Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ενθυμήματα από τον παλιό Κλήδωνα στην Κρήτη

Δημοσιεύτηκε

στις

Παραλλαγές του Κλήδονα υπάρχουν πολλές σε όλη την Ελλάδα, και γενικά διαφέρουν κυρίως στις λεπτομέρειες του εθίμου ακόμα και ανά τόπους στην Κρήτη (Mέρος α’)


O Κλήδονας ήταν ένα πανάρχαιο έθιμο, με πολλές παραλλαγές, όχι μονάχα στην Κρήτη αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα, και αναφέρεται σαν λέξη στα περισσότερα αρχαία βιβλία, ακόμα και στην Παλαιά Διαθήκη, όπου σαν λέξη σημαίνει μαντικό σημάδι.

Το έθιμο ξεκίναγε την παραμονή του Αϊ Γιαννιού του Λαμπατάρη ή Ριγανά, Φανιστή ή Ριζικάρη στις 23 Ιουνίου, και τελείωνε την επομένη το βράδυ. Παραλλαγές του Κλήδονα υπάρχουν πολλές σε όλη την Ελλάδα, και γενικά διαφέρουν κυρίως στις λεπτομέρειες του εθίμου ακόμα και ανά τόπους στην Κρήτη.
Στο κείμενο μας θα αναφερθούμε στο πώς γινόταν στη Μεσαρά ο Κλήδονας τον περασμένο αιώνα, παίρνοντας πληροφορίες μας από παλιούς Μοιριανούς, Φανερωμιανούς και Γαλιανούς, όπως τα έζησαν οι ίδιοι, μια και εμείς οι περισσότεροι δεν τα ζήσαμε.

Τι ήταν όμως ο Κλήδονας?

Ο Κλήδονας σαν έθιμο, θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν υπόθεση κυρίως των γυναικών, και μάλιστα των ανύπαντρων κοριτσιών, που διακαώς επιδίωκαν να βρουν τρόπους να μαντέψουν κάποια στοιχεία από τον μέλλοντα σύζυγό τους! Ο μοναδικός και κύριος σκοπός της γυναίκας τότε ήταν ο γάμος, δηλαδή να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Όσο πηγαίνουμε προς τα πίσω χρονικά, και κυρίως στον Μεσαίωνα, ο Κλήδονας είχε πολλά τελετουργικά και πολλά εθιμοτυπικά. Αντίθετα με τα χρόνια, τα έθιμα του Κλήδονα λιγόστευαν, και απλοποιήθηκαν, οπότε μετά την κατοχή έμεναν κάποια βασικά του εθίμου.
Το έθιμο του Κλήδονα ήταν ένα από εκείνα, που αποσκοπούσαν στην μαντική του μέλλοντος, και αυτήν επεδίωκαν τα κορίτσια. Ήταν έθιμο ομαδικό, και εξελίσσονταν με κάποιες διαφορές ανά χρονιά σε χρονιά. Συνήθως δεν γινόταν πάντα το ίδιο, και πολλές φορές είχαμε διαφοροποιήσεις στη πραγματοποίηση του εθίμου αυτού, στην προσπάθεια τους να το καλυτερεύσουν, ακόμα και στο ίδιο χωριό. Άλλοτε γινόταν ομαδικά από όλο το χωριό, και άλλοτε ανεξάρτητα ανά γειτονιά, αν το χωριό ή η πόλη είχαν πολλούς κατοίκους.
Όπως και να γινόταν η συνάθροιση, το έθιμο αποσκοπούσε σε δυο πράγματα, την πρόβλεψη κάποιων στοιχείων από τον μέλλοντα γαμπρό, όνομα, επάγγελμα κλπ, αλλά και στη διασκέδαση και ψυχαγωγία όλων των παρευρισκομένων! Αυτό γιατί ο Κλήδονας ήταν ένα από τα λίγα έθιμα που πρόσφερε χαρά και διασκέδαση, αλλά και από τις ελάχιστες ευκαιρίες που έδινε στους ανύπαντρους νέους και τις νέες του χωριού την δυνατότητα να βρεθούν πολύ κοντά μεταξύ τους!
Στην διάρκεια διεξαγωγής του εθίμου, θα μπορούσαμε να σταθούμε σε τέσσερα βασικά σημεία του, τα οποία και θα εξηγήσουμε ένα – ένα χωριστά. Δηλαδή α) την ώρα που πήγαιναν οι κοπελιές να φέρουν το «αμίλητο νερό» το πρωί στις 23 Ιουνίου, β) στις φωτιές του Άη Γιάννη το βράδυ της ίδιας μέρας, γ) το άνοιγμα του Κληδώνου στις 24 ανήμερα του Αϊ Γιαννιού την επ’ αύριο το μεσημέρι, και δ)το άδειασμα του αμίλητου νερού στο πηγάδι το βράδυ.

Ο Κλήδονας στην Γαλιά

Η Γαλιά ως γνωστόν (έχουμε ξαναπεί), ήταν χωριό που κράτησε μέχρι τελευταία τα παλιά έθιμα της Κρήτης, και αυτό διότι οι κάτοικοι είχαν έρθει και μετοίκισαν εκεί από τα Βορίζα, μια ελεύθερη περιοχή από τους διάφορους κατά καιρούς κατακτητές. Στα Βορίζα σαν ορεινό χωριό, τα παλιά έθιμα διασώθηκαν για πολλά χρόνια! Από την άλλη οι Γαλιανοί είχαν όρεξη να κρατήσουν και εκείνοι τα έθιμα τους, όπου και βάσταξαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘60. Πέτυχαν λοιπόν έτσι να μην ξεχαστούν ή να αλλοιωθούν τα διάφορα έθιμα του τόπου, που ένα από αυτά είναι και ο Κλήδονας.

Φέρνοντας από την πηγή το αμίλητο νερό

Για τον Κλήδονα της Γαλιάς, ο 94χρονος σήμερα ο κος Μύρωνας Μαραγκάκης, μια ζωντανή σήμερα μαρτυρία, μας λέει τα εξής:

Τη παραμονή του Αϊ Γιαννιού το πρωί, είτε ο Κλήδονας γινόταν σε κάθε γειτονιά, είτε σε ένα μέρος όλοι μαζί, εκεί μαζευόταν μερικές ανύπαντρες κοπέλες, για να ετοιμάσουν όλα τα σχετικά που χρειαζόταν για να γίνει ο Κλήδονας.
Να έχουν δηλαδή έτοιμο το σταμνί, να έχουν βρει το κοριτσάκι που να βάζει μέσα στο σταμνί το χέρι του και να τραβάει τα φρούτα. Το κοριτσάκι μάλιστα αυτό αν είναι δυνατόν να το λένε και Μαρία (το όνομα της Παναγίας), και να ζούνε και οι δύο γονείς του, και να είναι πρωτοστέφανοι. Όμως αντί στάμνα, για πιο πρακτικούς λόγους, μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και μια πήλινη κουρούπα με ανοιχτό μεγάλο στόμιο, αν τον Κλήδονα τον έκαναν μεγάλοι, διότι εκεί άνετα χωρούσε να βάλουν το χέρι τους μέσα! Αυτό γιατί στο κανονικό σταμνί δεν χωρούσε το χέρι των μεγάλων, παρά μονάχα των μικρών παιδιών! Επίσης έπρεπε να έχουν έτοιμα και άλλα πράγματα για το «κλείδωμα» της στάμνας, όπως ένα κόκκινο πανί για να το σκεπάσουν τη νύχτα, μια αλυσιδίτσα και ένα μικρό λουκετάκι, ένα μικρό κλειδάκι, ή ένα μεγάλο κλειδί! Για τον λόγο αυτό, στη Μεσαρά ήταν «κλείδωνας» αντί «κλήδονας», επειδή θεωρούσαν ότι την νύχτα «κλείδωνε»! επίσης ένα μεγάλο κόκκινο πανί, για να σκεπάσουν και το πηγάδι
Το πρωί οι κοπέλες που οργάνωναν τον Κλήδονα, έπαιρναν το σταμνί, ένα μεσαίου ή κυρίως μεγέθους, και πήγαιναν σε μια κοντινή πηγή, όπου έβαζαν νερό, μέχρι τη μέση, ώστε να μπορούν να το σηκώνουν. Το αμίλητο νερό έπρεπε να το φέρνουν παρθένες (ανύπαντρες) κοπέλες , αλλά χωρίς όμως να βγάζουν μιλιά στο δρόμο!
Το νερό που θα έφερναν οι κοπελιές λεγόταν και «αμίλητο νερό», γιατί σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να μιλήσουν, ούτε καν να γελάσουν στο δρόμο επιστρέφοντας, αν θέλανε να πιάσουν τα μάγια του! Αν συνέβαινε αυτό, έπρεπε να αδειάσουν επιτόπου το σταμνί, και να γυρίσου πάλι πίσω και να τα γεμίσουν ξανά»!
Στο χωριό μας τη Γαλιά, νερό έφερναν από την πηγή της Κουτσουνάρας, ή από τη Γαλιανή Βρύση στη Μεσοχωριά, ή από κρήνη στα Καπελωνιανά. Έλα όμως που το καλούσε το έθιμο, και όταν τα κορίτσια είχαν φέρει ήδη το αμίλητο νερό, οι νεαροί παραφύλαγαν κάπου, και προσπαθούσαν με χίλια δυο αστεία πειράγματα και χωρατά, να τα κάνουν να γελάσουν, αλλά κυρίως να μιλήσουν, και έτσι εκείνα, αν μιλούσαν, μπορούσε μέχρι και τρείς φορές να αδειάσουν το σταμνί επιτόπου και να γυρίσουν πίσω, και να φέρουν άλλο «αμίλητο» νερό!
-«Πχιά μεγάλο είναι το σταμνί παρά σένα! Ή έλεγαν για παράδειγμα:
Αγλάκα – αγλάκα το Μαργιώ ήβρεξε το φουστάνι
και που την ε πειράζουμνε, αυτή μιλιά δε βγάνει!
-Μη γελάσεις κακομοίτσα Μαργιώ και σε πάρω στο λαιμό μου, γιατί εγώ είμαι καλό κοπέλι, και δε θέλω να ξαναγλακάς μπρός πίσω και πονέσει ο ώμος σου!
-Χά χα χαχα! (γελά το Μαργιώ και γυρίζει πίσω)
Όταν πήγαιναν στο σπίτι που οργάνωναν τον Κλήδωνα, το αμίλητο νερό, συνεχίζει ο κος Μαραγκάκης, εκεί σιγά – σιγά οι ανύπαντρες κοπέλες, άρχιζαν να μαζεύονται. Ρίχνανε μέσα η κάθε μια ένα φρούτο μήλο ή αχλάδι ή αντικείμενο, το οποίο «εκάτεχε η κάθε μια ποιο ήταν το δικό τζη», επειδή είτε είχε κάποιο μοναδικό αντικείμενο στο είδος, είτε θα έγραφε ή χάραζε τα αρχικά γράμματα του ονόματος της, για να το γνωρίζει. Ακόμα μπορούσαν να ρίξουν και από άλλα φρούτα, βερίκοκο, μπουρνέλα, απίδι, μούσμουλο, μια ρόγα από σταφύλι, ή ξηρούς καρπούς όπως κάστανο φιστίκι, ή όσπριο κουκί φασόλι, αλλά ακόμα και άλλα αντικείμενα όπως κουμπιά, πενηνταράκια, δεκάρες, ψεύτικα δαχτυλιδάκια κλπ. Όλα αυτά λεγόταν «ριζικάρια», διότι θα φανέρωναν το μέλλον δηλαδή το ριζικό της κάθε μιας κοπέλας.
Όταν έριχναν τα ανύπαντρα κορίτσια τα ριζικάρια τους, οι ιέρειες της διοργάνωσης έπαιρναν τη στάμνα και γύριζαν το χωριό, και όσες άλλες κοπέλες που συναντούσαν έριχναν κάτι και αυτές στο σταμνί.
Αφού έμπαιναν περίπου 15, 20 έως 30 ριζικάρια στο σταμνί, τότε το βράδυ το σκέπαζαν με ένα κόκκινο πανάκι που το τύλιγαν γύρω – γύρω από πάνω στο λαιμό, και με ένα αλυσιδάκι το έδεναν.
Στη συνέχεια επάνω στο πανί τοποθετούσαν ένα μικρό λουκετάκι, ή ένα μεγάλο κλειδί, για να παραμείνει όλο το βράδυ «κλειδωμένος» ο Κλήδονας. Στη συνέχεια η παρθένα κοπελιά, το ανέβαζε τη νύχτα στην ταράτσα , ή σε ένα ξέφωτο μέρος για «να το δούν τα άστρα»! Μόνο έτσι θα έπαιρνε το νερό τις «μαγικές του ιδιότητες», και να μπορεί την επ’ αύριο που θα «άνοιγαν τον Κλήδονα», να έχει τις προφητικές και μαντικές ιδιότητες, ώστε να είναι σε θέση να «μιλήσει» ο Κλήδονας, και να εντοπίσουν οι κοπέλες κάποια στοιχεία του μέλλοντα γαμπρού, όνομα επάγγελμα κλπ!
«Κλειδώνουμε τον κλήδονα μ’ ένα μικρό κλειδάκι
κι απόης τον αφήνουμε έξω στο φεγγαράκι
Κλειδώσετε τον κλήδονα με δόξα και με χάρη,
Κι απού ’χει μήλο κόκκινο ταχυτέρου (αύριο) να το πάρει. Ή:
Κλειδώνουμε τον κλήδονα με τ’ Άη -Γιαννιού τη χάρη
κι όποια ‘χει καλοριζικό να δώσει να το πάρει».

Το πρωί του Αι Γιαννιού, και άνοιγμα του Κληδόνου

Συνεχίζοντας ο κος. Μαραγκάκης αναφέρει:
Το πρωί της ημέρας του Αγίου, πήγαιναν όλα τα κορίτσια, στην εκκλησία όπου έκαναν κάποιες ευχές στον Άη-Γιάννη, που στην πραγματικότητα ήταν οι ερωτικές τους επιθυμίες.
Στη συνέχεια πηγαίνουν στο καθιερωμένο σπίτι της συνάθροισης τους, όπου η (παρθένα) κοπέλα, που καλό ήταν να είναι και αυτή Μαρία, ανέβαινε στη ταράτσα του σπιτιού της, και κατέβαζε το σταμνί. Όλες προσπαθούσαν να ετοιμαστούν πλέον, για να το μεταφέρει η Μαρία σιγά – σιγά το σταμνί, με συνοδεία τη παρέα της στο σημείο της τελετής.
Στη Γαλιά αυτό το σταμνί ήταν ειδικό σταμνί – κλήδονας, που ήταν σαν το κοινό σταμνί μεν, αλλά το ήταν ειδική παραγγελία στον σταμνά, να είναι η κατασκευή του σαν σταμνί μεν, αλλά να έχει μεγαλύτερο στόμιο, και να χωράει μέσα άνετα το χέρι ενός μεγάλου! Αυτό γιατί σχεδόν πάντα τον Κλήδονα τον άνοιγαν μεγάλες κοπέλες και όχι παιδιά.
Ο σταμνάς του χωριού, πάντα είχε στην άκρη συν τοις άλλοις και κάποια τέτοια σταμνιά – Κλήδονες έτοιμα!
Στη Γαλιά συνήθως πήγαιναν τη στάμνα με το αμίλητο νερό για να την ανοίξουν, είτε σε συγκεκριμένο αλώνι στη περιοχή «Καλύβι», είτε έξω στην πλατεία της εκκλησίας. Μπορούσε βέβαια να γινόταν ο Κλήδονας και σε άλλη ανοιχτή πλατεία, είτε στην εξοχή, είτε στου «Παπαγιάννη το Καμίνι», ή οπουδήποτε υπήρχε κατάλληλος χώρος. Καταλήγανε συνήθως τις περισσότερες φορές έξω από την εκκλησία, γιατί με τη θρησκεία πάντα τα είχαν καλά οι Γαλιανοί, αλλά και από πρόληψη τυχόν πυρκαγιάς στην εξοχή λόγω της φωτιάς του Κλήδωνα! Ακόμα και για κάποιον άλλο λόγο, γιατί ήταν κοντά και μπορούσαν να έρχονται ευκολότερα και οι γριές και οι άλλες ευπαθείς ομάδες, που επιθυμούσαν να τον παρακολουθήσουν!
Για την συνέχεια, το πώς πήγαιναν στην πλατεία της εκκλησίας να ανοίξουν τον Κλήδονα, θα μας τα πει η κα Αμαλία Φαραγκουλιτάκη –Λεβεντάκη:

Όταν ερχόταν η ημέρα του Αϊ Γιαννιού και η κατάλληλη ώρα για να ξεκινήσει ο Κλήδονας από το σπίτι που ήταν συγκεντρωμένες οι κοπέλες, η παρθένα ανύπαντρη κοπελιά, στολισμένη με τα γιορτινά της, έπαιρνε τη στάμνα και την πήγαινε προς το μέρος που θα άνοιγε ο Κλήδονας, σε αλώνι ή στην πλατεία της εκκλησίας ανάλογα. Προχωρούσε μπροστά η κοπέλα με τη στάμνα στον ώμο της πάνω από ένα κεντητό προσώμι. Πίσω της οι λυράρηδες την ακολουθούσαν παίζοντας τα όργανα σιγοτραγουδώντας μαντινάδες, σαν να ήταν περίπου γάμος, σαν η νύφη να πήγαινε στην εκκλησία! Πίσω ακολουθούσαν όλοι της παρέας πηγαίνοντας προς την πλατεία, όπου εκεί μαζευόταν σιγά – σιγά όλος ο κόσμος. Η κοπελιά σαν έφθανε στην πλατεία, ακουμπούσε την στάμνα στο μέρος που είχαν στρώσει ένα χαλί, και γονάτιζε για να ακουμπήσει τη στάμνα κάτω. Το άνοιγμα του Κληδόνου θεωρείται πως ξεκινάει, από την στιγμή που η κοπέλα θα γονατίσει να «ξεκλείδωνε τον Κλείδωνα». Αφαιρούσε δηλαδή το λουκετάκι , το μικρό κλειδάκι, ή το μεγάλο κλειδί, και φυσικά έλυνε και την αλυσίδα και αφαιρούσε και το κόκκινο πανί . Την στάμνα την τοποθετούσε στη συνέχεια η κοπέλα επάνω σε ένα τραπέζι στολισμένο με λουλούδια και όμορφο κεντητό τραπεζομάντηλο, εκείνη τη στιγμή ακριβώς άρχιζαν επίσημα και ζωηρά να παίζουν τα όργανα!
Οι οργανοπαίχτες στο κέντρο, και οι παρευρισκόμενοι το έστρωναν στο χορό σε κύκλο, και πάντα πρώτος τον έσυρε ως συνήθως ο παππάς του χωριού! Σιγά – σιγά μαζευόταν και άλλοι χωριανοί όλων των ηλικιών, για να παρακολουθήσουν το θέαμα που θα ακολουθήσει!
Μια γυναίκα ή άνδρας μαντιναδολόγος ξεκίναγε με τη πρώτη μαντινάδα, που άρχιζε συνήθως με το «ανοίξετε τον Κλείδωνα…» όπως οι παρακάτω:
–Ανοίξετε το Κλείδωνα, στ’ Άη Γιαννιού τη Χάρη, κι απού ‘χει ριζικό καλό, ας έρθει να το πάρει.
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα στ’ Αϊ-Γιαννιού τη χάρη, κι απ’ έχει μήλο κόκκινο ας έρθει να το πάρει
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα να πάρει το δικό του καθείς να δει τη τύχη του, να δει το ριζικό του»
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγάλουμε τα μήλα, να δούμε ποιά απ’ όλες μας είναι η καλομοίρα
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει η μηλιά με τ’ άνθη, να βγει σγουρός βασιλικός που μ’ έβαλε στα πάθη
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει και τ’ αχλαδάκι να δω αν είν’ τσ’ αγάπης μου γιατί το ‘χω μεράκι
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα στ’ Αϊ-Γιαννιού τη χάρη να πάρω ‘γω το μήλο μου κι η νιά το παλικάρι
– Δώστε μου τα αργυρά κλειδιά με το μαργαριτάρι, να ανοίξουμε τον Κλείδωνα στου Άη Γιαννιού τη Χάρη.
Μετά την πρώτη μαντινάδα, πλέον «ξεκλείδωσε ο Κλείδονας» η στάμνα δηλαδή ανοίχτηκε, και με την βοήθεια κι άλλης κοπέλας έβγαζαν εκ περιτροπής τα ριζικάρια, πότε δηλαδή η μία πότε η άλλη. Συνήθως στη Γαλιά έβγαζαν ότι φρούτο η οτιδήποτε είχε βάλει η κάθε μια, και μετά ακολουθούσε η μαντινάδα. Αν για παράδειγμα έβγαζαν οι κοπέλες ένα αχλάδι, αλλά υπήρχαν δυο τρία άλλα ακόμα μέσα, ήξερε ποιας ήταν δικό της , γιατί το είχε σημαδέψει με τα αρχικά της γράμματα. Όταν κάποια στιγμή τελείωναν τα ριζικάρια, έβαζαν στην άκρη τα συμπράγκαλα του Κληδόνου και συνεχιζόταν κανονικά το γλέντι.
Ο χορός συνέχιζε με τις μαντινάδες να λέγονται τραγουδιστά και να επαναλαμβάνουν οι υπόλοιποι. Ειδικοί μαντιναδολόγοι με ταλέντο είχαν καλεστεί, ώστε όχι μονάχα να λένε παλιές μαντινάδες αλλά και να σκαρώνουν και νέες επιτόπου! Συνήθως γινόταν το μεσημέρι το άνοιγμα του Κλείδωνα, αλλά εν ανάγκη μπορούσε και το απογευματάκι.
Στον Κλήδονα έλεγαν και πολλές σατιρικές μαντινάδες ακόμα και πειραχτικές, αλλά λόγω της ημέρας κανείς δεν παρεξηγούσε! Καμιά φορά κρατούσαν και μήνες οι σχολιασμοί για τις καυστικές μαντινάδες του κάθε κλήδονα!

Μαντινάδες του Κλείδωνα

Οι μαντινάδες που έλεγαν ήταν φυσικά πολλές, άλλες αυτοσχέδιες, και μπορούσε να είναι προφητικές, είτε σοβαρές, είτε αστείες και ιδιαίτερα πειραχτικές!
Κλασικές όμως μαντινάδες που μίλαγαν για τον Κλήδονα ή τον Αϊ Γιάννη είχαμε πάρα πολλές όπως τις παρακάτω.
–Να ‘μουνα και που να ‘μουνα εκεί που πάει ο νους μου, εκεί που τρώει και γλέντα ο γιος του πεθερού μου
– Βγαίνει το μήλο τ’ άρχοντα του πρώτου μας λεβέντη, του πρώτου μας ντελικανή στα λούσα και στο γλέντι
– Το μήλο κατακόκκινο στο Κλείδωνα θα βάλω , στον Άη Γιάννη έταξα άντρα μου να σε πάρω
– Το αρχοντικό σου όνομα έγραψα στο απίδι, να σ’ αποκτήσω άντρα μου να σ’ έχω νοικοκύρη
– Κοριτσόπουλα κοπελιά με το σταμνί στον ώμο, φέρε τ’ αμίλητο νερό, μα πρόσεχε στο δρόμο
– Ας πιεις τ’ αμίλητο νερό εμένα μη μου δώσεις, για να σου λέω ‘’σ’ αγαπώ’’, μέχρι να ξημερώσει
– Πού ‘σουν οψές πού ‘σουν προχθές πού ‘σουν τ’ Αγιού Κλειδώνου, δε σ’ έδανε τα μάθια μου και πως δα ζω του χρόνου
– Πού σουν οψές κι αντιπροθές πού ‘σουν τ’ Αγιού Πνεμάτου, δε σ’ έδανε τα μάθια μου αθέ του μαλαμά του.
– Σεβντά βαστώ, σεβντά πουλώ, σεβντάδες καμπανίζω, τον εδικό σου το σεβντά δεν τονε νταγιαντίζω– Σήμερο πουν’ τ’ Αϊ-Γιαννιού μια χάρη θα μου κάνει , του χρόνου σαν και σήμερο να βάλομε στεφάνι
– Σήμερα που ν’ Αϊ-Γιαννιού βάλε αρχή κερά μου, του χρόνου σαν και σήμερο να ‘σαι στην αγκαλιά μου
Άλλες:
– Σε είδα οψές την ν-ταχινή και ράγισε η καρδιά μου κι ορκίστηκα στην Παναγιά να σ’ έχω εγώ δικιά μου
– Ήθελα και να κάτεχα ήντα καπνό φουμάρεις , τέτοιο καλό ντελικανή, πότε θα τον ε-πάρεις
– Θα καβαλικέψω τ’ άλογο να ‘ρθω στο παραθύρι, για να σε κλέψω κοπελιά κι ας γίνουμε σεϊρι
– Κουρούπα σκεπασμένη μου τον πόνο μου τον ξέρεις, απόψε στην αγκάλη μου πέσ’ μου πως θα τον φέρεις
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει και το δικό τζη, θαρρώ πως δεν αντέχει μπλιό, από το σκυλεμό τζη!

Οι φωτιές του Άη Γιάννη

Όπως και στην υπόλοιπη χώρα, έτσι και στη Κρήτη είχαμε φωτιές τη παραμονή του Άη Γιάννη. Το ίδιο είχαμε και στη Μεσαρά και φυσικά στις Μοίρες. Στη Γαλιά όμως, δεν είχαμε τις φωτιές το βράδυ του Αι Γιάννη, αλλά την επ’ αύριο με την συγκέντρωση του κόσμου στον Κλήδονα, μια και γίνεται περισσότερος σαματάς, αφού ήδη είναι όλοι εκεί παρόντες!
Το μεσημέρι ή και το πρωί λοιπόν του Αι Γιαννιού, τα νεαρά παιδιά έπιαναν τις γειτονιές, και ζητούσαν από τις νοικοκυρές να τους δώσουν τον ξερό πλέον Μάη τους, που είχαν κρεμάσει πίσω από την πόρτα από την Πρωτομαγιά.
-Θεία, να πάρουμε το Μάη, γιατί θα τον –ε κάψουμε σήμερο?
-Ναι παιδί μου, πάρτε τονε!
Ο «Μάης» μπορεί να ήταν μαργαρίτες περασμένες επάνω σε τέλι, σε σπάγκο, είτε ματσάκια με λουλούδια στερεωμένα σε λυγερό ξύλο ή αγκάθινο ξύλο, είτε ένα απλό ματσάκι με διάφορα λουλούδια της εξοχής. Τον «Μάη» δεν τον κατεβάζανε ποτέ από την πόρτα σε καμία περίπτωση, ακόμα κι αν ασβεστώνανε το σπίτι, και παρέμενε εκεί μέχρι τη μέρα του Κληδόνου! Όλους τους αποξηραμένους Μάηδες, τα παιδιά τους μάζευαν και τους έκαναν στο τέλος ένα σωρό, είτε στην εκκλησία απ’ έξω, είτε στη πλατεία, είτε σε κάποιο αλώνι, ή σε κάποια ανοιχτάδα που γινόταν και ο Κλήδονας. Άναβαν λοιπόν φωτιά και έκαιγαν όλους τους «Μάηδες» του χωριού, και τα παιδιά έπειτα πηδούσαν επάνω στις φλόγες! Πίστευαν πως σαν καιγόταν οι «Μάηδες», έφευγαν μακριά όλα τα κακά πνεύματα, και οι γλωσσοφαγιές κάθε σπιτικού! Πίστευαν πολύ στο κακό από γλωσσοφαγιά, και έτσι πηδώντας στις φωτιές ξόρκιζαν όλο αυτό το κακό στη ρίζα του. Δεν έκαιγαν στη Γαλιά κλαδιά θυμάρια κλπ, παρά μονάχα «Μάηδες».

Ο πρώτος που συναντούν στο δρόμο

Η μαρτυρία της κας Αμαλίας Φαραγκουλιτάκη, μας λέει τι γινόταν όταν οι ανύπαντρες κοπελιές έφευγαν από την τελετή του Κλήδονα σαν τελείωνε με δικά της λόγια:
-Τελειώνοντας η γιορτή του Κλήδονα , αλλά και πιο νωρίς αν θέλαμε, εμείς τα κορίτσια βάζαμε αμίλητο νερό στο στόμα μας και φεύγαμε. Όλες οι κοπέλες χωριζόμαστε και γυρίζαμε στο χωριό, και οι χωριανοί ξέρανε ότι είχαμε το αμίλητο νερό στο στόμα. Γνωρίζοντας λοιπόν εκείνοι το έθιμο, μας έλεγαν υποχρεωτικά ένα ανδρικό όνομα, στην τύχη!
Αν ήμασταν ας πούμε για παράδειγμα τρία κορίτσια στη παρέα μας, φώναζαν: Αμαλία – Γιώργο! Μαρία – Νίκο! Ελένη Κώστα κλπ. Όποιο όνομα τους κατέβαιναν έλεγαν αυτοί που συναντούσαμε! Αφού έλεγαν το όνομα, τότε μονάχα εμείς φτύναμε το νερό! Τώρα πόσο ήταν αλήθεια δεν ξέρω, μα σε μένα πάντως βγήκε πράγματι αληθινό!
Θυμάμαι όταν γυρνούσα στο χωριό με το στόμα μου γεμάτο αμίλητο νερό, συνάντησα πρώτο – πρώτο τον θείο μου τον Τσικνόσαβα, και μου φώναξε: «Αμαλιό – Γιώργος»!
Και όντως τον άνδρα που πήρα τον έλεγαν Γιώργο!
Σε άλλα βέβαια μέρη ίσχυε το εξής: «Όποιο όνομα ακούσουν πρώτο στο δρόμο τα κορίτσια εκείνη την ημέρα, αυτό θα ήταν και του άνδρα τους»!
Μάλιστα πολλά αστεία συνέβαιναν εκείνη την ημέρα.
Οι νεαροί στα καφενεία όπου έβλεπαν κοπέλες με γεμάτο το στόμα τους αμίλητο νερό, ή να κρατάνε στον ώμο τη στάμνα με το αμίλητο νερό, τις κορόιδευαν με διάφορα πειράγματα, φωνάζοντας στα ψέματα διάφορα ονόματα!
Μια γυναίκα από κάποιο άλλο χωριό, θυμάται σήμερα τότε που ακόμα ήταν δεκάχρονο κοριτσάκι, ήθελε να παίξει με το έθιμο, και να μιμηθεί τους μεγάλους! Έτσι αντί να πάρει νερό στο στόμα της από τον Κλήδονα, γέμισε το στόμα του με νερό από τη βρύση και έπιασε τις ρούγες! Ξαφνικά ακούει μια γυναίκα από μακριά να φωνάζει δυνατά τον άνδρα της:
-Κώστα!!!!!
Και όμως κατά στανική σύμπτωση, ο άνδρας που πήρε και εκείνο το κοριτσάκι σαν μεγάλωσε τον λέγανε πράγματι Κώστα!

Μπροστά στον καρφίχτη

Πολλά από τα νεαρά ανύπαντρα κορίτσια της Γαλιάς, μάθαιναν και διάφορα άλλα μυστικά, έθιμα κι αυτά του Κλήδονα από τις μεγαλύτερες ανύπαντρες γυναίκες, που ήταν κάτι σαν ταμπού της εποχής. Ένα από αυτά ήταν και το παρακάτω με τον καρφίχτη (καθρέφτη) της ντουλάπας. Ουδέποτε βέβαια αυτά έπεφταν στην αντίληψη των υπολοίπων μελών της οικογένειας, επειδή ήταν άκρως εμπιστευτικά!
Σχετικά με τον καθρέφτη η Γαλιανή κα Αμαλία μας λέει:
-Για τον καθρέφτη θυμάμαι πως πρέπει να ήταν οπωσδήποτε δώδεκα η ώρα, είτε μεσημέρι είτε το βράδυ τα μεσάνυχτα. Έφευγε η κοπέλα από τον Κλείδωνα, πήγαινε στο σπίτι δίχως να μιλά, γδυνόταν δίχως να μιλά και στεκόταν τσίτσιδη μπροστά από ένα μεγάλο καρφίχτη! Εκεί μπροστά γυμνή, έκλεινε τα μάτια και έκανε από μέσα της μια ευχή: -«Για τα’ Άϊ Γιαννιού τη Χάρη, δείξε μου καθρέφτη μου, ποιός λεβέντης θα με πάρει»!
Τότε ανοίγοντας τα μάτια της, έβλεπε δίπλα στο σώμα της μια μορφή, που η μορφή αυτή θα είχε σχέση με τον μέλλοντα άντρα της! Φυσικά εννοείται πως, «εάν δεν ήταν παρθένα δεν θα έβλεπε τίποτα στον καρφίχτη, ή κι αν έβλεπε κάτι δεν θα της έβγαινε», όπως έλεγαν τότε. Εμένα πάντως στη ζωή μου βγήκαν όλα! Στο καθρέφτη εγώ είδα ένα ναύτη, και πράγματι ο άνδρας μου όταν τον γνώρισα ήταν στο στρατό υπηρετούσε στο ναυτικό.
Η μακαρίτισσα η Μελίνα Μερκούρη τον είχε προσωπικό οδηγό στο αυτοκίνητό της, και μια μέρα ο άνδρας μου την πήγαινε στον μέλλοντα σύζυγό της, τον Τζον Ντασέν. Με εντολή του Ντασέν, ο μέλλων άνδρας μου περίμενε στο αυτοκίνητο, ενώ έτυχε να περάσω εγώ από εκεί τυχαία και με είδε …!
Ήταν το τυχερό μου για να μου βγει αληθινός ο Κλήδονας!

Το αμίλητο νερό και το πηγάδι

Το μεσημέρι 12 η ώρα ή βράδυ πάλι στις 12 τα μεσάνυχτα, πήγαινε η παρέα των νέων στο πιο κοντινό πηγάδι όπου ήταν και αυτό από βραδύς σκεπασμένο κι αυτό από βραδύς με ένα κόκκινο σεντόνι ή άλλο μεγάλο κόκκινο πανί.
Εκεί ξεσκέπαζαν το κόκκινο πανί , και η κάθε νέα ή και νέος από τους παρευρισκομένους έριχνε μέσα από λίγο από το αμίλητο νερό που είχε το σταμνί, ανασηκώνοντας ελαφρά το κόκκινο αυτό πανί.
Πέφτοντας στο πηγάδι το αμίλητο νερό, αν ήταν μεσημέρι και υπήρχε ήλιος, τότε οι αχτίνες που έπεφταν στο πηγάδι, έκαναν κάποια σχέδια ανάμεσα στους κυματισμούς του νερού στην επιφάνεια του, που έμοιαζαν με κάποια αντικείμενα ή κάποιες περίεργες μορφές!
Λέγανε πως τα κυματάκια σχημάτιζαν τη μορφή του μέλλοντα συντρόφου!
Αν ήταν νύχτα, ανασήκωναν πάλι λίγο το πανί, έριχναν πάλι λίγο αμίλητο νερό, και το φώς του φακού, για να δούν και εδώ τα σχήματα αυτά. Κάθε μια λοιπόν από τις ανύπαντρες κοπέλες έριχνε από λίγο νερό, και δοκίμαζε έτσι να δει τη τύχη της, πως θα είναι η μορφή αυτού που θα πάρει!
Σε άλλα χωριά βέβαια πίστευαν πως μπορούσε να δούν και πεθαμένους ή ακόμα και φαντάσματα, πράγμα που στη Γαλιά δεν ίσχυσε αυτή η εκδοχή, εκτός αν το έλεγαν αυτά κάποιοι νεαροί πλακατζήδες αστειευόμενοι!
Στη Γαλιά το πιο κοντινό πηγάδι ήταν στα Ληδιανά, όπου πήγαιναν του Κληδόνου, και ήταν του Ζαχαρία Δαμιανάκη. Υπήρχαν και άλλα, όπως στου Αγγέλου, και στου Βελούδη.

Συνεχίζεται….

Ευχαριστούμε ιδιαίτερα την Εύα Λεβεντάκη για τις δυο φωτογραφίες που μας έστειλε.

Κείμενο – Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τσούτσουρος – Το εντυπωσιακό φαράγγι του Μίντρη

Δημοσιεύτηκε

στις

Πρόκειτε για ένα στολίδι της Κρητικής γης


Το φαράγγι του Μίντρη με το ποτάμι που εκβάλει στον σημερινό Τσούτσουρο θα μπορούσε πολύ εύκολα να χαρακτηριστεί και ως το φαράγγι των Μυστηρίων λόγω των αμέτρητων διηγήσεων για παράξενα φώτα, φαινόμενα και ιπτάμενα αντικείμενα που έχουν καταγραφεί εκεί.

Πρόκειτε για ένα στολίδι της Κρητικής γης που είναι εντελώς παραμελημένο από τις αρχές παρά την ιστορία και αρχαιολογικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει. Κατά τους Κλασικούς χρόνους εκεί υπήρχε υπερυψωμένος δρόμος για άμαξες που ένωνε τις πόλεις Πριανσό με Ίνατο.

Σήμερα ελάχιστα κομμάτια σώζονται από αυτό το τεράστιο έργο το οποίο σιγά σιγά εξαφανίζεται από τις βροχές και κατολισθίσεις. Αν βρεθείτε στον Τσούτσουρο μην αμελήσετε να το περπατήσετε.

Επισκεφτήκαμε το φαράγγι λίγες ώρες μετά την βροχή και μέρος του θεάματος που αντικρύσαμε σας παραδίδουμε στις φωτογραφίες …

Ναυσίνοος Αδριανός Adrianos Bezouglof

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Περίεργες, εμπορικές συναλλαγές και ”γιατροσόφια”, στο πέρασμα του χρόνου!!

Δημοσιεύτηκε

στις

”Εργαλεία τω γυναικώ, πουλώ”!!


Χώρες και χωργιά ήπχιανε ο Μονοχωργιανός Σωμαροσταυρούλης, διαλαλόντας ολημερνίς τση μέρας τη πραμάτεια ντου.
Ειντά τονε όμως μρέ εκείνη δα, η πραμάτεια;;
Απ’ ότι εφώνιαζε ο ίδιος, ήλεγε:
”Εργαλεία τω γυναικώ πουλώ”!!
Αλλά δεν εφαινόντανε όμως, είντα εργαλεία επουλούσενε, αφού τα είχενε μέσα σε μια βουργίδα για να μη φαίνονται και άλλοτε την είχενε κρεμασμένη στα σκαρβέλια του σωμαργιού του γαϊδάρου ντου και άλλοτε την εφόραγε στη πλάτη ντου και εγύρναγε τσι γειτονιές, ακόμη και τα Σαββάτα στην αγορά των Μοιρών.
Όμως ετρέχανε όποιοι και να τονε γροικούσανε και άνδρες και γυναίκες, για να δούνε τσι πλια πολλές φορές από περιέργεια, ειντά τονε εκειανά τα ”εργαλεία τω γυναικώ”.
Πρώτοι πρώτοι εφτάνανε οι άνδρες, για να τα δούνε και από κοντά!!
Ξαοπίσω εφτάνανε και οι γυναίκες, να δούνε και αυτές είντα εργαλεία ήτονε και που θα τως εχρησιμεύγανε.
Εγλακούσανε όμως από περιέργεια και τα κοπέλια, αλλά οι μανάδες ντως τα ζυγώνανε πλια πέρα, φοβούμενες μπας και ήτονε πράμα, το πονηρό.

Αλλά τελικά είντα θα ‘λεγες, αφού ήτονε: σαϊτες και καβαλάροι, μασούργια, αρδάχτια και σφεντίλια και ότι άλλο ξύλινο εργαλείο υπήρχενε και που εχρησιμοποιούσανε η νοικοκεράδες την εποχή εκείνη δά στ’ αργαστήρι ντως, απού ο ίδιος εφιλοτεχνούσενε;;

Το φάρμακο για τσι κάλους

Προπολεμικά στην αγορά τω Μοιρώ εμφανίστηκε, ετσά ξεκάρφωτα από το πουθενά, ένας τύπος, με ένα δρουβά γεμάτο!!
Τον είχενε κρεμασμένο στον ώμο ντου και εδιαλαλούσενε παντού:
”Φάρμακο για τσι κάλους τω ποδιώ πουλώ”!!
Άντε δα που ούλοι σχεδόν είχανε κάλους και ούλοι εσκεφτότανε πως ευρέθηκε η λύση στο πρόβλημα ντως!!
Το φάρμακο το πούλαγε φθηνά!!
Πενήντα λεπτά μόνο!!
Τό ‘χενε μέσα σε μια ειδική χάρτινη συσκευασία και μόλις επούλαγε ένα φάρμακο, εξαφανιζόντανε και βολίδα επήγαινε σε μια άλλη παρέα και ούτω καθ’ εξής.
Οι γι-άνθρωποι το παίρνανε από περιέργεια, για να δούνε είντα τελικά ήτονε εκεινονά το ξαρτάρικο φάρμακο!!
Αλλά μόλις ανοίγανε τη συσκευασία, εβλέπανε σε ένα χαρτάκι γραμμένο:

”Στενά παπούτσα να βάνεις”!!

Καθαρός είναι ο λαδικός

Η φράση ετούτη νά λέγεται μέχρι και την σήμερον ημέρα και είναι από αληθινή ιστορία.
Παντοτινός τως οι Κρητικοί τα παλιά τα χρόνια στα χωργιά τση Κρήτης, το λάδι που καταναλώνανε το βάζανε στο πιθάρι, το σκεπάζανε καλά μ’ ένα καθαρό πανί, ενώ κυκλικά εστερεώνανε το πανί με ένα έλασμα για να το κρατεί σταθερό και πάνω από αυτό ετοποθετούσανε ένα κατάλληλα διαμορφωμένο ξύλινο καπάκι.
Ούλα ούλα ετούτα νά, για να μη σαλτάρει μέσα κιανείς ποντικός και τσι ψακώσει.
Αν κιαμιά φορά όμως ήμπαινε ποντικός στο πιθάρι, το λάδι το δίνανε παντοτινός τως για τρυγές, που προοριζότανε για σαπούνι.
Ένας όμως όνομα και μη χωργιό, ελυπήθηκε να το δώσει για σαπούνι, μιας και στο πιθάρι ντου μέσα είχενε νταλτήσει μια ποντικάλα.
Με αποτέλεσμα να το βάλει σε ένα λαδικό και να το πάει στο παζάρι των Μοιρών, για να το πουλήσει.
Κάποια στιγμή τονέ ρώτηξε, ένας:

  • Μρε κουμπάρε!! Καθαρό είναι το λάδι;;
    Εκείνος όμως, για να δώσει απάντηση λίγο ειλικρινή, γιατί δε του επήγαινε όμορφα, που ψαρά ντονε τα γένια ντου, του απάντησε στα ντρέτα:

– Καθαρός είναι κουμπάρε, ο λαδικός!!

Η αίγα στη παρέλαση

Από ένα χωργιό τση Μεσαράς, ήφερε ένας την αίγα ντου στη ζωαγορά των Μοιρών, για να τηνέ πουλήσει.
Να τον κιόλας απού βρέθηκε το ντελόγο και ο μουστερής και τονε ρώτηξε:

  • Για πούλημα κουμπάρε την ήφερες την αίγα;;
    Ενώ αυτός του απήντησε για μιας με τη χαρακτηριστική Βορζανή φωνή, απού τον εδιέκρινε:

– Κια με για παρέλαση μωρέ κουμπάρε την ήφερα;;

Κατά τη πλερωμή θα ν-είναι και η υγειά

Αρρωστάρικο ήτονε το κακορίζικο το Μανωλιό τσι Ουρανίας και γι’ αυτό εσκέφτηκε να το πάει στο πραχτικό γιατρό, που κείνος με λόγια και ευκές ούλους ”τσι γιάτρευε”, αλλά ποτέ ντου όμως τζάμπα.
Μόλις τό ‘φταξε, του διάβασε εκείνος την ”πρέπουσα ευκή” και στη συνέχεια τσι λέει:
”Ούλα καλά συντέκνισσα”!!

  • Δηλαδή, να γενεί θέλει καλά το ντελόγο, το κοπέλι μου;;

Αυτά συντέκνισσα πάνε, ”κατά τη πλερωμή και η υγειά”!!

Το θαυματουργό χαμαϊλι

Ειδικότητα του ήτονε τα χαμαϊλια και ξακουστός για τα ”εντυπωσιακά και καλά αποτελέσματα” απού είχανε.
”Σώζανε” ανθρώπους από κάθε αρρώστια και κακιά ώρα, όπως ισχυριζόντανε!!
Ετσά του πήγαινε απού λέτε και η πανέμορφη νεαρή Τερψιχόρη το Γιαννιό ντζη, απού πολλά εξανθήματα είχενε βγαρμένα στο πρόσωπο ντου.
Ο ”γιατρός” επήρενε ιδιαιτέρως το κοπέλι, το ”εξέτασε” και βάσει του πορίσματος ήκαμε με μαύρο πανί ένα τριγωνικό χαμαϊλι και του τό ‘δεσε με ένα μαύρο σπάγκο, στον υφασμάτινο ιμάντα τση φανέλας του.
Μετά που του κρέμασε το χαμαϊλι ”ο γιατρός”, σε τρεις μέρες κιόλας είχενε γενεί το κοπέλι καλά και δεν είχενε το παραμικρό!!
Ούλοι εσταυροκοπιούντονε και εδίδανε ευκές, σ’ αυτόν ”τον άγιο άνθρωπο”, απού ήτονε η αιτία για να γενεί το κοπέλι καλά και ετσά στα ντάκα ντάκα κιόλας!!
Η παιδική περιέργεια όμως κιαμιά φορά ανατρέπει τα πάντα.
Το κοπέλι, χωρίς να το πάρει κιανείς χαμπάρι, ήκοψε με ένα τσιτρέτο το σπάγκο του χαμαϊλιού και στη συνέχεια το ξερούνιασε.
Ούλοι όμως μόλις το είδανε, εμείνανε με ανοιχτό το στόμα!!
Είδανε ότι μέσα στο χαμαϊλι είχενε ένα απλό χαρτί, που ήτονε γραμμένη η φράση:
”Γα@@ τη μάνα σου ανέ γιάνεις και αν δε γιάνεις”!!

Σύνταξη κειμένων, διάσωση ιστοριών, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η τέχνη του θερισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Πήρα τη μάνα μου μια μέρα πρωί – πρωί, να πάμε να θερίσει ένα κομμάτι από το σιτάρι φίλου μου για τις ανάγκες κάποιου λαογραφικού θέματος, και ήθελα κιόλας να τη ξαναδώ να θερίζει μετά από 20 περίπου χρόνια!


Η λαχτάρα της ήταν τόσο μεγάλη που θα την πήγαινα στο θέρος, που αν και 86 ετών εκείνη, αντί να την πιάσει ο ήλιος, ή να πάθει κόπωση, αντίθετα ένοιωσε κοπελιά!
Ίσως και να ήταν το καλύτερο δώρο που της είχα κάνει εκείνη τη χρονιά!

Δεν πρόλαβα να την πάω στο χωράφι με το σπαρτό σιτάρι, και με ζήλο αρπά το μεγάλο δραπάνι, και μπορούσε σε μια ώρα να ρίξει κάτω μόνη της όλο το σπαρμένο!

Όση ώρα θέριζε η κα Πελαγία Χουστουλάκη, παρατηρούσα τα χέρια της, και θυμόμουν παλιά, τι συμβουλές μας έδινε σε εμάς τα παιδιά της, δινοντάς μας τα μικρότερα δραπανάκια για να βοηθάμε εγώ και η αδερφή μου.

-Να κρατάτε μεστά – μεστά το δραπάνι και γερά με τη δεξά σας χέρα.

Να έχετε το δραπάνι ασς σε απόσταση από τον μ-πόδα και το γόνατό σας, και ποτέ να μην το πλησιάζετε στα πόδι σας.
Να μην αλλάζετε δραπάνι, γιατί το ίδιο το συνηθίζει η χέρα σας, και να διαλέγετε ελαφριά δραπάνια και καλά κονισμένα.

Όταν γεμίσει η αριστερή φούχτα σας με σπαρμέο, να τα αφήνετε χάμω δίπλα σας. Όσο προχωράτε, τις φαφουλιές σταριού του χεριού σας να τις αφήνετε στην ίδια, μέχρι να γίνει μια μεγάλη αγκαλιά. Τις αγκαλιές αυτές θα τις δίνετε μετά μία – μία στον πατέρα σας να τις τοποθετεί επάνω στο δεματικό για να κάνει το δεμάτι. Έξη δεμάτια θα μένουν σε κάθε μέρος και αυτά θα είναι ένα χειρόβολο.

Παράλληλα μας έλεγε να φοράμε καπέλο ή ένα μαντήλι στο κεφάλι να μη μας πιάνει ο ήλιος και να πίνουμε πολλά νερά από το κρυγιαστάμνι.

Να μη θερίζουμε ποτέ από την ανηφόρα προς τη κατηφόρα, αλλά αντίθετα να προχωράμε στην ανηφόρα.

Να μην λαλούμε (θερίζουμε) το σπαρτό όπως να ΄ναι, αλλά να κόβουμε ένα όργο (τμήμα σιταριού), και να θερίζουμε το όργο αυτό, μετά πάλι άλλο όργο κοκ.

Πριν καν αρχίσουμε στις 6 το πρωί να θερίζουμε εγώ έλεγα:

-Μάνα μου μάνα μου, και πώς κοντώ θα θερίσουμε ετόσονα χωράφι 8 στρέμματα!

Και η απάντηση της μάνας:

-Ετσά το θαρρείς εσύ, αλλά να κατέχεις παιδί μου στη ζωή σου, πως πάντα τα μάθια φοβούνται τη δουλειά αλλά χέρια όχι!

Πράγματι, και οι τέσσερις μας μέχρι αργά το είχαμε θερίσει όλο!

Έβλεπα το θερισμένο χωράφι και σκεφτόμουν:

-Πόσο δίκιο είχε τελικά η μάνα μου!

Κείμενο – βίντεο – φώτος: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη