Connect with us

ΘΕΜΑ

17χρονος Μεσαρίτης έκαψε Γερμανικό αεροπλάνο στην κατοχή

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Πως ένας νεαρός Μεσαρίτης έκαψε στην κατοχή ένα Γερμανικό αεροπλάνο!

Οι 10 ήμερες αγγαρείες
Όταν ήρθαν οι Γερμανοί στο Τυμπάκι το ΄41 ο Μύρωνας Μαραγκάκης από τη Γαλιά ήταν 16 ετών. Το ΄42 όμως που ήταν 17 πήγαινε και αυτός κανονικά στις αγγαρείες μαζί με άλλους 50 με 70 Γαλιανούς. Ο ίδιος έκανε την δεκαμερία τη δικιά του αλλά και τη δεκαμερία του αδερφού του Μανώλη, σύνολο 20 μέρες συνεχόμενες!

Οι Γερμανοί πήγαιναν σε όλα τα χωριά, έβρισκαν τον πρόεδρο του κάθε χωριού, και απαιτούσαν να δουν τους γενεαλογικούς καταλόγους. Έβλεπαν πόσοι άνδρες ήταν από 16 μέχρι 60 χρονών, και διέτασσαν τους προέδρους να τους στέλνουν στα καταναγκαστικά έργα το ένα τρίτο των εγγεγραμμένων κάθε 10 μέρες.
Στη Γαλιά πρόεδρος τότε ήταν ο Μανώλης Δαμιανάκης γιός του Δαμνιανοβασίλη. Απαίτησαν και από αυτόν να γυρίζει πόρτα – πόρτα στα σπίτια της Γαλιάς, από την Παρασκευή, για όσους ήταν να πάνε αγγαρεία τη Δευτέρα στο Τυμπάκι.
Δεν έκαναν μονάχα αγγαρείες στο αεροδρόμιο του Τυμπακίου, αλλά και στα υψώματα από το Αντισκάρι μέχρι τους Εφτά Πόρους. Έσκαβαν λάκκους για τα πολυβολεία των Γερμανών, αλλά και για να κρύβουν μέσα εκεί τα πυρομαχικά τους.
Όλη η περιοχή εκείνη ήταν γεμάτη τρύπες! Αργότερα έκαναν αγγαρείες και στον Λαβύρινθο της Μεσαράς , και εκεί δούλεψε επίσης και ο Μύρωνας Μαραγκάκης, και όλοι οι εργαζόμενοι έμεναν σε καταυλισμό κοντά στο Καστέλι.
Όσοι ήταν μονάχα οικοδόμοι και μπετατζήδες, έκαναν υποχρεωτικά από 15 μέρες αγγαρείες έκαστος.

Αγγαρείες στο ξεπάτωμα των ελιών
Θα ήταν Μάης μήνας, και οι Γερμανοί έβαζαν τους ντόπιους εργάτες να σκάβουν γύρω από την κάθε ελιά ένα λάκκο, για να της κόβουν τις πολλές – πολλές ρίζες, και μετά έδεναν τον κορμό με συρματόσχοινο, τις τράβαγε ένα αυτοκίνητο, τις ξεπάτωνε μία – μία, και τις πήγαιναν όλες και τις άφηναν κάπου στους Βόρους.
Έτσι έκαναν την επέκταση του αεροδρομίου, καταστρέφοντας μνημεία και πολλές αιωνόβιες ελιές αλλά και ένα νεκροταφείο.
Ένα δεκαήμερο ήταν αγγαρεία στο ξεπάτωμα της ελιάς και ο νεαρός Μύρος Μαραγκάκης με τον φίλο του τον Μανασάκη Μιχάλη από τα Ρογδιανά, γνωστός σαν Μπελαδομιχάλης. Όταν τελείωσαν τη δουλειά και πηγαίνανε στον καταυλισμό, πήγαινε μπροστά ο επιβλέπων Γερμανός, αλλά ως φαίνεται είχε πιθανόν κάποια τρύπια τσέπη και του έπεσε κάτω ο αναπτήρας του!
Τον είδε πρώτος ο Μπελαδομιχάλης, σκύβει και τον πιάνει.
-Γιάε, επαέ ήπεσε ο αναπτήρας του Γερμανού, και σκέφτομαι να τον πάρω να τον-ε κρατώ του πατέρα μου!
Είπε αυτά και τον έβαλε στη τσέπη του.
-Μωρέ πέταξε τον-ε να πάει στο διάολο, μη μας πάρουν χαμπάρι οι Γερμανοί και μας σαπίσουν στο ξύλο! Του λέει ο Μύρος.
Ο Μιχάλης μετά γυρίζει πίσω και τον άφησε πράγματι ξανά κάτω, και έσκαψε μάλιστα λίγο με τα νύχια του το χώμα και τον πέτρωσε, μήπως τον πάρει άλλη φορά.

Αγγαρείες και στον χώρο ανεφοδιασμού

Υπήρχε στο χώρο ένα μεγάλο σκάμμα λάκκος δηλαδή, σκαμμένος στη γη όπου εκεί είχαν τοποθετήσει καμιά διακοσαριά βαρέλια με βενζίνη, και μπορούσε να κατέβει ως εκεί κάθε βυτίο από μια λοξή χωμάτινη ράμπα για να γεμίσει. Μια δουλειά του δεκαημέρου λοιπόν, ήταν να πηγαίνουν δυο άτομα και στο χώρο αυτόν του ανεφοδιασμού, και να γεμίζουν από τα βαρέλια τα βυτία, με τη βοήθεια δυο μακριών εύκαμπτων σωλήνων, που είχαν επάνω τους από μια χειροκίνητη αντλία.
Την επόμενη δεκαμερία λοιπόν θα την έκαναν πάλι οι διό τους ο Μύρος με τον Μιχάλη στον ανεφοδιασμό, δηλαδή στον λάκκο με τα βαρέλια. Η δουλειά τους θα ήταν να γεμίζουν τα βυτία. Ήρθε λοιπόν κάποια στιγμή και ένα άδειο βυτίο, κατέβηκε κι αυτό από την χωμάτινη ράμπα, και προχώρησε προς τα βαρέλια. Είπε στα παιδιά να παραλάβουν τις δυο μάνικες που ήταν επάνω στο βυτίο του με τις χειροκίνητες αντλίες. Την μια άκρη τους την πήρε ο Γερμανός και την έβαλε στην είσοδο του της δεξαμενής του βυτίου, ενώ τις άλλες άκρες τις παρέλαβαν τα δυο παιδιά και τις έβαλαν από μία μέσα σε ένα γεμάτο βαρέλι βενζίνης. Τρόμπερναν έπειτα συνεχώς με το χέρι, και όταν άδειαζε ένα βαρέλι πήγαιναν στο επόμενο. Καμιά φορά κουραζόταν και σταματούσαν για λίγο, αλλά κατέβαινε ο οδηγός και τους άρχιζε στις βουρδουλιές, και έτσι αναγκαστικά συνέχιζαν και πάλι, μέχρι να γεμίσει το βυτίο.
Σαν το συγκεκριμένο βυτίο κάποια στιγμή γέμισε, τότε ο οδηγός θα το πήγαινε κοντά σε κάποιο αεροπλάνο και θα γέμιζε τις δυο δεξαμενές του, καθώς είχε από μια δεξαμενή στο κάθε φτερό. Από μια είσοδο πάντως γέμιζαν ταυτόχρονα και οι δύο δεξαμενές του αεροπλάνου, και όταν γέμιζαν σταμάταγε η εισροή βενζίνης αυτόματα.

Κάποια στιγμή που γέμισε πράγματι το συγκεκριμένο βυτίο, ο οδηγός έβαλε μπροστά το όχημα, και κάνοντας στροφή, περνά δίπλα από τα παιδιά, και πήγαινε προς το αεροπλάνο για ανεφοδιασμό.
Όμως σαν τροζοκόπελο που ήταν ο νεαρός τότε Μύρος, όταν πέρασε από μπροστά του το βυτίο, δεν ξέρει πως του ήρθε, και δε χάνει καιρό, και ανοίγει λίγο την βάνα της βενζίνης! Αυτή φυσικά έτρεχε σιγά – σιγά, μέχρι που έφθασε το βυτίο κοντά στο αεροπλάνο!
Μέχρι να φθάσει όμως έως εκεί, θα είχε χυθεί περίπου ένας τενεκές βενζίνης!
Ταυτόχρονα ο Μύρος θυμήθηκε που είχαν κρύψει τον αναπτήρα, πήγε και τον πήρε τσάκα τσάκα, και ακαριαία με ένα τσάφ, χωρίς δεύτερη σκέψη, έβαλε φωτιά στην άκρη της βενζίνης, από εκεί δηλαδή που πρωτοξεκίνησε να στάζει!

Βέβαια από τα πολλά χώματα και τις σκόνες που ήταν μπουχός, που τις δημιουργούσε καθώς προχωρούσε το βυτίο, δεν φαινόταν καθόλου ούτε τα παιδιά, ούτε και η χυμένη βενζίνη!
Αμέσως αρπάζει η βενζίνη φωτιά με το άναμμα, και σε δευτερόλεπτα, σχεδόν ακαριαία, έφθασε και μέχρι το βυτίο! Το βυτίο πήρε φωτιά, και σε πέντε με δέκα λεπτά έσκασε και η δεξαμενή του! Όλα πλέον ήταν ζωσμένα στις φλόγες αφού η βενζίνη απλώθηκε σε χώρο μισού στρέμματος! Κινητοποιήθηκε γενικός συναγερμός, και άρχισαν να βαράνε και οι σειρήνες! Η φωτιά φυσικά μεταδόθηκε και στο αεροπλάνο! Έγιναν και τα δύο παρανάλωμα του πυρός, αφού τυλίχθηκαν ολοσχερώς στις φλόγες! Καιγόταν ασταμάτητα όχημα και αεροπλάνο, μέχρι που τελείωσαν τα καύσιμα και οι καύσιμες ύλες τους! Πρόλαβαν βέβαια να απομακρυνθούν ο αεροπόρος με τον οδηγό του βυτίου, πήγαν και πήραν από έναν πυροσβεστήρα, αλλά μάταια! Τι να σου κάνει ένας πυροσβεστήρας των πέντε με δέκα λίτρων σε τεράστιες φλόγες των 50 μέτρων ύψος! Μάλιστα ποιο να γλυτώσουν πρώτο, το βυτίο ή το αεροπλάνο! Μόνο όταν κάηκαν καλά – καλά και τα δύο, τότε μόνο μπόρεσαν να τα πλησιάσουν οι Γερμανοί, δηλαδή στην ουσία μετά από μισή ώρα με τρία τέταρτα!

Τα παιδιά έντρομα έτρεξαν να κρυφτούν!
Τα δύο παιδιά μετά από αυτή την εξέλιξη, έντρομα έτρεξαν και κρύφτηκαν σε έναν από τους λάκκους που είχαν ξεπατωμένες τις ελιές, αλλά σε ελάχιστο χρόνο οι Γερμανοί πήγαν ως εκεί και είχαν ήδη περικυκλώσει τους πάντες, όλους όσους εργαζόταν στον χώρο αυτόν, σύνολο 15 άτομα!

Στη φυλακή στο Τυμπάκι όλοι όσοι εργαζόταν στις ελιές!
Τους πιάσανε όλους όσοι βοηθούσαν στο ξεπάτωμα των ελιών, μαζί και τα δυο παιδιά, και τους πήγαν στο Τυμπάκι για ανάκριση. Εκεί υπήρχε ένα σπίτι που επειδή είχε σιδερόβεργες στα παράθυρα, το χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί σαν φυλακή. Τους κουβάλησαν όλους και τους 15 στον ανακριτή, που ο ίδιος ήταν ένα βουβάλι δυο μέτρα, και η πρώτη του δουλειά ήταν να τους μαυρίσει όλους στο ξύλο!
Το «βουβάλι» είχε μαζί του και ένα διερμηνέα που ήξερε άπταιστα τα Ελληνικά, και έφερνε μέσα ανά δύο άτομα τους κρατούμενους, και ρωτούσε έναν -έναν να πει τι έκανε και τι είδε. Στο τέλος τους βάραγε το βουβάλι και πάλι.
«Δεν ξέρω τίποτα, δεν είδα τίποτα» ήταν η απάντηση όλων! Ανά δύο που τους εξέταζαν οι Γερμανοί, στο τέλος της ανάκρισης τους έλεγαν «ράους», τους έδιωχναν από εκεί την πόρτα εξόδου, και τους ξαναγύριζαν πίσω. Ερχόταν οι επόμενοι δύο, πάλι στο τέλος «ράους» κοκ. Το ίδιο πράγμα έγινε και με τα δυο παιδιά τον Μιχάλη με τον Μύρο. Αυτούς τους δυο τους πήραν μεν για ανάκριση, αλλά χωριστά τον κάθε ένα. Έφαγαν και οι δύο πολύ ξύλο από το «βουβάλι», μέχρι και τους είπαν και σε αυτούς «ράους» και τους έδειξαν την πόρτα!
Όταν συναντήθηκαν έξω οι διό τους όλο χαρά, λέει ο Μύρος του Μιχάλη:
-Μη φοβάσαι Μιχάλη, παρόλο το ξύλο που έφαγα δε σε μαρτύρησα!
-Το ίδιο και εγώ, είπε ο Μιχάλης!

Από τις φυλακές Τυμπακίου σε στρατόπεδο για βαρυποινίτες!
Τελευταίοι από τους άλλους βγήκαν από εκεί οι διό τους, αλλά γρήγορα διαπίστωσαν όμως πως δεν ήταν ελεύθεροι. Στην άκρη της πύλης υπήρχε αυτοκίνητο που τους πήρε και τους πήγε στον καταυλισμό του αεροδρομίου. Εκεί τους σάπισαν ξανά στο ξύλο όπως και τους άλλους, και την επαύριον τους έστειλαν και τους 13 και μαζί και αυτούς τους δύο, σε στρατόπεδο για βαρυποινίτες, που ήταν κι αυτό στο Τυμπάκι. Το στρατόπεδο αυτό ήταν απαραβίαστο! Είχε για περίφραξη γύρω – γύρω διό διπλανές και παράλληλες σειρές από συρματοπλέγματα, με κυκλικό αγκαθωτό σύρμα, και ανάμεσα τους το κενό ήταν γεμάτο νάρκες! Εκεί και οι 15 έμειναν σε σκηνές. Ένας Γερμανός διερμηνέας κρατούσε ένα χαρτί που ήταν γραμμένα τα δέκαπέντε ονόματα. Φώναζε έναν – έναν και περνούσε από τον ειδικό ανακριτή. Κάποια στιγμή ο διερμηνέας φώναξε «Μανασσάκης και Μαραγκάκης!».
-Ελάτε εσείς οι διό στην άκρη, τους είπε. Μετά βγάζει ένα δεύτερο χαρτάκι και τους διάβασε τα εξής:

«Μετά από εξαντλητικές ανακρίσεις που έκανε ο τάδε Γερμανός αξιωματικός, προς το παρόν, δεν διαπιστώθηκε ενοχή σας»!

Τους λέει «ράους»και τους δείχνει την πόρτα!

Κάτι ανάλογο έγινε βέβαια και με τους υπόλοιπους.
Τα παιδιά βγαίνουν έξω και πάνε να το βάλουν στα πόδια!
Ήταν όμως εκεί ένας Γερμανός στρατιώτης, και είπε κάτι στον Γερμανό αξιωματικό, και τότε εκείνος φώναξε τα παιδιά να μπουν μέσα στο αυτοκίνητο τους, και να τα πάει μέχρι την έξοδο στο αεροδρόμιο. Πράγματι έτσι έγινε, και το αυτοκίνητο τα άφησε εκεί. Κάτι είπε στον σκοπό της πύλης να το ανεβάσει τη ξύλινη μπάρα της πύλης για να φύγουν τα παιδιά…

Επιτέλους ελεύθεροι!
-Κακομοίρη και σωθήκαμε! Λέει ο Μιχάλης.
-Εμείς τουλάχιστο φάγαμε δικαιολογημένα το ξύλο! Οι άλλοι όμως το φάγανε άδικα! Λέει κι ο Μύρος!
Στο δρόμο ο Μιχάλης παρότρυνε τον Μύρο να τρέξουν, αλλά που να μπορέσει να τρέξει ο Μύρος, μετά από τόσο ξύλο!
-Άντε δα να τρέξουμε, μη το μετανιώσουν οι Γερμανοί και μας γυρίσουν πάλι πίσω! Είπε ο Μιχάλης.
-Τρέξε εσύ να φύγεις να πας γρήγορα στη Γαλιά, και άσε με εμένα, μα να ‘ρθω θέλω και εγώ σιγά σιγά… Απαντά ο Μύρος.
-Όχι δε σε αφήνω εδώ πέρα μόνο σου, θα σε πάω στο χωριό έστω κι αν σε πάρω σηκωτό στη πλάτη μου! Απαντά ξανά ο Μιχάλης.

Πράγματι τον υποβάσταζε τον Μύρο ο Μιχάλης δρόμο – δρόμο, και ακουμπισμένος στον ώμο του πήγαιναν προς τη Γαλιά, αλλά πολύ αργά. Κάποια στιγμή έφθασαν επιτέλους στο χωριό, αφού έκαναν περί τις δέκα στάσεις!

Μεγάλη η αγωνία από τους δικούς τους, τόσες μέρες χωρίς νέα τους.

Κανένας δεν ήταν σε θέση να πληροφορήσει τους δικούς τους τόσες μέρες για την τύχη των παιδιών τους, και φοβόταν μήπως οι Γερμανοί τους είχαν ήδη σκοτώσει. Δεν ήξεραν αν ζουν ή αν ήταν πεθαμένοι. Αν και στο δρόμο συνάντησαν κάποιους χωριανούς όπως τον Πετρομανώλη, εν τούτοις δεν ήξεραν κι αυτοί το τι ακριβώς γινόταν, και δεν ενημέρωσαν τους γονείς τους.
Σαν έφθασαν σπίτια τους, η χαρά της μάνας και των αδερφών του Μύρο ήταν μεγάλη! Ωστόσο ο Μύρος είχε τα χάλι του, το πρόσωπό του ήταν πρησμένο και γεμάτο μελανιές, τα μάτια του πρησμένα κι αυτάκι έτρεχαν, τα κόκκαλα του επίσης όλα τον πονούσαν.

Κατ ευθείαν στον πραχτικό γιατρό!
Η Μαραγκομύραινα έβαλε το παιδί στο γάιδαρο και πήγαν πάλι στους Κισσούς, σε ένα γνωστό της πραχτικό γιατρό. Γιατρός δεν υπήρχε στο χωριό, αλλά ούτε και στις Μοίρες. Ο γιατρός της περιοχής ο Καμαριανάκης, σχεδόν κυνηγημένος από τους Γερμανούς, δεν κατέβαινε και πολύ συχνά στις Μοίρες. Έτσι πήγε το παιδί στον Μπαμπιονιτάκη στους Κισσούς που ήταν πραχτικός, και προπάντων δεν έπαιρνε σε καμία περίπτωση κανενός είδους αμοιβή. Είχαν ξαναπάει στον ίδιο και παλιότερα για κάποια άλλη χειρουργική επέμβαση. Ήταν τότε που είχε μολυνθεί όλο του το πρόσωπο του Μύρο, και στη συνέχεια όλο το κεφάλι του, από ένα καψούλι που του είχε σφηνωθεί στο μάγουλό του.
Μόλις τον είδε ο Μπαμπιονίτης τον γνώρισε!
-Πάλι μωρέ εσύ επαέ!
Ο Μπαμπιονίτης είχε αδερφική φιλία με τον Μακαρίτη πλέον τον πατέρα του. Φώναξε ένα ξάδερφο του στο χωριό για βοήθεια, τον Αλέξανδρο, και του είπε να ζεστάνει παλιό κρασί στη φωθιά. Με μια πρόχειρη γνωμάτευση, είπε στη μάνα του πως από το ξύλο με ρόπαλο, έχει σπάσει ένα κόκαλο του κρανίου και καθώς ήταν μυτερό, ήταν έτοιμο να εισχωρήσει στον μυελό!
Ήταν λέει τυχερός που σταμάτησε στην μεμβράνη! Οι Γερμανοί του είχανε βάλει μεν μια γάζα, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν ξεκόλλαγε. Με το ζεστό κρασί όμως απάλυνε η γάζα, και σιγά – σιγά κατάφερε και την ξεκόλλησε! Καθάρισε καλά – καλά την πληγή, και έβαλε επάνω μια δικιά του αλοιφή με βάση το κερί, αλλά και άλλα βότανα. Τον έστειλε στο σπίτι, και είπε να αφήσουν ανοιχτή την πληγή, αλλά όμως να βάζουν αλοιφή κάθε τρεις ώρες, αφού πρώτα την ξεπλένουν με το νερό από τα βρασμένα κυπαρισσόμηλα μαζί με αρισμαρί (δενδρολίβανο).
Πράγματι τα έκαναν όλα αυτά με τη βοήθεια της αδερφής του. Πλύσιμο καλό, και αλοιφή κάθε τρεις ώρες! Τη νύχτα ξυπνούσαν και συνέχιζαν τη θεραπεία.

Μετά από αρκετέ μέρες έγινε καλά το παιδί. Οι Γερμανοί αν και συνέχισαν τις έρευνες τους, έβγαλαν τελικά και το επίσημο πόρισμα:
«Για τον εμπρησμό που έγινε στο αεροδρόμιο Τυμπακίου και καταστράφηκε το αεροπλάνο και ένα όχημα βυτίου, δεν επρόκειτο για σαμποτάζ εκ μέρους του εχθρού, αλλά ήταν τυχαίο γεγονός…»

Κείμενο από ζωντανή μαρτυρία του κ Μύρωνα Μαραγκάκη: Γεώργιος Χουστουλάκης
fotos : Ein Märtyrer-Dorf auf Kreta

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook