαινες που γρυλίζουν για πολιτισμό και για θρησκεία, έκαναν επιδρομή και στο ιστορικό μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Λεηλάτησαν αυτό το εθνικό μνημείο και σκότωσαν όλους τους καλόγερους γκρεμίζοντάς τους στους βράχους…».

Από πού κρατάει η σκούφια μας

Κάθε λέξη κρύβει μια ιστορία. Η ετυμολογία της, δηλαδή η αναζήτηση της προέλευσής της και της αρχικής της σημασίας, μπορεί να μας οδηγήσει πολύ μακριά, τόσο στα ονόματα των ανθρώπων και των τόπων, όσο και στις λέξεις που περιγράφουν αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Πως έφτιαχναν παλιά οι Κρητικοί τις καλύβες και η ζωή στην εξοχή

Δημοσιεύτηκε

στις

Ποσωπικά θεωρώ μεγάλη τύχη, και αξέχαστη εμπειρία, για όσους έτυχε να έχουν αναμνήσεις από βιώματα σε καλύβες τα καλοκαίρια!


Καλύβα, η εξοχική κατοικία!

Σε πολλά χωριά της Κρήτης, τα καλοκαίρια έφτιαχναν μια καλύβα κάθε οικογένεια στην εξοχή, αλλά οι ίδιοι δεν «ξώμεναν» μέσα στην καλύβα αλλά απ’ έξω, την είχαν όμως για διάφορες χρήσεις!

Μια καλύβα έφτιαχνε ο αγρότης, για να παραθερίσει , αυτός και η οικογένεια του, τουλάχιστο ένα μήνα αλλά και παραπάνω, στις ζεστές μέρες του Καλοκαιριού, όπου θα υπάρχει δροσιά.

Πού, πότε και γιατί?

Την καλύβα θα την έφτιαχνε κάθε ένας, στο μέρος όπου είχε τις θημωνιές του, και ήδη είχε περάσει η αλωνιστική μηχανή!

Στο έδαφος είχε πέσει πολύς σπόρος, και μαζί με τους άγριους σπόρους που έπεφταν από το κόσκινο, ίρες, αγγέλαμους, και άλλων ζιζανίων, θα ήταν τροφή για τα “ορνιθοκούραδα”, (κότες χήνες πάπιες κλπ).

Για τα πουλερικά, είχαν μια πρόχειρη φωλιά με κλαριά κάπου σε ένα διπλανό δένδρο, με το κασόνι μέσα με το απότοκο αυγό, και το γαστράκι με το νερό.

Το απότοκο το έβαζαν για να ξεγελάνε τις κότες, και να πηγαίνουν εκεί να κάνουν το αυγό τους!

Πολλές φορές αντί για αυγό, έβαζαν ένα πορσελάνινο αυγό, από το κεφάλι του μονωτήρα του ΟΤΕ!

Είχε κι αυτό το ίδιο αποτέλεσμα!

Οι κότες πλέον για ένα μήνα τουλάχιστον η και παραπάνω, δεν χρειαζόταν επιπλέον τροφή!

Το ίδιο όμως και τα άλλα ζώα, γαϊδούρια και κατσίκες.

Είχε πέσει πολύ άχυρο, σκύβαλα, από τη μηχανή, και τροφή και για αυτά υπήρχε αύθονη!

Ο αγρότης επίσης θα έκανε μια καλύβα δίπλα στο αμπέλι του.

Εκεί θα έμεναν όλοι τις ημέρες του τρυγητού, από το μάζεμα του σταφυλιού, περιμένοντας μέχρι ξεραθεί η σταφίδα τους, να τη παρεφυλάνε, να μην τη κλέψουν έως και το μάζεμά της!

Θα τα μάζευαν και θα πήγαιναν σπίτι, συνήθως με τις πρώτες βροχές του Φθινοπώρου!

 

Πως φτιάχνεται μια καλύβα

Διάλεγαν ένα μεγάλο δένδρο, συνήθως ελιά η πλάτανο που να έχει παχύ ίσκιο.

Κάτω εκεί, κοντά στον κορμό, στερέωναν τέσσερις μεγάλους πασσάλους τουλάχιστο 2 μέτρων με δίχαλο πάνω. Με άλλους τέσσερις, έδεναν την οροφή, με τη βοήθεια τελιού η σύρματος.

Πολλές φορές αντί πασσάλους από κλαριά ελιάς, που ήταν τα πιο συνήθη, έκοβαν ξερούς κορμούς του άνθους αθανάτου!

Μπορεί να μην είχαν τόσο μηχανική αντοχή, ήταν όμως ευθυτενείς και μακροί, που έφθαναν τα τέσσερα πέντε μέτρα!

Ένας άλλος πάσσαλος θα χώριζε το σημείο της εισόδου της πόρτας, και από κει και πέρα, σειρά είχαν τα καλάμια!

Αρκετά καλάμια θα δενόταν όρθια, μαζί με τα φύλλα, στα πλάγια ανά είκοσι εκατοστά περίπου, το ίδιο και στην οροφή.

Και αυτά δενόταν με τέλι η σπάγκο.

Τελευταία έμπαιναν τα δροσερά κλαριά με πλύσιο φύλλωμα.

Τα πιο συνήθη ήταν τα κλαριά από πλατάνια.

Όμως μπορούσαν να έβαζαν και κλαριά από σφάκα (πικροδάφνη), κυπαρίσσι, κλπ.

Αφού γέμιζε κλαριά παντού η καλύβα, ήταν πλέον έτοιμη για χρήση!

Εκεί μέσα θα ήταν η κουζίνα, τα κατσαρολικά, μερικά ποτήρια και πιάτα.

Τραπέζι δεν ήταν και απαραίτητο, γιατί έστρωναν το τραπεζομάντηλο χάμω, και καθιστοί όλοι στα σκαμνάκια!

Μέσα επίσης, θα ήταν το κρυγιοστάμνι, και σε μια γωνιά τα ρούχα στοιβιασμένα με πολλά σακιά, για τη στρωματσάδα το βράδυ!

Ο λύχνος, και η λάμπα πετρελαίου.

Σε μια βούργια ψηλά κρεμασμένη, θα είχε ντάγκους , παξημαδένιο ψωμί, και μπόλικες αλμυρές σταφιδολιές σε ένα πανί τιλιγμένες!

Κάπου σε ένα μεταλλικό δοχείο γαζοντενέκας, θα υπήρχαν σίγουρα μερικά λαδοτύρια .

Από την έξω μεριά, θα κρεμόταν η λεγόμενη «βρύση», ένα μεταλλικό ειδικό δοχείο νερού με βρυσάκι, για το πρωινό πλύσιμο!

‘Όταν άδειαζε το ξαναγέμιζαν.

Η παρασθιά για μαγείρεμα, ήταν διό πέτρες παραδίπλα, που θα μαγείρευε η νοικοκυρά.

Τα ξύλα θα τα μάζευαν τα παιδιά από τη γύρω περιοχή.

Επειδή όμως γρήγορα τελείωναν, τα παιδιά πήγαιναν όπου υπήρχαν αθάνατοι, και έφερναν ξερούς κορμούς και ξερά φύλλα!

Έχει διαπιστωθεί, πως το ξερό φύλλο αθανάτου, είναι ιδιαίτερα εύφλεκτο, με δυνατή φωτιά στο μαγείρεμα!

Νερό θα υπήρχε μόνο στις δύο μεταλλικές κανίστρες κάτω στον ίσκιο, αλλά κοντά θα υπήρχε σίγουρα, η ένα καβούσι πηγής, η κάποια βρύση για καθημερινή τροφοδοσία.

Θα είχαν προμηθευτεί τρόφιμα, όσπρια πατάτες κλπ, αλλά οι ταχτικές επισκέψεις στον κήπο, θα ενίσχυε το μενού με βραστά η γιαχνί χορταρικά, καθώς και τα κοτόπουλα στα κρεατικά με τα αυγά.

Οι κατσίκες θα έδιναν το γάλα, που θα άρμεγε κάθε βράδυ η μητέρα, και το πρωί όλοι θα έπιναν το γάλα τους, με κομμάτια ντάγκου μέσα

potistra

 

Ο παιδικός παράδεισος

Λιτά και απέριττα τα πράγματα της καλύβας, λιτή και η ζωή, αλλά πολλή αγαπητή από όλους, και κυρίως από τα παιδιά!

Τα παιδιά όταν έλειπαν οι γονείς για άλλες δουλειές, αναλάμβαναν να φυλάνε τα αυγά από κλεφταυγουλάδες, να ποτίζουν και να ταίζουν τις όρνιθες (κότες)!

Με λαχτάρα περίμεναν τον παγωτατζή να περάσει από κάπου κοντά με το τρίκυκλο και να πουλά σε ξιλάκι κρέμα και σοκολάτα. Μιά δραχμή η κρέμα, και μιάμισι η σοκολάτα!

Τότε άρχιζαν τα παρακάλια του πατέρα για ένα παγωτό!

Τις αποκριές τις Παναγίας, όλοι νήστευαν υποχρεωτικά, και ο παγωτατζής έφερνε τα σαρακοστιανά παγωτά με πεπόνι!

Αν αναλογιστεί κανείς πως δεν είχαν τα παιδιά μάθημα, ότι υπήρχαν πολλά παιδιά στις γύρω καλύβες, και οι περισσότερες οικογένειες ήταν πολύτεκνες, και τα παιδιά σμίγανε όλη μέρα στο παιγνίδι, δεν ήθελαν κάτι άλλο!

Όλη μέρα παιγνίδι, από όλα τα παιγνίδια που ήξεραν, από τριόδι, αμάδες, κρυφό, μέχρι κλοτσοσκούφι, ντελιμά, τόπι, και μπίζ μπώλ!

Οι νύχτες επίσης άλλη χάρη, κάτω από το φως του φεγγαριού, με δεκάδες ιστορίες, με παραμύθια και φανταστικές ιστορίες με τα άστρα και τους αστερισμούς, με ηχητικό χαλί τα τριζόνια!

Από καμιά καλύβα δεν εξέλειπε ένα ράδιο για ειδήσεις, για πρωινό ξύπνημα με τη Θεία Λένα, και πρωινά ευχάριστα τραγούδια!

Όλοι ήταν φιλόμουσοι, και όλοι άκουγαν και κρητικά, αλλά και λαϊκά!

Δεν έχαναν και το πρόγραμμα της Φωκίδας με τα επεισόδια του καραγκιόζη, που παρ’ όλο που τα επισόδια ήταν επαναλαμβανόμενα, άρεσαν και τα άκουγαν ξανά και ξανά!

Άλλες εκπομπές τότε ήταν, το «πικρή μικρή μου αγάπη», το θέατρο της Δευτέρας, που όλοι έπρεπε να κάνουν σιωπή!

Ειδικά στο αστυνομικό “Το σπίτι των ανέμων” με τον Βύρωνα Πάλλη, και την Αφροδίτη Γρηγοριάδου, δεν άκουγες αναπνιά!

Είχε και μιά φοβερή μουσική στην αρχή, που σε παρέπεμπε για το θρίλερ!

Μικροί μεγάλοι, δεν έχαναν επισόδιο!

Ήταν τόσο ζωντανές οι σκηνές, που πολλές φορές άφηναν και…εφιάλτες στα παιδιά!

Τα ηχητικά, οι σκληριές, κραυγές,τα αστραπόβροντα ήταν αληθινά, και οι περιγραφές επίσης, και όλα αυτά να τα ακούει η Γρηγοριάδου, και να μιλά για ένα “ΟΝ” χωρις πόδια, και να το βλέπει να σέρνεται σαν βατράχι απο το κρεβάτι της, και να λιποθιμά!

Τέτεια, παραμηθένια “όντα”, μας άφησαν αναμνήσεις στο ραδιόφωνο!

Δεν θυμάμαι πιο ξέγνοιαστα χρόνια, και τη λιτή ζωή

Όλες αυτές οι καλοκαιρινές μέρες της καλύβας, ήταν για να ξεκουράζεται η οικογένεια, να φορτίζει τις μπαταρίες όλων, γιατί το Φθινόπωρο με τα οργώματα και τα σπαρτά, τα παιδιά στο σκολιό, ο χειμώνας με τις ελιές θα ήταν αρκετά κουραστικά!

Πολλοί ίσως είναι αυτοί, που θα επιθυμούσαν να ξαναγύριζαν τα χρόνια εκείνα, έστω χωρίς τις σημερινές πολυτέλειες με την τηλεόραση, τα κινητά και τα αυτοκίνητα!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Advertisement

Facebook

Advertisement

Δημοφιλη