Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το κουρουπάρι της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Κάποιες παλιές συνήθειες των αγροτικών και των κτηνοτροφικών περιοχών της Κρητικής υπαίθρου αναμφισβήτητα έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί, και δυστυχώς μαζί έχουν χαθεί και κάποιες λέξεις όπως το «κουρουπάρι», που είναι εντελώς άγνωστες κι αυτές στον περισσότερο κόσμο


Εγώ ευτυχώς έτυχε να γνωρίζω τη λέξη από τον παππού μου και τον μακαρίτη τον πατέρα μου, και φυσικά περιέσωσα και τη λέξη αυτή μαζί με χιλιάδες άλλες ντόπιες κρητικές λέξεις, στο ιντερνετικό λεξικό www.cretanlexiko.gr.

Από μια πρώτη ματιά, η λέξη μοιάζει τούρκικη ή αραβική από το curupar, αλλά ωστόσο δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες, και το θέμα χρειάζεται εδώ περισσότερη έρευνα.

Μπορεί να μην γνωρίζει ο κόσμος τη λέξη «κουρουπάρι», αλλά ωστόσο οι περισσότεροι γνωρίζουν την έννοια του για τι πράγμα μιλάει, αφού όλοι γνωρίζαμε πως τα Καλοκαίρια στα ορεινά χωριά της Κρήτης, κάποιοι αγρότες η βοσκοί που διέθεταν τράγο ή κριάρι, συνήθιζαν να δέχονται πρόβατα ή τα κατσίκια του χωριού για να γονιμοποιηθούν, και φυσικά επί πληρωμή!

Έχοντας λοιπόν κάποιοι ένα τράγο η κριάρι, έφτιαχναν μια ειδική μάντρα, που μάντρωναν εκεί τα θηλυκά ζώα μαζί με το αρσενικό, με σκοπό να γονιμοποιηθούν, και έτσι αποκομίσουν κέρδη. Η όλη διαδικασία της γονιμοποίησης αυτής, την ονόμαζαν παλιά «κουρουπάρι».

Πρέπει δε να πούμε, πως οι μεγαλοβοσκοί, και οι αγρότες που είχαν πολλά αιγοπρόβατα, φυσικά και είχαν δικά τους αρσενικά για αναπαραγωγή, και δεν χρειαζόταν να πάνε πουθενά τα θηλυκά τους.

Όσοι όμως αγρότες είχαν λίγα αιγοπρόβατα, απλά για το γάλα των παιδιών και το τυρί της οικογένειας, δεν ήταν απαραίτητο να θρέφουν τζάμπα και επιπλέον αρσενικά ζώα, και έτσι τα αρσενικά τα έσφαζαν από μικρά, ή χρονιάρικα.

Όταν όμως θα ερχόταν η ώρα του ζευγαρώματος, τα θηλυκά ζώα του ο αγρότης θα τα πάει σε κάποιον που να κάνει κουρουπάρι κάπου σε κάποια μάντρα στο χωριό, και φυσικά στο τέλος θα τον πληρώσει ανάλογα τον αριθμό των ζώων που θα του πάει.

Για την εποχή του οίστρου κάποιου αιγοπροβάτου, είχαν δική τους ονομασία στα χωριά. Έλεγαν διακριτικά πως το θηλυκό «αεροσέρνει», «σαλιοφτεί», «γυρεύγει», «θυμίζει» κι από την άλλη το τραγί ή το κριάρι θα το «βατέψει», θα το «μαρκαλέψει», θα το «καλαφατίσει» ή θα το «καταστέσει» κλπ, έτσι ώστε με αυτές τις « κωδικές» λέξεις, να αποφεύγονται βαρύγδουπες ακατάλληλες λέξεις}.

Ο τρόπος που γινόταν το κουρουπάρι, ήταν ο εξής. Κάποιοι που είχε το αρσενικό, έπρεπε να φτιάξουν μια πρόχειρη μάντρα, και αυτοί ήταν κυρίως κάποιοι φτωχοί του χωριού.

Η μάντρα αυτή θα ήταν είτε χτιστή με πέτρες, πρόχειρη με κλαδιά ή με καλάμια. Εφόσον η μάντρα θα ήταν μέσα στο χωριό, έπρεπε να είναι κλειστή γύρω – γύρω ώστε να μην φαίνεται από μέσα , αλλά ούτε και να βλέπουν και τα ζώα από μέσα έξω και τρομάζουν.

Απλά έπρεπε να έχει και μια είσοδο και ένα παραθυράκι για να παρακολουθεί ο ιδιοκτήτης της μάντρας διακριτικά πότε ένα ζώο έχει γονιμοποιηθεί. Με τον τρόπο αυτό έβγαζε ένα καλό μεροκάματο, ή συμπλήρωνε το ήδη εισόδημα του. Το θέαμα φυσικά ήταν ακατάλληλο για παιδιά, και για αυτό ποτέ δεν τα άφηνα να πλησιάσουν την μάντρα, όσο κι αν αυτά επέμεναν και ήθελαν να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους! Εξ άλλου το αρσενικό ήθελε ηρεμία, ησυχία και δεν ήθελε να βλέπει ούτε να αισθάνεται κανέναν δίπλα του, για να μπορέσει κάνει τη δουλειά του. Ακόμα και ο … κουρουπάρχης παρακολουθούσε διακριτικά από κάποιο παραθυράκι, ή από απόσταση. Δεν άφηναν παιδιά να πλησιάσουν και για ένα άλλο ένα σοβαρό λόγο, διότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να τραυματιστεί ή να σκοτωθεί κάποιο παιδί από τυχόν κουτουλιές του τράγου ή του κριού, διότι ήταν πολύ δυνατά και βίαια ζώα.

Θα χρειαζόταν πάντως να πάνε τα θηλυκά πολλές φορές στην μάντρα, μέχρι να σιγουρευτεί ο κουρουπάρχης και να δώσει πίσω γονιμοποιημένα πλέον ζώα. Ήταν καλοπληρωμένη δουλειά αυτή, φτάνει να αναλογιστούμε ότι πριν τη κατοχή ήταν 10 δραχμές το ζώο η πληρωμή, το λάδι είχε 15 δραχμές η οκά, σχεδόν δηλαδή όσο μια οκά λάδι το κάθε ζώο. Προσωπικά θυμάμαι στα τέλη του ‘80 που εξέπνευσε και η ασχολία αυτή, η τιμή ανά ζώο ήταν περίπου 50 δραχμές.

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Φεύγει η Άνοιξη και έρχεται το Καλοκαίρι, που είναι και ο πιο κατάλληλος καιρός οίστρου, που ζευγαρώνουν τα αιγοπρόβατα.

Η καλύτερη εποχή είναι από 15 Ιουλίου μέχρι 15 Οκτωβρίου. Τα πρόβατα συνήθως αρχίζουν πιο μπροστά δηλαδή Ιούλιο, και τον Αύγουστο συνήθως τα κατσίκια.

Πάντως είναι η καλύτερη εποχή τον Αύγουστο να γονιμοποιηθεί ένα ζώο, διότι, μετά από πέντε μήνες εγκυμοσύνης, θα γεννήσει φυσιολογικά τον Φεβρουάριο. Θα μου πείτε, μα πέντε μήνες κάνει να γεννήσει μια κατσίκα? Τώρα εγώ πως το ξέρω αυτό? Μα φυσικά το γνωρίζω από μια παμπάλαιη παροιμία που ακουγόταν παλιά στα χωριά, που έλεγε:

«Το ούτσι – ούτσι τέσσερα, κι η καρκατούρα πέντε, και το σκυλί και το γατί, εξήντα πέντε μέρες»!

Για όποιον δεν ξέρει, το «ούτσι – ούτσι» ήταν το γουρουνάκι. Η «καρκατούρα» ήταν η κατσίκα, και το ίδιο ισχύει και για το πρόβατο. Έτσι έβρισκαν οι παλιοί τον χρόνο εγκυμοσύνης στα οικόσιτα ζώα τους. Δεν είμαι σίγουρος αλλά τόσο 65 μέρες είναι περίπου ο χρόνος εγκυμοσύνης, και ίσως κάτι λιγότερο.

Με το να γεννήσουν όμως τα αιγοπρόβατα τον Φλεβάρη, μετά από δυο μήνες δηλαδή τον Απρίλη θα ήταν η καλύτερη εποχή να απογαλακτιστούν, και φάνε κι αυτά χορτάρι που θα είναι άφθονο, και έτσι να μεγαλώσουν γρήγορα! Βέβαια το πρώτο – πρώτο γάλα, που το λέγανε «πρωτόγαλο», δεν ήταν κατάλληλο για τον άνθρωπο, και έτσι έβαζαν να το βυζάξουν τα νεογέννητα, και το υπόλοιπο το έχυναν, ή το έδιναν στις κότες. Το πρωτόγαλο αυτό θα κρατήσει γερά τα μικρά για δυο μήνες, μέχρι να φάνε πλέον χορτάρι.

Τον Μάρτη φυσικά και οι ίδιες οι μάνες είχαν άφθονο χορτάρι στην διάθεση τους, ώστε να κατεβάζουν πολύ γάλα, που όλη η οικογένεια και κυρίως τα παιδιά το περίμεναν πως και πως με μεγάλη λαχτάρα! Όλα τα παιδιά αγαπούσαν το γάλα, και ήθελαν να το πίνουν ζεστό πρωί βράδυ, ή να έχουν επιτέλους ένα νοστιμότατο ρυζόγαλο, και φρέσκια μυζύθρα!

Ο ερχομός βέβαια του νεογέννητου, είτε αρνάκι είτε κατσικάκι, ήταν μεγάλη υπόθεση στο σπίτι, διότι έφερνε μεγάλη χαρά στην οικογένεια, και κυρίως στα παιδιά, που πλέον δεν έκαναν τίποτε άλλο από να το χαϊδεύουν, να το παίρνουν αγκαλιά, και να το καμαρώνουν έτσι όπως έτρεχε και χοροπηδούσε, όπως «τζέλλεται», δηλαδή κάνει πηδηματάκια κατά την κρητική ντοπιολαλιά!

Όταν πολύ παλιά έλεγε κάποιος βοσκός: «Οφέτος σκέφομαι να κάνω κουρουπάρι», συνήθως εννοούσε, ότι θα φτιάξει μια μάντρα κάπου έξω από το χωρίο, με καλάμια με κλαριά, ή με ξερολιθιά ή και μεταλλική περίφραξη με στύλους με συρματόπλεγμα ή κοτετσόσυρμα ή πολύ αργότερα με πλέγματα. Διάλεγε ένα παχύ ίσκιο κάτω από μια μεγάλη χαρουπιά ή ελιά για την μάντρα αυτή, βάζοντας εκεί το κριάρι ή τραγί αφήνοντας μια «ποριά», είσοδο δηλαδή για να μπαινοβγαίνουν. Η πρόθεση του ιδιοκτήτη να κάνει κουρουπάρι γινόταν αμέσως ευρέως γνωστή στην περιοχή, και όλο το Καλοκαίρι του έφερναν τα ζώα τους οι αγρότες από όλα τα κοντινά γύρω χωριά.

Εκεί όμως γινόταν διαφορετικά το κουρουπάρι, από ότι στο χωριό μέσα.

Στο χωριό μέσα πήγαινε ο άλλος τη κατσίκα του ή το πρόβατο καθημερινά, μια δυο πέντε φορές, μέχρι να «βατευτεί», στο τέλος να πληρώσει και να έχει πλέον το ζώο σπίτι του.

Στο κουρουπάρι όμως στην εξοχή, όποιος είχε από ένα μέχρι πέντε έξη αιγοπρόβατα, τα πήγαινε και τα άφηνε εκεί στην μάντρα για 10 ή 15 μέρες ανάλογα, μέχρι να γονιμοποιηθούν όλα, και μετά στο τέλος του μηνούσε ο κουρουππαρχης να έρθει να τα πάρει. Η πληρωμή ανάλογα τον αριθμό των ζώων, γινόταν εδώ με διάφορους τρόπους, αφού παλιά χρήματα δεν υπήρχαν για όλους. Έτσι πλήρωναν είτε με κάποιες οκάδες λάδι, με γάλα, είτε με όσπρια, κουκιά, φακές, φασόλια ρεβίθια, είτε με τυριά κλπ. Άλλες φορές τίποτα από όλα αυτά, απλά κάνανε κάποιες άλλες συμφωνίες.

Όμως το κουρουπαρι γινόταν και για άλλον ένα βασικό λόγο, όσοι ειχαν βοσκοτοπια και καλους ”κριγιους”(κριάρια), μαζευαν τα οικοσιτα προβατα των χωριανων, οχι μόνον για την αναπαραγωγή, αλλα και για να τους διευκολύνουν στο θέρος, ή στην καλλιέργεια του καπνού κλπ.

Μπορούσε ετσι κάποιος να του αφήσει πέντε πρόβατα η κατσικες για δέκα η είκοσι μέρες, και να του φέρει δυο γομάρια,( δηλαδή έξη μεγάλα δεμάθια) σανό, με σκοπό να τα ταίζει όλα αυτά, αλλά και ο κουρουπαρχης τα δικά του, μια και δεν θα ευκαιρούσε να βγάλει τα έξω για βοσκή.
Μπορούσε επίσης να του φέρει τέσσερις πέντε μπάλες άχυρα για τα γαϊδούρια του, ή δυο τρία γομάρια σάκες μεγάλες λουριδάτες με άχυρα.

Ο μαντρατζής κουρουπαρχης ήξερε πότε τα θηλυκά είναι γονιμοποιημένα ή «βατεμενα» όπως έλεγαν, και ειδοποιούσε να έρθει ο ιδιοκτήτης να τα πάρει, αν δεν είχαν ήδη προσυμφωνησει. Δεν ξέρω αν στη συμφωνία ήταν να κρατήσει και το μαλλί και το γάλα όσο διάστημα κρατούσε τα ξένα οζά.

Η δουλειά πάντως αυτή με το κουρουπάρι, ήταν φυσικά κερδοφόρα, αν αναλογιστεί κανείς πως όλοι οι αγρότες είχαν από δυο μέχρι πέντε τουλάχιστο αιγοπρόβατα. Ο μαντρατζής ότι δεν χρειαζόταν για το σπίτι από τα προϊόντα που του κουβαλούσαν, τα πουλούσε και έπαιρνε τα ανάλογα χρήματα, ή τα αντάλλασε με άλλα είδη αναγκαία για το σπίτι.

Με το να μπει όμως ο πολιτισμός στα σπίτια μετά το ΄80, σταμάτησε και το κουρουπάρι, και γενικά σταμάτησαν τα οικόσιτα αιγοπρόβατα στα σπίτια, και όσοι πλέον ήθελαν να έχουν ζωντανά, τα είχαν σε μαντριά έξω από το χωριό, και φυσικά και δικά τους αρσενικά.

Σε οργανωμένα πάντως κοπάδια σήμερα, η γονιμοποίηση πλέον γίνεται με τεχνητά μέσα, και με συμβουλές κτηνιάτρων, με ορμονικό συγχρονισμό της ωορρηξίας με τεχνητά μέσα, ώστε να επιτυγχάνονται γέννες αφενός μεν σε μεγάλο διάστημα, από Οκτώβριο έως και Μάρτιο, αλλά και αυξημένη πλέον παραγωγή γάλακτος, και λιγότερες ασθένειες .

Το κουρουπάρι εκτός που δεν γίνεται πλέον, έχει ξεχαστεί και σαν λέξη προ πολλού, αλλά στο βάθος του μυαλού μας οι περισσότεροι έχουμε χιλιάδες αναμνήσεις από τη ζωή του χωριού και τα αιγοπρόβατα. Εγώ δε, έχω πάρα πολλές τέτοιες αναμνήσεις! Θυμάμαι και εγώ κάποτε τον πατέρα μου που είχε και εκείνος τράγο και έκανε κουρουπάρι σε κάποιο οικόπεδο μας κοντά στο σπίτι. Κάποια οικογένεια όμως φίλου μου, δεν είχαν λεφτά για να φέρουν και εκείνοι τις κατσίκες τους στο σπίτι για ζευγάρωμα. Έτσι είπε του φίλου μου μια μέρα ο πατέρας του:

-Πάρε μωρέ τσι κατσίκες αύριο, και πήγαινε και συ στο χωράφι που θα βόσκει το Γιωργιό τα πρόβατα τους , και άσε τα να κοντοζυγώσουνε τα δικά μας στο τράγο τους, μπας και βατέψει και τα δικά μας!

Πράγματι έτσι και κάναμε κρυφά, αλλά βέβαια με μεγάλο ρίσκο! Αν όλο αυτό, το μάθαινε ο πατέρας μου μπορεί και να με … «χειροτονούσε» δεόντως!
Αλλά εγώ πάντως τι είχα να χάσω, από να κάνω το χατίρι του φίλου μου? Βλέπεις έτσι ήταν η ζωή του χωριού, είχε και τους καλούς είχε και τους πονηρούς, που πηγαίνανε πάντα δια της πλαγίας οδού!

Παροιμίες για αρνιά και πρόβατα

-Μαθημένο είναι τ΄αρνί, να κουρεύεται να ζει.
-Από του διαόλου τα μιτάτα μηδέ τυρί μηδέ μαλάκα
-Από του διαβόλου το μαντρί, μηδέ κατσίκι μηδέ αρνί
-Εβάλανε το λύκο να φυλά τα πρόβατα
-Είπα σου να ποτάξεις χίλια πρόβατα, μα σα δε θες τρίχα
Αν είσαι λύκος να τρώς, αν είσαι αρνί να σε τρώνε
Σαν φύγει το αρνί από το μαντρί, το τρώει ο λύκος

Κείμενο – φωτογραφία: Γεωργιος Χουστουλακης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Γιατί στους Κρητικούς δεν αρέσει το μπάνιο στη θάλασσα, όσο στις Κρητικές;

Δημοσιεύτηκε

στις

Είναι πλέον γνωστό, πως στους περισσότερους Κρητικούς, και δει Μεσαρίτες, δεν τους ξετρελαίνει το αλμυρό νερό!


Προτιμούνε τη ταβέρνα ή τη καφετέρια! Οι γυναίκες όμως τα πάνε καλύτερα!
Ρωτάς τον έναν:

-Ήκαμες πολλά μπάνια Μιχάλη οφέτος?
-Μπά… Δύο ήκαμα, κι αυτά τα τελευταία τρία χρόνια!
-Κωστή, έλα να πάμε Στο Κόκκινο Πύργο για μπανάκι!
-Δε τροζαίνομαι εγω για μπάνια! Πάω την οικογένεια κάπου κάπου, μα δε μπαίνω στη θάλασσα, κάθομαι και τους περιμένω στη ταβέρνα!

Ρωτάς κάποιον άλλο:
-‘Ελα να πάμε στη θάλασσα!
-Δε με χ… με τη θάλασσα, σιγά το πράμα!

Ο άλλος πάλι σου λέει:
-Ναι πάμε στη θάλασσα, μα εγώ την αράζω στη ξαπλώστρα με το φραπέ μου και χαζεύω, αλλά μέσα δεν μπαίνω!
Κάπως έτσι πάει ολωνών το «κάμπιο τους»!

Δεν τους συβάζεις να μπούνε στο κρυγιό νερό!

Τον λόγο βέβαια τον κατέχω πολύ καλά, κι από δικού μου! Ειδικά με εμάς τους πιο παλιούτσικους, συνέβαινε σαν παιδιά, να μας πέμπουν σε δουλειές τα καλοκαίρια! Άλλους στην αλωνιστική, άλλους στο μπαλιατικό, άλλους στα Μαλεβίζα, άλλους στα έχνη, και τη θάλασσα τη «καμαρώναμε» μόνο απ’ αλάργο! Δεν συνηθίζανε τότε να πηγαίνουν στη Θάλασσα, αυτό έγινε μετά το ’80, που βάζανε και λεωφορείο!
Καλά θα μου πεις, μπάνιο στο νερό δεν κάνατε?

Μα και βέβαια κάναμε! Μάλιστα «αγκαλιά με τη κανίστρα»! Πολλές φορές βουτούσαμε στα λασπόνερα, στις κολύμπες του ποταμού, και στις στέρνες!

Καμιά φορά πάλι, αν βρισκόμαστε σε νερό ποταμού ή στο φράγμα, κάναμε ένα δεματάκι με καλάμια, και πάνω εκεί καθόμαστε σαν σωσίβιο πάλι!
Εκείνα τα χρόνια μας λέγανε οι γονείς μας να φορτώσουμε στο γάιδαρο τέσσερις κανίστρες, μεταλλικές στενόπορες ή πλαστικές, και να πάμε από τη στέρνα του τάδε να τις γεμώσουμε νερό, για να ποτίσουμε αγρουλίδους!

Δεν χάναμε όμως την ευκαιρία σαν φτάναμε στη στέρνα, να πετάξουμε πέρα τα ρούχα, “να πάρουμε αγκαλιά” τη κανίστρα για σωσίβιο, και με δικό μας ρίσκο να κολυμπήσουμε μισή ωρίτσα!

Ναι, είναι γεγονός πως δροσιζόμαστε λιγάκι, όμως δεν έπαυε να ήμαστε κολυμβητές «του γλυκού νερού»!
Όταν όμως αποκτήσαμε τα πρώτα ποδήλατά μας γύρω στα δεκαπέντε μας, πηγαίναμε από τα χωριά μας στον Κόκκινο Πύργο για μπάνιο, αλλά βέβαια πρώτη φορά στο θαλασσινό νερό στα δεκαπέντε! Και στα δεκαπέντε δεν μαθαίνεις ! Τουλάχιστον δεν διαπρέπεις στην κολύμβηση!

Πως τώρα να μάθεις σε αλμυρό νερό και στα βαθειά, μάλιστα χωρίς να σου δείξουν, και μάλιστα όταν οι περισσότεροι είχαμε κινδυνέψει ήδη δυο τρεις φορές να πνιγούμε!

Έκτοτε δεν μας τράβηξε η θάλασσα, δεν μας αγάπησε και δεν την αγαπήσαμε!
Πάμε μια στο τόσο αλλά με κρύα καρδιά! Χαίρομαι βέβαια που πάω πότε – πότε στον Κόκκινο πύργο, και βλέπω στα βράχια εκεί ανεβασμένη κάποια δασκάλα, να μαθαίνει κολύμβηση σε μικρά παιδάκια! Σήμερα βέβαια άλλαξαν τα χρόνια, και οι νέοι και νέες της Κρήτης, δεν έχουν να ζηλέψουν στο κολύμπι τους υπόλοιπους Έλληνες!

Οι Κρητικές βέβαια γενικά είναι πιο φιλικές με το νερό της Θάλασσας! Έχουν βρει την παραλία και σαν ένα είδος “πασαρέλας” κατά κάποιον τρόπο, και φυσικά ευκαιρία επίδειξης στα όμορφα κάλλη τους, και για αυτό δεν διστάζουν να φορέσουν το μαγιό τους! Φρόντισαν να μάθουν γρήγορα μπάνιο, και φυσικά να μην χάνουν την ευκαιρία να το απολαύσουν!

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τα “Μαλεβίζα” των αναμνήσεων

Δημοσιεύτηκε

στις

Πολλοί είναι εκείνοι που κάποτε πήγαν στην επαρχία Μαλεβιζίου της Κρήτης τη δεκαετία του 60 και 70, για να εργαστούν στα πολλά αμπέλια της περιοχής


Είτε για να έχουν τα χρήματα που είναι απαραίτητα στον κάθε ένα, είτε για τα καλαμπούρια που γινόταν μεταξύ των εργατών, οσάκις βρισκόταν η ευκαιρία!

Η μεγαλύτερη δεξαμενή εργατών για τους αμπελουργούς τότε, ήταν η Γαλιά, το χωρίο μου.

Αμπελοπαραγωγοί μεγάλοι, από τα χωριά Πενταμοδι, Βούτες, Άγιο Μύρωνα, Σταυράκια, μέχρι και το Κρουσώνα, εκανόνιζαν είκοσι μέρες πιο μπροστά για να εξασφαλίσουν την εργατιά της χρονιάς, από δέκα έως και είκοσι άτομα.

Δουλειά πάντα έπιαναν την επόμενη εργάσιμη μετά της Παναγιάς τον Δεκαπεντάυγουστο.

Έπαιρναν λοιπόν τηλέφωνο έναν υπεύθυνο από το χωριό μας για να μεριμνήσει και να νοιαστεί να βρει όσα άτομα χρειαζόταν το αφεντικό, και να κανονίσει και για το μεροκάματο.

DSCN0779

Συνήθως ζήταγαν άνδρες και γυναίκες. Όμως οι Γαλιανοί έστελναν εκβιαστικά και τα παιδιά τους, με τη συμφωνία να πληρώνονται κι αυτά όσο και οι γυναίκες!

Οι άνδρες φυσικά έπαιρναν μεγαλύτερο μεροκάματο από τις γυναίκες, γιατί η εργασία για αυτούς ήταν πιο δύσκολη!

Κι αν κανένας (όπως εμένα), τον έβλεπε το αφεντικό πως δούλευε με μεγαλύτερο φιλότιμο από τους άλλους, του έδινε κάτι τις παραπάνω στη πληρωμή, για να τον καλοπιάσει να τον έχει και του χρόνου!

Οι γυναίκες ήταν κόφτρες και απλώστρες συνήθως, ενώ οι άνδρες κουβαλέδες, η αλουσιδιάστες που ήταν πιο βαριές δουλείες.

Τα παιδιά κι εκείνα έκοβαν σταφύλια, η κουβαλούσαν φορτώνοντας τα τσιγκάκια στο γαϊδούρι.

Τα αφεντικά τότε αυστηρά και απαιτητικά.

Για να δώσουν το κανονικό μεροκάματο στα παιδιά, και να μη νομίζουν ότι δουλεύουν καταχρηστικά, τα έστελναν για διάφορες δουλείες όση ώρα ξεκουραζόταν η εργατιά.

Να πάνε το μεσημέρι μέχρι να μαζευτούν όλοι για φαγητό, να μεταδέσουν τις κατσίκες, να τις ποτίσουν, να ποτίσουν και το γάιδαρο κλπ.

Φυσικά κάθε πρωί άρμεγαν τις κατσίκες οι εργάτες, αλλά το γάλα το κρατούσε πάντα το μεγάλο αφεντικό με τη γρια του!

Πρωί πρωί πριν ξημερώσει ο ήλιος, από τις 6 είχε εγερτήριο, και για πρωινό είχε ένα καφέ η τσάι με παξιμάδι και ελιές.

Κατά τις 10 είχε κολατσό που ήταν αποκλειστικά ντοματοσαλάτα, η ψωμί και ελιές, λίγο τυρί και σταφύλια.

Κατά τις 2 είχε στάση ένα δίωρο και φαγητό κυρίως φτωχό, όσπρια πάντα με σαλάτα, κουκιά φασόλια ρεβίθια και σπάνια η σχεδόν καθόλου κρέας!

Τα αφεντικά δεν άφηναν εύκολα τους εργάτες χωρίς επιτήρηση.

Είτε θα είχαν ένα δικό τους άνθρωπο κοντά, είτε καμιά φορά το γέρικο αφεντικό κρυβόταν κάπου σε ένα ύψωμα κι από κει επιτηρούσε απέναντι τη πλάγια που ήταν το αμπέλι του.

Αν έπαιρναν χαμπάρι ότι κάποιος δεν δούλευε, τότε τον έδιωχναν.

Μάλιστα ένα αφεντικό που δούλευα, ενώ μας παρακολουθούσε, τον πήρε ο ύπνος και βράδιασε, και εκεί μένοντας ώρες, και έβγαλε κρύο, οπότε έπαθε πνευμονία, και μετά από λίγους μήνες πέθανε.

Τα σταφύλια που τρυγούσαμε, ήταν κυρίως σουλτανιά, και σπάνια ταχτάδες.

Οι ταχτάδες ήταν ένα υπέροχο πεντανόστημο σταφύλι με μεγάλες ρώγες που έβγαζε και αυτό μια πολύ περιζήτητη σταφίδα.

Τα σταφύλια τα κόβανε οι κόφτες, τα μετέφεραν οι κουβαλέδες, τα αλουσιδιάζαν οι αλουσιδιάστες και τα άπλωναν οι απλώστρες είτε σε επίπεδο οψηγιά, είτε σε… κρεμαστό!

Ειδική κατασκευή μεταλίκι, ήταν ο κρεμαστός οψηγιάς, με θέσεις δεξιά αριστερά για να μπαίνουν τα σταφύλια να ξηραίνονται στον ήλιο.

Η μεταφορά γινόταν με τα τσιγκάκια, μεταλλικά δοχεία με δυο χερούλια και τρύπες γύρω γύρω.

Αργότερα αυτά αντικαταστάθηκαν με πλαστικά.

Η σκληρή εργασία, ο ήλιο να καίει τα πάντα και να μαυρίζει τα δέρματα, παντού να μυρίζει μούστος και αλουσά, να κολλάνε τα ρούχα, τα χέρια, και το βράδυ το νερό λιγοστό για τον κάθε ένα για ένα μπάνιο!

Αυτή ήταν μονάχα η μια όψη του ίδιου νομίσματος…

Γιατί από την άλλη, γινόταν και πολλά καλαμπούρια, πειράγματα, ακόμα και φλερτ εν ώρα εργασίας!

Εφώναζε η απλώστρα που ήταν προκομμένη και τελείωνε τα σταφύλια τάκα τάκα..

-Σταφύλια!!!!!!!!!!!!!

Ο εργάτης που τα κουβαλούσε απαντούσε από μακρυά..

-Σε φιλώ στα χείλια!!!!!!!!!!!!!!

Τέτοια παρόμοια και πολλά άλλα γινόταν στο αμπέλι.

Αρκετοί νέοι είναι αυτοί, που καλόβλεπαν τη κοπελιά εργάτρια που δούλευαν παρέα, και τελικά τα φτιάξανε και παντρευτήκανε μάλιστα!

Τα βράδια δεν έλειπε και ένα μπουζουκάκι στην παρέα, και το τραγούδι μετά το φαγητό και μετά από μερικά κρασάκια πήγαινε σύννεφο!

Τα αγόρια θέλανε να δείξουν τον καλύτερο τους εαυτό, θεωρούσαν χρέος τους να διασκεδάσουν τα κορίτσια και τη παρέα όλη να γελάνε και να περνάνε καλά!

Πολλές φορές στηνότανε κανονικό χοροστάσι!

Άμα τελείωνε αρχές του Σεπτέμβρη το αφεντικό, τότε τους εργάτες του τους πρότεινε και σε άλλο χωριανό του για όσους ήθελαν να δουλέψουν κι άλλες μέρες. Κάποιοι που είχαν μαθητές, έφευγαν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη για να πάνε να ετοιμαστούν.

Τα λατζούνια ήδη είχαν αρχίσει να πετάγονται από τη γης, και αυτό για τον μαθητή ήταν ”κακό σημάδι” γιατί ένοιωθε ότι το καλοκαίρι τελειώνει!

Μερικοί όμως, κυρίως άνδρες, έμεναν και στο μάζεμα της σταφίδας.

Να τη μαζέψουν να τη καθαρίσουν, να τη σακιάσουν,και να τη φορτώσουν στη καρότσα του τραχτεργιού για να πάει στις αποθήκες.

Είχε αρκετό χρήμα τότε η σταφίδα, αλλά και οι πάντα προκομμένοι χωριανοί μας, δεν έχαναν την ευκαιρία να έχουν χρήμα, την εποχή εκείνη που οι μαθητές θέλανε τα βιβλία τους, τα τετράδια τους, να ντυθούν και να ξεκινήσει ομαλά η χρονιά, χωρίς προβλήματα…

Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ιερό σπήλαιο Ρέας και Άδη – Ιερό Κέρας Βιάννου

Δημοσιεύτηκε

στις

Στον απόηχο μιας πραγματικά σπουδαίας εξερευνητικής αποστολής δημοσιεύουμε κάποιες εικόνες από το Ιερό Κέρας της Βιάννου – Κερατόκαμπος


Εκεί υπάρχει ένα αρκετά δυσπρόσιτο σπήλαιο όπου λατρευόταν η Θεά Ρέα η Βρεφοκρατούσα. Στο τέλος της εσωτερικής δεξιάς αίθουσας υπάρχει ένας σταλαγμίτης σχεδόν στο κέντρο που αναπαριστά την Θεά Ρέα που αιώνες αργότερα ταυτίστηκε με την Λατρεία της Παναγίας στον Χριστιανισμό.

Το σπήλαιο έχει ανασκαφεί από ξένους αρχαιολόγους (Ο Hutchinson ανακάλυψε, φαίνεται, εδώ το 1935, κάποια λείψανα της Υστερο-Μινωικής 1 και ο J. Pendlebury της Μεσο-Μινωικής 3.) και υπάρχουν εργασίες και μελέτες για τα ευρήματά του. Αυτό που το κάνει δυσπρόσιτο είναι το ότι βρίσκεται σε ικανό υψόμετρο και η είσοδός του είναι μια τρύπα ύψους 65 εκατοστά και πλάτους 55 η οποία είναι δύσκολο να βρεθεί πρέπει κάποιος να περάσει 2 μικρές χαράδρες και να ανέβει ένα γκρεμό … Όταν μπεις μέσα πρέπει να συρθείς για να περάσεις ένα λαγούμι μήκους 12 περίπου μέτρων.

Μετά αυτό ανοίγει προς τα δεξιά και αριστερά. Δεξιά υπάρχει μία αίθουσα η οποία μοιάζει με ναό με τους σταλακτήτες και σταλαγμίτες να σχηματίζουν μορφές θεών ανθρώπων και ζώων. Στο βάθος αυτής της αίθουσας είναι η Βρεφοκρατούσα και στο πίσω μέρος υπήρχε χάσμα το οποίο πήγαινε έξι μέτρα κάτω … στα 6 μέτρα υπήρχε κλίμακα-σκάλα η οποία πήγαινε ακόμα πιό κάτω. Αυτή ήταν η Πύλη του Άδη.

Λίγο πιό κάτω από την σκάλα υπήρχε ποτάμι μέσα στο βράχο. Ο χώρος σήμερα είναι μιά τεράστια φωλιά νυχτερίδων οι οποίες καλό είναι να μην ενοχληθούν από την ανθρώπινη παρουσία. Θα επανέλθουμε με πλήρες ρεπορτάζ για το σπήλαιο αυτό το οποίο αναφέρω στον Λύκτο!

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

“Η σπηλιά βρίσκεται σε απόσταση 300 μ., νότια από το εξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Έχει είσοδο μια λοξή τρύπα ύψους 65 εκ. και πλάτους 55 εκ., 2,20 μέτρα πάνω από μια προεξοχή από στιλπνό πορτοκαλοκίτρινο ασβεστό- λιθο. Κάποιες, ελάχιστες, μικρές εγκοπές επιτρέπουν να γαντζώνεται κανείς για να συγκρατηθεί με τα χέρια και τα πόδια.

Η είσοδος αυτή, προσανατολισμένη νοτιοανατολικά, δεσπόζει σε ύψος 500 περίπου μέτρων πάνω από τη θάλασσα, απ’ όπου όμως δεν διακρίνεται.

Από εδώ μπορεί να δει κανείς, σε απόσταση 4 χλμ., το μικρό ακρωτήριο που προστατεύει τον όρμο της Άρβης και το αγροτικό ιερό του Άρβιου Διός. Το στόμιο της εισόδου έκλεινε με μια πέτρινη πλάκα, που εξακολουθεί να βρίσκε- ται στη θέση της. …” Ναυσίνοος Αδριανός Adrianos Bezouglof

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΕΜΑΝΟΥΗΛ & ΑΔΡΙΑΝΟΣ ΜΠΕΖΟΥΓΛΩΦ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΝΑΥΣΙΝΟΟΣ

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη