Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το κουρουπάρι της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Κάποιες παλιές συνήθειες των αγροτικών και των κτηνοτροφικών περιοχών της Κρητικής υπαίθρου αναμφισβήτητα έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί, και δυστυχώς μαζί έχουν χαθεί και κάποιες λέξεις όπως το «κουρουπάρι», που είναι εντελώς άγνωστες κι αυτές στον περισσότερο κόσμο


Εγώ ευτυχώς έτυχε να γνωρίζω τη λέξη από τον παππού μου και τον μακαρίτη τον πατέρα μου, και φυσικά περιέσωσα και τη λέξη αυτή μαζί με χιλιάδες άλλες ντόπιες κρητικές λέξεις, στο ιντερνετικό λεξικό www.cretanlexiko.gr.

Από μια πρώτη ματιά, η λέξη μοιάζει τούρκικη ή αραβική από το curupar, αλλά ωστόσο δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες, και το θέμα χρειάζεται εδώ περισσότερη έρευνα.

Μπορεί να μην γνωρίζει ο κόσμος τη λέξη «κουρουπάρι», αλλά ωστόσο οι περισσότεροι γνωρίζουν την έννοια του για τι πράγμα μιλάει, αφού όλοι γνωρίζαμε πως τα Καλοκαίρια στα ορεινά χωριά της Κρήτης, κάποιοι αγρότες η βοσκοί που διέθεταν τράγο ή κριάρι, συνήθιζαν να δέχονται πρόβατα ή τα κατσίκια του χωριού για να γονιμοποιηθούν, και φυσικά επί πληρωμή!

Έχοντας λοιπόν κάποιοι ένα τράγο η κριάρι, έφτιαχναν μια ειδική μάντρα, που μάντρωναν εκεί τα θηλυκά ζώα μαζί με το αρσενικό, με σκοπό να γονιμοποιηθούν, και έτσι αποκομίσουν κέρδη. Η όλη διαδικασία της γονιμοποίησης αυτής, την ονόμαζαν παλιά «κουρουπάρι».

Πρέπει δε να πούμε, πως οι μεγαλοβοσκοί, και οι αγρότες που είχαν πολλά αιγοπρόβατα, φυσικά και είχαν δικά τους αρσενικά για αναπαραγωγή, και δεν χρειαζόταν να πάνε πουθενά τα θηλυκά τους.

Όσοι όμως αγρότες είχαν λίγα αιγοπρόβατα, απλά για το γάλα των παιδιών και το τυρί της οικογένειας, δεν ήταν απαραίτητο να θρέφουν τζάμπα και επιπλέον αρσενικά ζώα, και έτσι τα αρσενικά τα έσφαζαν από μικρά, ή χρονιάρικα.

Όταν όμως θα ερχόταν η ώρα του ζευγαρώματος, τα θηλυκά ζώα του ο αγρότης θα τα πάει σε κάποιον που να κάνει κουρουπάρι κάπου σε κάποια μάντρα στο χωριό, και φυσικά στο τέλος θα τον πληρώσει ανάλογα τον αριθμό των ζώων που θα του πάει.

Για την εποχή του οίστρου κάποιου αιγοπροβάτου, είχαν δική τους ονομασία στα χωριά. Έλεγαν διακριτικά πως το θηλυκό «αεροσέρνει», «σαλιοφτεί», «γυρεύγει», «θυμίζει» κι από την άλλη το τραγί ή το κριάρι θα το «βατέψει», θα το «μαρκαλέψει», θα το «καλαφατίσει» ή θα το «καταστέσει» κλπ, έτσι ώστε με αυτές τις « κωδικές» λέξεις, να αποφεύγονται βαρύγδουπες ακατάλληλες λέξεις}.

Ο τρόπος που γινόταν το κουρουπάρι, ήταν ο εξής. Κάποιοι που είχε το αρσενικό, έπρεπε να φτιάξουν μια πρόχειρη μάντρα, και αυτοί ήταν κυρίως κάποιοι φτωχοί του χωριού.

Η μάντρα αυτή θα ήταν είτε χτιστή με πέτρες, πρόχειρη με κλαδιά ή με καλάμια. Εφόσον η μάντρα θα ήταν μέσα στο χωριό, έπρεπε να είναι κλειστή γύρω – γύρω ώστε να μην φαίνεται από μέσα , αλλά ούτε και να βλέπουν και τα ζώα από μέσα έξω και τρομάζουν.

Απλά έπρεπε να έχει και μια είσοδο και ένα παραθυράκι για να παρακολουθεί ο ιδιοκτήτης της μάντρας διακριτικά πότε ένα ζώο έχει γονιμοποιηθεί. Με τον τρόπο αυτό έβγαζε ένα καλό μεροκάματο, ή συμπλήρωνε το ήδη εισόδημα του. Το θέαμα φυσικά ήταν ακατάλληλο για παιδιά, και για αυτό ποτέ δεν τα άφηνα να πλησιάσουν την μάντρα, όσο κι αν αυτά επέμεναν και ήθελαν να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους! Εξ άλλου το αρσενικό ήθελε ηρεμία, ησυχία και δεν ήθελε να βλέπει ούτε να αισθάνεται κανέναν δίπλα του, για να μπορέσει κάνει τη δουλειά του. Ακόμα και ο … κουρουπάρχης παρακολουθούσε διακριτικά από κάποιο παραθυράκι, ή από απόσταση. Δεν άφηναν παιδιά να πλησιάσουν και για ένα άλλο ένα σοβαρό λόγο, διότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να τραυματιστεί ή να σκοτωθεί κάποιο παιδί από τυχόν κουτουλιές του τράγου ή του κριού, διότι ήταν πολύ δυνατά και βίαια ζώα.

Θα χρειαζόταν πάντως να πάνε τα θηλυκά πολλές φορές στην μάντρα, μέχρι να σιγουρευτεί ο κουρουπάρχης και να δώσει πίσω γονιμοποιημένα πλέον ζώα. Ήταν καλοπληρωμένη δουλειά αυτή, φτάνει να αναλογιστούμε ότι πριν τη κατοχή ήταν 10 δραχμές το ζώο η πληρωμή, το λάδι είχε 15 δραχμές η οκά, σχεδόν δηλαδή όσο μια οκά λάδι το κάθε ζώο. Προσωπικά θυμάμαι στα τέλη του ‘80 που εξέπνευσε και η ασχολία αυτή, η τιμή ανά ζώο ήταν περίπου 50 δραχμές.

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Φεύγει η Άνοιξη και έρχεται το Καλοκαίρι, που είναι και ο πιο κατάλληλος καιρός οίστρου, που ζευγαρώνουν τα αιγοπρόβατα.

Η καλύτερη εποχή είναι από 15 Ιουλίου μέχρι 15 Οκτωβρίου. Τα πρόβατα συνήθως αρχίζουν πιο μπροστά δηλαδή Ιούλιο, και τον Αύγουστο συνήθως τα κατσίκια.

Πάντως είναι η καλύτερη εποχή τον Αύγουστο να γονιμοποιηθεί ένα ζώο, διότι, μετά από πέντε μήνες εγκυμοσύνης, θα γεννήσει φυσιολογικά τον Φεβρουάριο. Θα μου πείτε, μα πέντε μήνες κάνει να γεννήσει μια κατσίκα? Τώρα εγώ πως το ξέρω αυτό? Μα φυσικά το γνωρίζω από μια παμπάλαιη παροιμία που ακουγόταν παλιά στα χωριά, που έλεγε:

«Το ούτσι – ούτσι τέσσερα, κι η καρκατούρα πέντε, και το σκυλί και το γατί, εξήντα πέντε μέρες»!

Για όποιον δεν ξέρει, το «ούτσι – ούτσι» ήταν το γουρουνάκι. Η «καρκατούρα» ήταν η κατσίκα, και το ίδιο ισχύει και για το πρόβατο. Έτσι έβρισκαν οι παλιοί τον χρόνο εγκυμοσύνης στα οικόσιτα ζώα τους. Δεν είμαι σίγουρος αλλά τόσο 65 μέρες είναι περίπου ο χρόνος εγκυμοσύνης, και ίσως κάτι λιγότερο.

Με το να γεννήσουν όμως τα αιγοπρόβατα τον Φλεβάρη, μετά από δυο μήνες δηλαδή τον Απρίλη θα ήταν η καλύτερη εποχή να απογαλακτιστούν, και φάνε κι αυτά χορτάρι που θα είναι άφθονο, και έτσι να μεγαλώσουν γρήγορα! Βέβαια το πρώτο – πρώτο γάλα, που το λέγανε «πρωτόγαλο», δεν ήταν κατάλληλο για τον άνθρωπο, και έτσι έβαζαν να το βυζάξουν τα νεογέννητα, και το υπόλοιπο το έχυναν, ή το έδιναν στις κότες. Το πρωτόγαλο αυτό θα κρατήσει γερά τα μικρά για δυο μήνες, μέχρι να φάνε πλέον χορτάρι.

Τον Μάρτη φυσικά και οι ίδιες οι μάνες είχαν άφθονο χορτάρι στην διάθεση τους, ώστε να κατεβάζουν πολύ γάλα, που όλη η οικογένεια και κυρίως τα παιδιά το περίμεναν πως και πως με μεγάλη λαχτάρα! Όλα τα παιδιά αγαπούσαν το γάλα, και ήθελαν να το πίνουν ζεστό πρωί βράδυ, ή να έχουν επιτέλους ένα νοστιμότατο ρυζόγαλο, και φρέσκια μυζύθρα!

Ο ερχομός βέβαια του νεογέννητου, είτε αρνάκι είτε κατσικάκι, ήταν μεγάλη υπόθεση στο σπίτι, διότι έφερνε μεγάλη χαρά στην οικογένεια, και κυρίως στα παιδιά, που πλέον δεν έκαναν τίποτε άλλο από να το χαϊδεύουν, να το παίρνουν αγκαλιά, και να το καμαρώνουν έτσι όπως έτρεχε και χοροπηδούσε, όπως «τζέλλεται», δηλαδή κάνει πηδηματάκια κατά την κρητική ντοπιολαλιά!

Όταν πολύ παλιά έλεγε κάποιος βοσκός: «Οφέτος σκέφομαι να κάνω κουρουπάρι», συνήθως εννοούσε, ότι θα φτιάξει μια μάντρα κάπου έξω από το χωρίο, με καλάμια με κλαριά, ή με ξερολιθιά ή και μεταλλική περίφραξη με στύλους με συρματόπλεγμα ή κοτετσόσυρμα ή πολύ αργότερα με πλέγματα. Διάλεγε ένα παχύ ίσκιο κάτω από μια μεγάλη χαρουπιά ή ελιά για την μάντρα αυτή, βάζοντας εκεί το κριάρι ή τραγί αφήνοντας μια «ποριά», είσοδο δηλαδή για να μπαινοβγαίνουν. Η πρόθεση του ιδιοκτήτη να κάνει κουρουπάρι γινόταν αμέσως ευρέως γνωστή στην περιοχή, και όλο το Καλοκαίρι του έφερναν τα ζώα τους οι αγρότες από όλα τα κοντινά γύρω χωριά.

Εκεί όμως γινόταν διαφορετικά το κουρουπάρι, από ότι στο χωριό μέσα.

Στο χωριό μέσα πήγαινε ο άλλος τη κατσίκα του ή το πρόβατο καθημερινά, μια δυο πέντε φορές, μέχρι να «βατευτεί», στο τέλος να πληρώσει και να έχει πλέον το ζώο σπίτι του.

Στο κουρουπάρι όμως στην εξοχή, όποιος είχε από ένα μέχρι πέντε έξη αιγοπρόβατα, τα πήγαινε και τα άφηνε εκεί στην μάντρα για 10 ή 15 μέρες ανάλογα, μέχρι να γονιμοποιηθούν όλα, και μετά στο τέλος του μηνούσε ο κουρουππαρχης να έρθει να τα πάρει. Η πληρωμή ανάλογα τον αριθμό των ζώων, γινόταν εδώ με διάφορους τρόπους, αφού παλιά χρήματα δεν υπήρχαν για όλους. Έτσι πλήρωναν είτε με κάποιες οκάδες λάδι, με γάλα, είτε με όσπρια, κουκιά, φακές, φασόλια ρεβίθια, είτε με τυριά κλπ. Άλλες φορές τίποτα από όλα αυτά, απλά κάνανε κάποιες άλλες συμφωνίες.

Όμως το κουρουπαρι γινόταν και για άλλον ένα βασικό λόγο, όσοι ειχαν βοσκοτοπια και καλους ”κριγιους”(κριάρια), μαζευαν τα οικοσιτα προβατα των χωριανων, οχι μόνον για την αναπαραγωγή, αλλα και για να τους διευκολύνουν στο θέρος, ή στην καλλιέργεια του καπνού κλπ.

Μπορούσε ετσι κάποιος να του αφήσει πέντε πρόβατα η κατσικες για δέκα η είκοσι μέρες, και να του φέρει δυο γομάρια,( δηλαδή έξη μεγάλα δεμάθια) σανό, με σκοπό να τα ταίζει όλα αυτά, αλλά και ο κουρουπαρχης τα δικά του, μια και δεν θα ευκαιρούσε να βγάλει τα έξω για βοσκή.
Μπορούσε επίσης να του φέρει τέσσερις πέντε μπάλες άχυρα για τα γαϊδούρια του, ή δυο τρία γομάρια σάκες μεγάλες λουριδάτες με άχυρα.

Ο μαντρατζής κουρουπαρχης ήξερε πότε τα θηλυκά είναι γονιμοποιημένα ή «βατεμενα» όπως έλεγαν, και ειδοποιούσε να έρθει ο ιδιοκτήτης να τα πάρει, αν δεν είχαν ήδη προσυμφωνησει. Δεν ξέρω αν στη συμφωνία ήταν να κρατήσει και το μαλλί και το γάλα όσο διάστημα κρατούσε τα ξένα οζά.

Η δουλειά πάντως αυτή με το κουρουπάρι, ήταν φυσικά κερδοφόρα, αν αναλογιστεί κανείς πως όλοι οι αγρότες είχαν από δυο μέχρι πέντε τουλάχιστο αιγοπρόβατα. Ο μαντρατζής ότι δεν χρειαζόταν για το σπίτι από τα προϊόντα που του κουβαλούσαν, τα πουλούσε και έπαιρνε τα ανάλογα χρήματα, ή τα αντάλλασε με άλλα είδη αναγκαία για το σπίτι.

Με το να μπει όμως ο πολιτισμός στα σπίτια μετά το ΄80, σταμάτησε και το κουρουπάρι, και γενικά σταμάτησαν τα οικόσιτα αιγοπρόβατα στα σπίτια, και όσοι πλέον ήθελαν να έχουν ζωντανά, τα είχαν σε μαντριά έξω από το χωριό, και φυσικά και δικά τους αρσενικά.

Σε οργανωμένα πάντως κοπάδια σήμερα, η γονιμοποίηση πλέον γίνεται με τεχνητά μέσα, και με συμβουλές κτηνιάτρων, με ορμονικό συγχρονισμό της ωορρηξίας με τεχνητά μέσα, ώστε να επιτυγχάνονται γέννες αφενός μεν σε μεγάλο διάστημα, από Οκτώβριο έως και Μάρτιο, αλλά και αυξημένη πλέον παραγωγή γάλακτος, και λιγότερες ασθένειες .

Το κουρουπάρι εκτός που δεν γίνεται πλέον, έχει ξεχαστεί και σαν λέξη προ πολλού, αλλά στο βάθος του μυαλού μας οι περισσότεροι έχουμε χιλιάδες αναμνήσεις από τη ζωή του χωριού και τα αιγοπρόβατα. Εγώ δε, έχω πάρα πολλές τέτοιες αναμνήσεις! Θυμάμαι και εγώ κάποτε τον πατέρα μου που είχε και εκείνος τράγο και έκανε κουρουπάρι σε κάποιο οικόπεδο μας κοντά στο σπίτι. Κάποια οικογένεια όμως φίλου μου, δεν είχαν λεφτά για να φέρουν και εκείνοι τις κατσίκες τους στο σπίτι για ζευγάρωμα. Έτσι είπε του φίλου μου μια μέρα ο πατέρας του:

-Πάρε μωρέ τσι κατσίκες αύριο, και πήγαινε και συ στο χωράφι που θα βόσκει το Γιωργιό τα πρόβατα τους , και άσε τα να κοντοζυγώσουνε τα δικά μας στο τράγο τους, μπας και βατέψει και τα δικά μας!

Πράγματι έτσι και κάναμε κρυφά, αλλά βέβαια με μεγάλο ρίσκο! Αν όλο αυτό, το μάθαινε ο πατέρας μου μπορεί και να με … «χειροτονούσε» δεόντως!
Αλλά εγώ πάντως τι είχα να χάσω, από να κάνω το χατίρι του φίλου μου? Βλέπεις έτσι ήταν η ζωή του χωριού, είχε και τους καλούς είχε και τους πονηρούς, που πηγαίνανε πάντα δια της πλαγίας οδού!

Παροιμίες για αρνιά και πρόβατα

-Μαθημένο είναι τ΄αρνί, να κουρεύεται να ζει.
-Από του διαόλου τα μιτάτα μηδέ τυρί μηδέ μαλάκα
-Από του διαβόλου το μαντρί, μηδέ κατσίκι μηδέ αρνί
-Εβάλανε το λύκο να φυλά τα πρόβατα
-Είπα σου να ποτάξεις χίλια πρόβατα, μα σα δε θες τρίχα
Αν είσαι λύκος να τρώς, αν είσαι αρνί να σε τρώνε
Σαν φύγει το αρνί από το μαντρί, το τρώει ο λύκος

Κείμενο – φωτογραφία: Γεωργιος Χουστουλακης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Λέντας, το Ασκληπιείο και η ”τρύπα του Ασκληπιού”!!

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Λέντας είναι οικισμός στο δήμο Γόρτυνας του νομού Ηρακλείου


Εκεί βρίσκεται η αρχαία Λεβήν, λιμάνι στα παράλια της επαρχίας Καινούργιου προς το Νότιο Κρητικό Πέλαγος.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ένα από τα λιοντάρια που έσυρε την άμαξα της Ρέας έγινε πέτρα από τη θέση αυτή και γι’ αυτό ονομάστηκε Λεβήν.

Το πιθανότερο όμως είναι ότι, το όνομα οφείλεται στο παρακείμενο ακρωτήριο το οποίο μοιάζει με λιοντάρι από τη συγκεκριμένη θέση στην οποία βρίσκεται.

Το αρχαιότερο μνημείο της Λεβήνος είναι ο Θησαυρός, τετράγωνο πηγάδι βάθους 1.090 μ. που χρονολογείται από το 2ο ή τον 1ο αιώνα π. Χ. Ανατολικότερα στο βάθος 3,30μ. βρέθηκε η πηγή του νερού με θεραπευτικές ιδιότητες.

Υπήρχαν επίσης κολυμπήθρες , οι οποίες επικοινωνούσαν, μέσα στις οποίες λούζονταν οι ασθενείς.

Η Λεβήν ήκμασε στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, ως λιμάνι της Γόρτυνας αλλά και ως ιερή πόλη, όπου λατρευόταν ο Ασκληπιός και η Υγιεία Σώτειρα.

Το Ασκληπιείο ήταν στην ακμή του κατά τα αυτοκρατορικά χρόνια της Ρώμης και ο χώρος αυτός εξελίχτηκε σε θεραπευτικό κέντρο.

Κανείς δεν έπρεπε να μάθει τις μυστικές θεραπείες που γίνονταν εδώ και γι’ αυτό συνηθιζόταν στα Ασκληπιεία να δίνουν όρκο σιωπής, όπως γινόταν, δηλαδή, και στα Ελευσίνια μυστήρια!

Στα Ασκληπιεία σε όλη την Ελλάδα κατέφευγαν συνήθως ασθενείς με την ελπίδα να θεραπευτούν.

Πράγματι, τις περισσότερες φορές γιατρεύονταν μέσα από μια ολοκληρωμένη και εντατική θεραπεία που περιλάμβανε δεήσεις, ειδική δίαιτα, χειρομαλάξεις, λουτροθεραπεία, χειρουργικές επεμβάσεις ως και ψυχοθεραπεία με την ακρόαση μουσικών και θεατρικών παραστάσεων!

Το τελευταίο στάδιο της θεραπείας στα Ασκληπιεία της αρχαιότητος στην Ελλάδα, εφόσον βέβαια αυτό ήταν απαραίτητο, ήταν η εγκοίμηση. Τότε ο ασθενής, ενώ κοιμόταν σε ειδικό χώρο, έβλεπε σε όνειρο τον ίδιο το θεό Ασκληπιό να του φανερώνει τη θεραπεία για την ασθένειά του.

Έτσι έχουμε τη διαδικασία της θεραπείας του Πλούτου κατά την εγκοίμηση… όπως τη διασώζει ο Αριστοφάνης: Καρίωνας: «Μετά (ο θεός) πήγε και κάθισε δίπλα στον Πλούτο. Πρώτα του έπιασε το κεφάλι κι ύστερα με ένα πανί Του σφούγγισε τα ματόφυλλα.

Η Πανάκεια με κόκκινο ύφασμα του σκέπασε την κεφαλή κι όλο το πρόσωπο. Έπειτα ο θεός εσφύριξε. Πετάχτηκαν από το ιερό δυό φίδαροι να!»

Γυναίκα (του Χρεμύλου): «Πώωπω, θεούλη μου!»

Καρίωνας: «Χώθηκαν κάτω από το κόκκινο ύφασμα Και θαρρώ του έγλειψαν τα βλέφαρα. Λοιπόν, κυρά, προτού προλάβεις να πιεις κανά δυο κιλά κρασί, σηκώθηκε ο Πλούτος κι είχε το φως του. Απ’ τη χαρά μου χτυπάω παλαμάκια και ξυπνώ τον αφέντη. Ευθύς, θεός και φίδια γίναν άφαντοι στο ναό».

(Αριστοφάνης, Πλούτος, στ. 727-741) Μερικές φορές, μάλιστα, η θεραπεία γινόταν όσο ο ασθενής κοιμόταν και όταν ξυπνούσε από το βαθύ του ύπνο, ήταν και πάλι απολύτως υγιής! Κάπου μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, με τη θεραπευτική επέμβαση του θεού ή με τη δύναμη της αυθυποβολής, επιτυγχανόταν τις περισσότερες φορές η θεραπεία των ασθενών.

Ωστόσο ο Ασκληπιός εδώ στο Λέντα είχε μια παρεμφερή τεχνική με τα άλλα Ασκληπιεία της Ελλάδας, αλλά ολότελα δική του, που δεν την συναντούμε πουθενά σε κανένα Ασκληπιείο, εις το να θεραπεύσει δηλαδή τους ασθενείς του, καθώς περιγράφεται στο λαογραφικό που ακολουθεί:

Ο Ασκληπιός του Λέντα, πάντα υποσχόταν σε όλους τους ασθενείς του ότι θα τους κάνει καλά, έχοντας ως σύμμαχο, το ξεχωριστό κλίμα του Λέντα, το φημισμένο του νερό , αλλά και ακόμα μια ”μαγική” τρύπα!!

Συνιστούσε λοιπόν στους ασθενείς του να τον επισκεφτούν και να μείνουν μαζί του ένα μήνα, κρατώντας τρόφιμα ικανά για να περάσουν, όλον αυτό τον μήνα. Μόλις πήγαινε εκεί ο ασθενής, ο Ασκληπιός τον έβαζε σε πρόγραμμα και του έλεγε τα παρακάτω λόγια:

– Για να πάνε όλα καλά, θα πρέπει να σηκώνεσαι το πρωϊ και να πηγαίνεις να κάνεις ένα μπάνιο στη θάλασσα, μετά θα τρως καλά και θα πίνεις νερό απ’ αυτήν εδώ την πηγή και μετά θα πηγαίνεις εκεί στην τρύπα και θα κοιτάζεις, μήπως δεις να ξεπροβάλει ένας όφις. Αν δεις να ξεπροβάλει ο όφις, τα νέα θα είναι δυσάρεστα!! Φυσικά θα πεθάνεις!! Αν δεν δεις τον όφι, όλα θα πάνε καλά!! Μετά θα πηγαίνεις να κοιμάσαι μέχρι το μεσημέρι. Το μεσημέρι θα πηγαίνεις πάλι να κάνεις ένα μπάνιο στη θάλασσα, μετά θα τρως και θα πίνεις πάλι από αυτό το ίδιο νερό και στη συνέχεια θα πηγαίνεις πάλι στην τρύπα και να ξανοίγεις μήπως δεις να ξεπροβάλει ο όφις. Μετά θα πηγαίνεις πάλι για ύπνο. Το ίδιο ακριβώς πράγμα θα κάνεις και το βράδυ. Με αποτέλεσμα όποιος πήγαινε εκεί, ξεκουραζόταν αρκετά, έκανε τα μπάνια του για ένα ολόκληρο μήνα, έτρωγε και έπινε από το φημισμένο νερό του Λέντα, ενώ ποτέ του δεν έβλεπε τον όφι να βγαίνει από την τρύπα!! Εφόσον λοιπόν δεν είχε δει τον όφι να βγαίνει από την τρύπα, δεν είχε νε κανένα φόβο για να πεθάνει!!

Στο τέλος του μήνα, βρισκότανε ξεκουρασμένος, ξεχασμένος από την πρώην καθημερινότητα, ενώ ο οργανισμός του είχε νε τονωθεί από τα μπάνια τη καλοπέραση και το καλό νερό, μα πάν’ απ’ όλα, τη καλή ψυχολογία, που δεν είδε νε τον όφι να ξεπροβάλει!!

Τελικά έφευγε για το σπίτι του, υγιέστατος και πολύ ικανοποιημένος, από τον γιατρό Ασκληπιό!!

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οι χοχλιοί ο «μεζές» των φτωχών!

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι χοχλιοί μέσα από την λαογραφία της Κρήτης


Η ζωή του Κρητικού ήταν και είναι στενά συνδεδεμένη με τους χοχλιούς από την Μινωική εποχή μέχρι σήμερα, καθ ότι δεν κόστιζε στο τραπέζι του τίποτα, αφού είναι δώρο της φύσης, και ειδικά δώρο για την φτωχολογιά, την οποία ο χοχλιός έχει σώσει σε δύσκολους καιρούς, ειδικά στην κατοχή, αλλά ακόμα και στην τωρινή κρίση.
Το ότι είναι νηστίσιμοι οι χοχλιοί το γνωρίζουν όλοι, και πάντα θα υπάρχει η λαχτάρα να βρεθεί στο τραπέζι. Εύκολη κατά κάποιο τρόπο τροφή, να βγάλει τις νηστείες του χρόνου η φτωχή οικογένεια με πιο πολύ άνεση, αλλά και εν ανάγκη να πουλήσει και μερικά κιλά στον μπακάλη για ένα χαρτζιλίκι.
-«Για δες τε πάλι το Μαργιώ ένα μασκαραλίκι
να προσπαθεί απ τσοι χοχλιούς να βγάλει χαρτζιλίκι»!
Θα μας πει μια παλιά σατυρική μαντινάδα. Η δε κατοχική μάνα θα πει:
-«Εμείς κάποτε όλες τις νηστείες με χοχλιούς τη βγάζαμε»!
Όλη τη βδομάδα τα Καλοκαίρια η φτωχή οικογένεια μάζευε χοχλιούς στο χωράφι που ήταν η εκάστοτε εργασία τους, συγκέντρωναν τέσσερα πέντε κιλά, και το Σάββατο κατέβαιναν στο παζάρι και τους πουλούσαν, ή τους έδιναν στον μπακάλη χωριού. Ερχόταν κάποτε μεγαλέμποροι από τις μεγάλες πόλεις και τους χοχλιούς που αγόραζαν τους έστελναν συνήθως στη Γαλλία. Οι Γάλλοι πάντα λάτρευαν τους χοχλιούς της Κρήτης.

Τα χοχλίδια του …ούζου!

Τα μικρά χοχλίδια έχουν την ιδιότητα να μην κρύβονται, και τα Καλοκαίρια σκαρφαλώνουν επάνω σε πασσάλους, σε κλαριά σε θάμνους, σε δένδρα ανά δεκάδες και προκαλούν μάλιστα σε πολλούς και ένα εντυπωσιακό θέαμα!
Εκτός από τους χονδρούς χοχλιούς και τους λιανούς, πριν και μετά την κατοχή την τιμητική τους είχαν οι λιανοί χοχλιοί που ήταν νοστιμότατοι πιλάφι ή με χόνδρο, αλλά και τα μικρά χοχλίδια βραστά! 
Τα μικρά αυτά καμπίσια χοχλίδια ήταν μικρά μεν αλλά περιζήτητα, και για τα παιδιά ένα σπορ συναγωνισμού, στο ποιο παιδί θα καταφέρει να φάει πιο πολλά! Τα ονομάζανε μάλιστα και «χοχλίδια του ούζου», γιατί ήταν ίσως ο εκλεκτότερος μεζές να συνοδέψει το ούζο της παρέας. Στη κατοχή πριν αλλά και μετά, ήταν στις Μοίρες δυο καφενεία που εκτός από καφέδες, πρόσφεραν και διάφορους μεζέδες, από κρέας μέχρι χοχλιούς! Εκεί συνήθως τους καλοκαιρινούς μήνες σέρβιραν χοχλίδια! Σέρβιραν λιανούς χοχλιούς βραστούς για κρασί, αλλά σέρβιραν επίσης και τα πολύ μικρά χοχλίδια για συνοδεία του ούζου! Όταν πήγαινε παρέα να καθίσει, επάνω στο μεταλλικό στρογγυλό τεζιάκι , τους άφηνε ο καφετζής τα ποτήρια με το κρύο νερό που διατηρούσε από το ψυγείο του πάγου, έφερνε ένα καραφάκι ούζο με τα ποτήρια του, και ένα πιατάκι με χοχλίδια. Τα χοχλίδια έλεγαν ήταν ο αποκλειστικός «μεζές για μερακλήδες»! Μέχρι τουλάχιστον το ΄55 συνέβαιναν αυτά, όπου σιγά – σιγά ξεχάστηκαν.
Όμως για πολλά χρόνια μέχρι και σήμερα οι καφετζήδες βράζουν χοχλιούς χονδρούς ή λιανούς, και σερβίρουν για το κρασί ή την μπύρα της παρέας.

Το ξύγκι του χοχλιού!

Ο χοχλιός ο χονδρός λένε τη Κρήτη πως αποτελείται από τη γλώσσα, το ξύγκι στη μέση και στο πίσω μέρος το λεγόμενο «αποκόλι» που είναι κάπως στριφτό. Το αποκόλι αν ο χοχλιός έχει φάει τροφή είναι μαύρο και έχει μια γεύση σαν χώμα. Το καλύτερο όμως και πιο νόστιμο σημείο του χοχλιού όταν είναι παχύς είναι το λεγόμενο ξύγκι του, το οποίο βέβαια είναι σε στερεά μορφή, και ανοιχτού χρώματος. Κάποτε μάλιστα υπήρχε στα χωριά μια φράση που έλεγε το εξής:
-«Το ξύγκι του χοχλιού του βάλανε στα μάθια και τον εποστραβώσανε, που δεν ήφεγγε ο κακομοίρης να δει ήντα ‘κανε»! 
Η ιδιωματική βέβαια φράση αυτή ήθελε να πει εν ολίγοις, πως κάποιον τον ξεγελάσανε κάποιοι τον κορόιδεψαν, και δεν έβλεπε την κατάσταση, για το τι έχε κάνει!
Όσο και να φαίνεται παράξενο, υπάρχει η λογική εξήγηση της φράσης αυτής, διότι πράγματι το ξύγκι του χοχλιού κάποτε έπαιζε το ρόλο του, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω.
Τα παιδιά στα χωριά τα έστελναν κάποτε τους καλοκαιρινούς μήνες οι γονείς τους στα έχνη, δηλαδή στη βοσκική των οικόσιτων ζώων του σπιτιού.
Συνήθως δεν πήγαινε μόνο του το κάθε ένα παιδί, αλλά μαζί με άλλα παιδιά αδέρφια ή ξαδέρφια για παρέα. Κάποιο όμως παιδί που βαριόταν να βλέπει τα ζώα, δηλαδή να προσέχει, προτιμούσε να την αράξει στον ύπνο κάτω από ένα παχύ και δροσερό ίσκιο μιας μεγάλης χαρουπιάς!
Τα υπόλοιπα παιδιά που δεν τους άρεσε αυτή η κατάσταση, και αφού ήταν όλα διαολάκια, σκαρφίζονταν το εξής τραγελαφικό:
Τα παιδιά έσπαγαν με μια πέτρα ένα χονδροχοχλιό, έβγαζαν το ξύγκι του, το μάλασαν με τα δάχτυλα να λιώσει, και στη συνέχεια το έβαζαν να στάξει επάνω και στα δυο μάτια του κοιμισμένου!
Το ξύγκι αυτό είχε την ιδιότητα σε μια ώρα περίπου να σκληραίνει πολύ και να γίνεται κολλώδης ουσία! Έτσι όταν το παιδί πήγαινε να ανοίξει τα μάτια του δεν μπορούσε, αφού είχαν κολλήσει τελείως μεταξύ τους τα ματοτσίνορα, και το παιδί κατατρομαγμένο νόμιζε πως είχε στραβωθεί! 
Έτσι μετά την πρώτη λαχτάρα, αφού ζούσε με την αγωνία του τυφλού, ότι κάτι έπαθε δηλαδή στα μάτια και στραβώθηκε, οι άλλοι του έφερναν νερό να ξεπλύνει τα μάτια του, και φυσικά να πάρει το μάθημά του και να μην κοιμηθεί ξανά!
Δεν τολμούσε βέβαια πλέον το υπναλέο παιδί να ξανακοιμηθεί στα έχνη, αλλά και κανένα άλλο παιδί της παρέας, από τον φόβο μην του κάνουν τα ίδια! Έτσι αν κάποιο από τα παιδιά σκεφτόταν να την αράξει για ύπνο, τότε πήγαινε κάπου μακριά σε ένα μυστικό σημείο να την πέσει, που να μην μπορούν να το ανακαλύψουν τα άλλα!

Το φάρμακο για το έλκος

Από την αρχαιότητα και την εποχή του Ασκληπιού, γνώριζαν οι άνθρωποι πως τα λιπαρά έκαναν καλό στο στομάχι. Σε πόνους του στομαχιού παλιά μας έδιναν οι μανάδες μας μια κουταλιά λάδι με ζάχαρη, και ο πόνος πέρναγε αμέσως!
Το ξύγκι του χοχλιού ή χοχλιδόξυγκο, ήταν κι αυτό αποδεδειγμένα το τέλειο φάρμακο για το έλκος και πόνους στο στομάχι, γιατί απλούστατα και αυτό είναι λίπος. Ο άρρωστος με έλκος παλιά, έβραζε μια τσικαλιά χοχλιούς, και έτρωγε μόνο το ξύγκι! Αυτό αν το έκανε δυο τρείς φορές, τότε το ξύγκι αυτό είχε την ιδιότητα να κάθεται στα τοιχώματα της κοιλιάς και να κλείνει τις πληγές, και ο πόνος τους πέρναγε οριστικά αφού οη πληγές της κοιλιάς έκλειναν.

Ο χοχλιός και το… τσιμπούκι!

Τα παιδιά τους άρεσε να μαζεύουν χοχλιούς για να πάρουν αργά την ευκή της μάνας τους, και εκείνη να τους ψήσει αργά να φάνε κι αυτά και η οικογένεια. Πρόσεχαν όμως ιδιαιτέρως πού έβαζαν τα χέρια τους σε κουφάλες ή τρύπες, μην τυχόν κρύβεται κάποιος σκορπιός ή φίδι. 
Τα διαβολόπαιδα βέβαια κάποτε κάνανε πολλά σαν βρίσκονταν στην εξοχή στα έχνη. Μπορούσαν να πάρουν ένα κονσερβοκούτι να του βάλουν νερό και να βράσουν χοχλιούς και να τους βγάζουν με μια μεγάλη αγκάθα αγριαχλαδιάς, ή ένα ξυλάκι που το έκαναν σαν οδοντογλυφίδα ξύνοντας το στην άκρη. Συνήθως τους έτρωγαν χωρίς αλάτι και σχεδόν ζωντανούς, ίσα να είχαν άρει μια βράση! Καμιά φορά κάποια παιδιά έφερναν αλάτι από το σπίτι, αλλά και αυτό ήταν δύσκολο, γιατί το απαγόρευε η μάνα, καθ’ ότι το αλάτι όπως και τα σπίρτα και το οινόπνευμα, ανήκαν στο μονοπώλιο του κράτους, και ήταν εξαιρετικά δυσεύρετα εκείνα τα χρόνια! 
Άλλες φορές τα παιδιά άναβαν μια μικρή φωτιά σε κάποια καλλουργιά, και έκαναν οφτούς μερικούς χοχλιούς και τους έτρωγαν, σπάζοντάς τους με μια πέτρα.
Από τους βραστούς χονδροχοχλιούς που έτρωγαν, διάλεγε κάθε παιδί από έναν μεγάλο, τον τρυπούσαν στο πλάι, περνούσαν στην τρύπα μια καλαμιά, και έκαναν τον χοχλιό αυτό τσιμπούκι!
Σαν διαβολόπαιδα και τότε, ήθελαν να μιμούνται τους μεγάλους, και έτσι στο τσιμπούκι έβαζαν τρίματα από διάφορα δένδρα ή θάμνους. Έκοβαν μικρά κλαριά ελιάς, σκίνου, μυρτιάς, φασκομηλιάς ή ότι άλλο αρωματικό φυτό υπήρχε κοντά και με το μαχαιράκι έξυναν τρίματα και γέμιζαν το χοχλιδοτσιμπούκι τους! Άναβαν τα τρίμματα με ένα σπίρτο και κάπνιζαν τον χοχλιό σαν κανονικό τσιμπούκι! Βέβαια με τα τρίμματα αυτά μπορούσαν αν είχαν χαρτί να τα κάνουν και τσιγάρο!

Οι χοχλιοί του Μάρτη

Του Μάρτη οι χοχλιοί ήταν κατάλληλοι για φαγητό, γιατί ήταν παχείς, αφού χόρτα υπήρχαν άφθονα. Οι χοχλιοί τον Μάρτη έβγαινα την νύχτα μετά από μια βροχούλα, η αν η βραδιά είχε πολύ δροσούλα. Ο πατέρας έπαιρνε ένα δυο παιδιά του με τα καλαθάκια τους, και πήγαιναν νύχτα στους χοχλιούς. Για να βλέπουν κρατούσαν στο χέρι με φαναράκια θυέλης, αργότερα λουξ, και καμιά φορά φακούς. Οι χοχλιοί σαλεύγανε παντού, στα πλάγια σε δρόμους, σε πλαγιές λόφων, σε τράφους, κοντά σε σωρούς με πέτρες, και περνώντας, έναν – έναν τον πετούσαν στο καλάθι. Μόλις όμως έβγαινε ο ήλιος ή φύσαγε αέρας, οι χοχλιοί εξαφανιζόταν, γιατί κρυβόταν και δεν φαινόταν. Έτσι ή θα έπρεπε να πάνε από τις 10 με 12 τη νύχτα για δυο ώρες, ή ξημερώματα το πρωί, να προλάβουν να βρουν μισό καλάθι και να τους πάνε στο σπίτι. Δεν τους μάζευαν όλους, για να μπορούν πάλι να αναπιαστούν, έτσι πατέρας έλεγε στα παιδιά, να μην τους μαζεύουν από τους δαμάκους (λοξές πλαγιές, γκρεμούς), μια και υπήρχε κίνδυνος να γλιστρήσουν και να πέσουν. Τέλος έφεραν τους χοχλιούς στο σπίτι αλλά επειδή είχαν φάει άγνωστα χόρτα, δεν ήταν σίγουροι για τυχόν δηλητηρίαση. Έπρεπε λοιπόν να τους «σακάσουν», δηλαδή να τους ταΐσουν μια καθαρή τροφή, και αφού την αποβάλουν, τότε μπορούσαν να φαγωθούν ελεύθερα. Έτσι τους έβαζαν σε ένα καλάθι ή κοφίνι, και τους έριχναν μέσα τραχανά από σιτάρι, ζυμάρι από αλεύρι σε τρίματα, η εν ανάγκη πέταγαν μέσα και ένα θυμάρι, που είναι ακίνδυνο και ο χοχλιός θα πάρει και από το άρωμα του. Οχι όμως αλμυρες τροφες όπως μακαρόνια γιατί έχουν αλάτι, το οποίο ψοφάει το χοχλιό αν τυχόν φάει. Όταν έτρωγαν αυτές τις κατάληλες τροφές οι χοχλιοί, σε δυο τρείς μέρες ήταν έτοιμοι για μαγείρεμα. Για να μην φεύγουν όμως οι χοχλιοί από το καλάθι ή το κοφίνι, έβαζαν σε ένα ντενεκάκι ελάχιστο νερό και πολύ αλάτι, και με ένα πανί έβρεχαν με αλατόνερο το εσωτερικό στο πάνω μέρος του καλαθιού ή της κοφίνας, και όταν έφτανε έως εκεί ο χοχλιός τον ενοχλούσε το αλάτι και ξαναγύριζε πάλι πίσω! Έτσι δεν μπορούσαν να δραπετεύσουν!
Όταν η μητέρα έψηνε στο σπίτι χοχλιούς, συνήθως τα μικρά παιδιά τους σιχαινόταν, γιατί τους θύμιζαν κάτι σαν σκουλήκια! Όμως οι γονείς επέμεναν να φάνε σαλιγκάρια, γιατί «είχαν ασβέστιο», και αν φάε θα κάνουν γερά κόκκαλα, όμορφα δόντια! Τα δε κορίτσια αν φάνε θα κάνουν όμορφα κατσαρά μαλλιά, ωραία κορμοστασιά, και έτσι τα ξεγελούσαν για να τους φάνε!
Όμως τα εκπαίδευαν κιόλας να μην ρουφάνε τους χοχλιούς και καταπιούν κανέναν και πνιγούν, κι αν τον ρουφήξουν τους έλεγαν να τον κρατάνε σφιχτά με το χέρι! Είχαν μάλιστα φτιάξει και ειδικά πιρούνια ανοίγοντας περισσότερο το πρώτο δόντι, και αφού ήταν λιγάκι πιο ανοιχτό, διευκόλυνε έτσι ώστε να μπαίνει εύκολα στη κούπα του χοχλιού, και να τον «ξεφκαρώνει» ( βγάζει)! 
Από τον χοχλιό έτρωγαν όπως έλεγαν τη γλώσσα και το ξύγκι, το αποκόλι το πέταγαν γιατί περιείχε τα κόπρανα του χοχλιού, ειδικά όταν ήταν μαύρο, οπότε θα ήταν και πικρό.
Τις άδειες χοχλιδόκουπες τις πέταγαν στη φωτιά να καούν, ή τις κοπάνιζαν και τις έριχναν στις κότες.
Για τον χοχλιό πάντα λέγανε πολλά καθώς και πολλές μαντινάδες.
Χοχλιδοβολοσέρματα δε θέλω μπλιό μαζί σου,
γιατί είδα αλλονού χοχλιού, σημάδια στο κορμί σου!

Θα έλεγα να τελειώσουμε και το σημερινό θέμα με μια συνταγή, πώς φτιάχνουμε χοχλιούς στιφάδο και κοκκινιστούς!

Πως κάνουμε τους χοχλιούς στιφάδο

Πάλι θα μας τα πει η κα Αμαλία Φραγκουλιτάκη από τη Γαλιλα πως τους μαγειρεύει η ίδια στιφάδο, που την ευχαριστούμε:
-Για να φτιάξω στιφάδο ένα κιλό χοχλιούς, ξεκολλώ έναν – έναν τον χοχλιό, και κοιτάζω προσεκτικά αν υπάρχει κανένας χαλασμένος. 
Πλένω τους χοχλιούς καλά, αφού τους έχω ξύσει τα πολλά – πολλά ξένα σώματα με το μαχαιράκι, και περιμένω να βγούνε από τα καπάκια τους.
Ξεχωρίζω όσους σαλεύουν, που έτσι είμαι σίγουρη πως είναι όλοι ζωντανοί! 
Βάζω νερό στη κατσαρόλα με αλάτι μέχρι να βράσει. Ρίχνω αλάτι στους χοχλιούς για να ξαναμπούνε στο καβούκι τους, και τους ρίχνω στη κατσαρόλα για πέντε λεπτά βράσιμο. 
Με μια τρυπητή κουτάλα βγάζω τα σάλια, και στη συνέχεια μετά τα πέντε λεπτά τους κατεβάζω και τους πλένω πάλι καλά.
Με μαχαίρι πάλι καθαρίζω ότι έχει απομείνει στο κέλυφος, μια και με το βράσιμο έχουν ήδη μαλακώσει, και βγάζω και τα στουμπώματα τους. 
Όταν τους έχω καθαρίσει πολύ καλά, τους ξεπλένω πάλι, και τους τρυπάω έναν ένα με το πιρούνι από πίσω τους. 
Οι λιανοί ειδικά θέλουν τρύπημα οπωσδήποτε. Στη συνέχεια αφού τους ξεπλύνω από τα τρίμματα που δημιουργούνται με το τρύπημα με δυο τρία νερά, τους στραγγίζω στο σουρωτήρι. 
Στη κατσαρόλα βάζω λάδι αναλόγως την ποσότητα, και μόλις ζεσταθεί το λάδι, όχι να κάψει, ρίχνω τους χοχλιούς. 
Ρίχνω αλάτι και ανακατεύω με χαμηλή φωτιά. 
Έχω έτοιμα ένα κιλό κρεμμύδια κομμένα μακρόστενα, ανάλογα πάντα τους χοχλιούς, ή πέντε μεγάλα κρεμμύδια. Δεν με πειράζει αν τα κρεμμύδια είναι και δυο κιλά. 
Έχω καθαρίσει και δέκα ντομάτες μικρές στον τρίφτη ή πέντε έξη μεγάλες.
Ρίχνω τα κρεμμύδια στο τσικάλι και ανακατεύω για πέντε λεπτά.
Στη συνέχεια ρίχνω και την ντομάτα, όχι νερό γιατί η ντομάτες κατεβάζουν!
Εάν βάλουμε ντομάτες από κουτί βάζουμε ένα κουτί της ντομάτας κονσέρβας ψιλοκομμένη, ή ένα κουτάλι της σούπας πελτέ, δυο φύλλα δάφνης, αλάτι πιπέρι, ένα κουταλάκι κύμινο και μισό κουταλάκι μπαχάρι. Αν θέλουμε σβήνουμε με κόκκινο κρασί, το στιφάδο θέλει κρασί.
Όποιος θέλει βάζει και δυο πατάτες αν έχει παιδιά, γιατί οι πατάτα συνήθως αρέσει σε όλα τα παιδιά.
Βέβαια το κανονικό στιφάδο χοχλιούς είναι μόνο κρεμμύδια κομμένα σε κομμάτια και όχι ολόκληρα. Τα ολόκληρα κρεμμυδάκια μπαίνουν μόνο στα κρέατα και στις σουπιές όταν είναι να τα κάνουμε στιφάδο.
Ψήσιμο μισή ώρα έως μια ώρα, και δοκιμάζουμε αν ξευκαρώνει (βγαίνει ολόκληρος) ο χοχλιός!

Κοκκινιστοί χοχλιοί

Η διαδικασία του πλυσίματος είναι ίδια και για κοκκινιστούς χοχλιούς, πάλι ενός κιλού.
Η διαφορά αρχίζει στο τσιγάρισμα. Ένα μεγάλο κρεμμύδι το ετοιμάζουμε στο μπλέντερ, και το ρίχνουμε στην κατσαρόλα με τους χοχλιούς με το λάδι λίγο να τσιγαριστούν μαζί. 
Το λιωμένο κρεμμύδι, θα μας κάνει πιο νόστιμη τη σάλτσα μας! Βάζουμε 6 μεγάλες ώριμες ντομάτες ή δέκα περίπου μικρές έως μεσαίες φρέσκες, κομμένες κομματάκια. Ένα κουταλάκι της σούπας πελτέ, αλάτι πιπέρι, λίγο μπαχάρι και πάπρικα γλυκιά, όχι καυτερή γιατί μπαίνει το πιπέρι. 
Ρίχνουμε και ένα φλιτζάνι νερό άμα δούμε ότι έφυγε το νερό της ντομάτας, και τα βάζουμε για μια ώρα ψήσιμο σε σιγανή πάντα φωτιά. Βέβαια ο συνολικός χρόνος στο να φτιάξουμε κοκκινιστούς χοχλιούς είναι περίπου τρεις ώρες μαζί με την προετοιμασία, για αυτό πρέπει να αρχίσουμε να τους ετοιμάζουμε από νωρίς.
(Ευχαριστούμε και πάλι τον κ Μύρωνα Μαραγκάκη για τις πληροφορίες με τις συνήθειες της εποχής του, καθώς και την μαγείρισα κα Αμαλία για τις δυο συνταγές και τις φώτο στιφάδο και κοκκινιστούς)

Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ζουρίδα – Η αλεπού της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Η ζουρίδα δίκαια θα μπορούσε να θεωρηθεί η ”αλεπου της κρητικής υπέθρου”


Μία ευκαιρία δούμε το ζώο αυτό που μοιάζει πολύ με τη καλογεννούσα , κοινός νυφίτσα, που οι περισσότεροι γνωρίζουν καλά, λίγοι όμως γνωρίζουν οτι υπάρχει και ένα άλλο είδος κουναβιού που είναι μεγαλύτερο σε διαστάσεις από τη νυφίτσα και ακόμα πιο άγριο, η ζουρίδα!

Η ζουρίδα, αυτό το νυχτόβιο άγριο ζώο, δίκαια θα μπορούσε να θεωρηθεί η ”αλεπου της κρητικής υπέθρου”, γίατι κι άν ακόμα είναι μικρότερη σε μέγεθος από αυτήν, κάνει τίς ίδες σχεδόν ζημιές και καταστροφες!

Επιστημονικά λέγεται ”ικτίς”, κοινώς κουνάβι.

Σήμερα στην αναζήτηση της λέξης ”κουνάβι” εμφανίζεται μονάχα η νυφίτσα με τη γνωστή της ιστορία της παράδοσης, γιατί ονομάστηκε έτσι, αλλά καμία αναφορά στην ”ξαδέρφη” της, τη ζουρίδα, που είναι σαφώς πιό μεγάλη σε μέγεθος, και ποιο άγρια απο τη νυφίτσα!

Εχει το μέγεθος γάτας, και σπάνια τη βλέπουμε μέρα στή φύση, γιατι κρύβεται όπως ο ασβός στη φωλιά του που είναι τρύπες και χαλάσματα.

Τη νύχτα όμως, η ζουρίδα βγαίνει για αναζήτηση τροφής, και το πιό πιθανόν, είναι να τη δούμε στη μέση του δρόμου πατημένη από κάποιο αυτοκίνητο, που τη τύφλωσαν τα φώτα γιατι απο σαστισμάρα πάνω του.

Η ζουρίδα σάν αρπαχτικό, δέν εξημερώνεται, δέν είναι φυτοφάγο αλλα αντίθετα, άκρως σαρκοφάγο!

Δέν είναι τρωκτικό, και το μόνο καλό που κάνει είναι να εξολοθρεύει ποντίκια και φίδια

Τρέφεται με τρωκτικά, πουλιά, αυγά, λαγούς και κατά τις νυχτερινές της εξορμήσεις σε αγροτόσπιτα, αρπάζει κουνελάκια κοτόπουλα κλπ που κόβει το λαιμό τους και πίνει το αίμα τους.

Αμα ορμήσει σέ κοτέτσι που δέν έχει περίφραξη μπορεί τάκα τάκα να πνίξει και δέκα κοτόπουλα!

Και τα δύο αυτά άγρια ζώα, και η ζουρίδα και η νυφίτσα, έχουν πολύ καλή ποιότητα γούνας σάν μεταξένια, και κάποτε τίς κυνήγαγαν για το λόγο αυτο. Μέ τη γούνα αυτή, έκαναν εξωτερική επένδυση σε ταμπακιέρες, πορτοφόλια, σε γιακάδες, και γενικά σε μικρής επιφάνειας αντικείμενα.

Στήν Κρήτη, έχει επικρατήσει η ονομασια ”ζουρίδα” επι τουρκοκρατίας. ”Ζουρίδες” = νυχτόβιες επιθέσεις των Τούρκων.

Μέ τόν ίδιο βίαιο και πονηρό τρόπο δρούν και οι αρπαχτικές ζουρίδες, για να εισβάλουν στα χωριά και να τρυπώσουν στο κοτέτσι και να μήν αφήσουν μιά κότα ζωντανή,αλλά ούτε και τα αυγά!

Συνήθως δέν τρώνε όλη την κότα αλλα ρουφάνε το αίμα της.

Πολλοί την κυνηγάνε για να τήν ταριχεύσουν και να στολίσουν μιά γωνιά του σπιτιού.

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη