Ο σκοπός του σημερινού κειμένου, αποσκοπεί απλά στο να αναβιώσει μεν κάποιες μεσαρίτικες συνήθειες, αλλά παράλληλα και λέξεις ή φράσεις ξεχασμένες στο χρόνο, καθώς και ορολογίες, παροιμίες κλπ.


Το σπουδαιότερο όμως είναι να απεικονίσει η ίδια η πέννα, την κουλτούρα, τον τρόπο σκέψης και έκφρασης, και τη φιλοσοφία εκείνων των απλοϊκών ανθρώπων. Όλα αυτά θεωρούνται σήμερα λαογραφικά και, και πιστεύω πως αξίζει το κόπο να τα θυμόμαστε!
Μπορεί να πέρασαν αρκετά χρόνια, αλλά ποτέ δεν θα ξεθωριάσουν απ’ τη μνήμη μας στιγμές,σαν εκείνες που περνάγαμε ξέγνοιαστοι στα χωριά μας στην Κρήτη! Οι παιδικές αναμνήσεις όλων μας είναι πολλές, και μια από αυτές ήταν, ανάμεσα στα διάφορα βιώματα, και η ημέρα που θα μας έπαιρναν μαζί τους οι γονείς μας, και θα πηγαίναμε στα ξύλα!
Όσο κι αν ήταν σκληρή η ζωή στα ξύλα για ένα παιδί, εμένα προσωπικά μου άρεσε, και πάντα παρακαλούσα από βραδύς του πατέρα μου, να με έπαιρνε και μένα μαζί του, αν δεν είχα φυσικά σχολείο! Έτσι έκανα και εκείνο το απόγευμα στα μέσα του Ιούλη, του είπα να με ξυπνήσει πρωί, και να με πάρει και μένα μαζί του την επ’ αύριο εκεί όπου θα πήγαινε!
Για όλες τις δουλειές οι γονείς μου, όπως όλοι στα χωριά, σηκώνονταν πάντα πολύ πρωί!

Άντε πάρτε δρόμο να πάτε με την ώρα σας στα ξύλα να μη σας ε φάει η κάψα!

Η μάνα μου και εκείνη την ημέρα, ήταν από τις τρείς το πρωί στο πόδι, για να μας φτιάξει κάτι να φάμε! Μόλις φάγαμε το πρωί μας λέει:
-Άντε πάρτε δρόμο να πάτε με την ώρα σας στα ξύλα να μη σας ε φάει η κάψα!
Μαζί μας για τη μεταφορά πήραμε το γαϊδούρι, και για βοσκή πήραμε και τις δυο μας αίγες! Στο σωμάρι κρέμεται η βούργια με το κολατσό μας , που δεν ήταν άλλο από τα κλασσικά, παξιμαδένιο ανάμεικτο ψωμί, ένα μεγάλο κομμάτι τυρί δικό μας, λαδοτύρι δηλαδή, τέσσερα βραστά αυγά, και αν ήταν καλοκαίρι και καμιά τομάτα! Οπωσδήποτε όμως το φλασκάκι με το νερό και ένα γυάλινο μικρό μπουκαλάκι κρασί! Πήρε μαζί του το σάρακα (πριόνι) το σκεπάρνι, και το μαναράκι (μικρό τσεκούρι), και οπωσδήποτε τη σκαλίδα(αξίνα)! Έτσι ξεκινήσαμε για τα ξύλα αποδιαφώτιστα (αξημέρωτα)!

Πολλά ξύλα « έτρωγε» ένα σπίτι!

Για μια οικογένεια το υπ’ αριθμόν ένα απαραίτητο αγαθό για το σπίτι εκείνο το καιρό, όπως φυσικά φανταζόμαστε όλοι, ήταν οπωσδήποτε τα ξύλα! Τα ξύλα τα βρίσκανε εύκολα σε βουνά, σε χαλέπες και σε φαράγγια. Ξύλα για μαγείρεμα, αλλά και ξύλα για την εβδομαδιαία μπουγάδα! Μονάχα η μπουγάδα ήθελε μια αγκαλιά ξύλα! Ήθελαν ξύλα για ζέσταμα νερού για το μπάνιο που γινόταν, πού αλλού? στη σκάφη! Καμιά φορά τα παιδιά έκαναν μπάνιο και στο πλυσταριό έξω στην αυλή! Τουλάχιστο δυο φορές το μήνα έπρεπε να ζεστάνει νερό η μάνα, να το ρίξει στη σκάφη, και από εκεί με ένα μπρίκι ή κατσαρολάκι να έπαιρναν και να το έριχναν επάνω τους! Στο καζάνι έβαζε η μάνα και «λεμονόφυλλα», αλλά κάπου και σε ένα σακούλι είχε φυλάξει και «αποξηραμένους λεμονανθούς»! Έπαιρνε μια φούχτα και τους έριχνε και απ’ αυτούς στο νερό! Ένα όμορφο άρωμα ανέδυε όλο το νερό! Έβραζε αρκετό νερό, για να πλυθεί και να σαπουνιστεί με πράσινο σαπούνι όλη η οικογένεια! Σαπούνια είχανε πολλά, γιατί πέρναγε «ο τρυγάς» και έπαιρνε τις «τρυγιές» (κατακάθια του λαδιού, τρυγόλαδα), και τους έδινε επιτόπου σαπούνια! Επίσης χρειαζόταν ξύλα για το ζυμωταριό, και πιο πολλά ακόμα σαν ήθελαν να κάνουν το ψωμί παξιμάδι!
Ήθελαν επίσης ξύλα φυσικά και για ζέσταμα το χειμώνα! Και δεν λέμε για τις περιπτώσεις που χρειαζόταν ξύλα ο φούρνος για τα ψητά του γάμου, της βάφτισης, του αρραβώνα κλπ, όπου ήθελαν πάρα πολλά! Φούρνο με ξύλα είχαν τα περισσότερα σπίτια, κι αν δεν είχαν, ζύμωναν στου γείτονα το φούρνο!
Έτσι απαραιτήτως, σε μια γωνιά της αυλής κάθε σπιτιού, έπρεπε να υπάρχουν πάντα τρείς τέσσερεις «δεμαθιές ξύλα»! Από εκείνα τα ξύλα, ήταν που πήγαιναν κρυφά και άρπαζαν καμιά δεμαθιά οι «διαολοπαρέες» του χωριού το Μ Σάββατο βράδυ, για «να κάψουν τον Ιούδα» μπροστά στην εκκλησία, μετά το Χριστός Ανέστη! Γι αυτό πολλοί φυλάγανε τις δεμαθιές τους εκείνη την ημέρα, για να μην τους τις κλέψουν !
Όταν πια λιγόστευαν τα ξύλα στην αυλή, τότε αποφάσιζε ο αφέντης « να πάνε στα ξύλα», όποια εποχή και να ήτανε!

Φτάνοντας στο χωράφι, αμέσως δουλειά!

Εφτά η ώρα και εμείς ήμαστε ήδη πλησιάζαμε ήδη στο χωράφι εκείνη την ημέρα!
Επιτέλους φτάσαμε σε ένα χωράφι μας, που είχε πολλά «κλαδερά» (θάμνους και θυμάρια)! Αφού ξεφορτώσαμε τα «μπράτη» (τσιμπράγαλα) και δέσαμε τριγύρω τα ζώα να βοσκήσουν, πήρε ο πατέρας μου ανά χείρας τη μεγάλη σκαλίδα, και πήρα και εγώ το μικρό σκαλίδι! Έκοβε εκείνος πότε με τη πίσω πλευρά της σκαλίδας που ήταν σαν τσεκούρι διάφορα, πουρνάρια, κατσοπρίνια και σκίνους, και πότε έσκαβε με την κανονική πλευρά της σκαλίδας ξεπατώνοντας ότι ρίζα του κλαδερού έβρισκε! Αν ήταν πολύ σκληρό το ξύλο, το χτύπαγε με το μαναράκι.! Εμένα με έβαζε να του ξεπατώνω θύμους (θυμάρια), θρούμπες, αθιοκαλιές, και γενικά αυτά ήταν πιο μαλακά και πιο εύκολα! Εκείνος έκοβε και αγκαθωτούς θάμνους όπως ήταν τα αχινοπόδια, ασπαλάθια, άγριες μικρές μυγδαλιές ή αγριαχλαδιές. Έτσι ξεμαγάριζε και το χωράφι!

-Μπαμπά μου κάρφωσε μια τσίτα στο πόδα!

Άμα κάποια στιγμή μου κάρφωνε καμιά τσίτα(αγκίδα) ή αγκάθα όπως τη λέγαμε μου έλεγε:
-Περίμενε να πεταχτώ δυο λεφτά εκειέ στην αγριαχλαδιά να κόψω μια μεγάλη τσίτα (αγκάθι), να τη κάνω βελόνα και σιγά – σιγά θα σου βγάλω το αγκάθι!

Ξύλα? Όλα είναι καλά!

Τα πιο πολλά πάντως ξύλα που έκοβε, ήταν πουρνάρια ή και σκίνα, γιατί αυτά έκαναν τη πιο δυνατή φωτιά, και καιγόντουσαν είτε δροσερά είτε ξερά! Έβγαζε και πολλές ρίζες!
Ξεπατώναμε θυμάρια ή αλαδανιές, αλιματσές και άλλα, εκτός αγουδούρους και αγκαρασθιές, και άλλα παρόμοια ελαφρά και αδύναμα ξύλα.

Όπου ξύλα και χοχλοί από κάτω!

Συνήθως σε όλα αυτά τα ξύλα που κόβαμε ή ξεπατώναμε, από κάτω, ήταν κριμένοι χοχλιοί, κυρίως άσπροι λιανοί! Μου ‘λεγε ο πατέρας μου μια φράση:
-«Στσι πέτρες θα βρεις κολληταριές, στσι θύμους ασπροκόλια»!
«Ασπροκόλια» εννοούσε τους λιανούς χοχλιούς, που πράγματι βρίσκαμε πολλούς σκαλίζοντας το χώμα κάτω από τους μεγάλους θύμους ή θάμνους! Οι δε χοντροί χοχλοί προτιμούσαν τις τρύπες στους βράχους, τις κουφάλες των δένδρων, αλλά κυρίως προτιμούσαν να κρύβονται κάτω από μεγάλες πέτρες! Εκεί σηκώνοντας μια- μία πέτρα, βρίσκαμε από κάτω της κι από μια «κολληταριά», με τουλάχιστον 15 χοχλιούς πάνω σ’ άλλο!
Ο πατέρας αφού είχαμε ήδη κόψει τα ξύλα μας, για τη συνέχεια, μου έκοψε μια βέργα και μου την έδωσε:
– Πάρε εκειονέ το ξύλο, και ανεσήκωνε τσι θύμους και σκάλιζε το χώμα από κάτω, α θες να βρεις χοχλιούς για να τσι πας στη μάνας σου!
Επήρα εγώ τη βέργα που μου ’δωσε, και ανασήκωνα ένα – ένα όλα τα θαμνοειδή, θύμους, θρούμπες, ανωνίδες, αντωνανίδες, αλαδανιές, αθινοκαλιές, και τσι ξεσκάλιζα από κάτω καλά – καλά! Έκανα δε, «του κόσμου τη χαρά», όταν έβρισκα πολλούς χοχλιούς από κάτω! Παράλληλα εκείνος ανασήκωνε μεγάλες πέτρες, και εύρισκε από κάτω χοντρούς χοχλιούς!

Κάθε που πορίζαμε από το σπίτι εμείς τα κοπέλια…

Αυτό που μου είπε ο πατέρας μου, δηλαδή να ψάξω να βρω χοχλιούς, μας το λέγανε και άλλες φορές οι γονείς μας όλων των παιδιών, κυρίως όταν «πορίζαμε» από το σπίτι!
Μας είχαν περάσει οι μεγάλοι το «παραμύθι», πως το σπίτι «αναστενάζει άμα πάς με άδεια χέρια»!
Έτσι, κάθε παιδί που έρχεται απ’ έξω, έπρεπε απαραιτήτως να κρατεί κάτι! Κάποια παιδιά κρατούσαν μανιτάρια, ασκορδουλάκος (βολβούς), πότε χοχλιούς, κανένα αγκαλιδάκι ξύλα, άλλα δυο κούτσουρα, έστω και ένα σκέτο μικρό ξύλο, όχι πάντως με άδεια χέρια, γιατί το σπίτι «θα αναστέναζε»! Προτιμούσαν βέβαια ιδιαίτερα οι γονείς μας απ’ όλα αυτά, τους χοχλιούς! Είχαν καλύτερα να τους φέρεις μια οκά χοχλιούς παρά να τους κρατάς μια οκά κρέας!

Δουλειά ναι, μα να χαφτούμε και μια μπουκιά!

Αφού βρήκαμε και χοχλιούς, καθίσαμε κάτω από τη μεγάλη χαρουπιά να «χαφτούμε μια μπουκιά», τρώγοντας το ψωμοτύρι μας, τη τομάτα με τις ελιές, και από δυο βραστά αυγά, να «σκεπάσομε» το κρασί μας! Ήπια εγώ και μισό κρασί στο λαίνι, μισό – μισό με νερό, και ένα δυο ποτηρίδια ο πατέρας μου! Πήγα να σηκωθώ, πετάγεται και μου λέει:
-«Ε κάτσε δέκα λεφτά να σου πάει το φαί κάτω, και μετά σηκώνεσαι!»

-Ώρα να δεμαθιάσομε!

Ήρθε και η ώρα να δέσουμε σε δεμάτια τα ξύλα μας, και αν αυτά αρχικά φαινόταν πολλά, στην ουσία αφού πιεζόταν στο δέσιμο, θα γινόταν δυο μέτριες δεμεθιές όλες κι όλες!
Θα τα φορτώναμε στη συνέχεια στη γαϊδάρα μας και θα φεύγαμε.

Οι λιγοδέτες

Ο πατέρας μου κρατούσε μεν τα δύο τέλεια ( σύρματα) που χρειαζόμαστε για να δέσουμε τα δεμάθια, αλλά την εποχή που δεν υπήρχαν τέλεια, πώς αλήθεια δένανε τις δεμαθιές?
Την απορία μου την έλυσε αμέσως ο πατέρας μου:
-Παλιά στην εποχή μου, δεν εδέναμε με τέλια, δέναμε με «λιγοδέτη»! Ο λιγοδέτης ήταν αρχικά τρυφεροί βλαστοί λιγιάς (λιγαριάς), δηλαδή είχαμε «λιγιάς δέτης», και για αυτό πήρε και το όνομά του «λιγοδέτης»! Έκοβαν βλαστούς λιγιάς (λιγαριάς), τους ενώνανε αντίστροφα με ένα ιδιόμορφο κόμπο, και άπλωναν έπειτα το λιγοδέτη στο έδαφος, με τον κόμπο να είναι προς τα πάνων γιατί όταν τον πλακώνανε μετά τα ξύλα, που δεν μπορούσε εύκολα να λυθεί! Στα σπαρμένα κάναμε λιγοδέτη με τα ίδια τα στάχια ξεπατώνοντας τα, για να ‘ναι ποιά μακριά!
-Και εμείς εδα επαέ στο βουνό που δεν έχουμε λιγές?
-Επαέ στο βουνό μπορεί να μην υπάρχουνε λιγές παιδί μου, ούτε και σφάκες, αλλά υπάρχουν όμως άλλα! Υπάρχουν χαρουπιές και αθηνοκαλιές, για αυτό και εμείς μπορούμε να κάνουμε τους λιγοδέτες μας από αυτά! Θα σου φτιάξω δυο λιγοδέτες από αθηνοκαλιά, για να ιδείς και να καταλάβεις!
Για να μου δείξει πράγματι, πήγε και βρήκε μια μεγάλη δροσερή αθηνοκαλιά, κόβει τον πιο μεγάλο της βλαστό, και στη συνέχεια με το μπιτσακάκι (σουγιαδάκι) του, τον τη σκίζει στη μέση! Τον κομμένο στη μέση βλαστό αθηνοκαλιάς, τον κάνει πλέον δύο κομμάτια! Πιάνει τις άκρες των κομματιών αυτών, και τις ενώνει με ειδικό κόμπο αλλά αντίθετα! Και όταν λέμε αντίθετα, εννοούμε πως έπιασε τον κομμένο κορμό της μίας, με το φουντερό εξωτερικό μέρος της άλλης! Αυτός ήταν πλέον ο λιγοδέτης μας όπως τον παλιό καλό καιρό! Απλώνει μετά το λιγοδέτη αυτό κατά γης, για να τοποθετήσουμε πάνω του λίγα- λίγα τα ξύλα και να τα δέσουμε! Έτσι το ίδιο έφτιαξε και τον άλλον λιγοδέτη για το άλλο δεμάτι!
«Ο κάθε λιγοδέτης για τα ξύλα πρέπει να βγει τουλάχιστον 1.5 μέτρο μήκος»! Μου έλεγε ο πατέρας μου! Έτσι άμα δεν έφταναν τα δυο κομμάτια αθινοκαλιάς, πρόσθετε και τρίτο κομμάτι!

Τα ξύλα στη δεμαθιά δεν μπαίνουν όπως να ‘ναι!

Ο ίδιος έφτιαξε το ένα δεμάτι ξύλα, και το άλλο θα το έφτιαχνα εγώ, κάνοντας ότι έκανε και εκείνος! Τα ξύλα δεν τα έβαζε όπως λάχει! Στον πάτο έβαζε τα πιο μαλακά ξύλα, στη μέση όσα είχαν αγκάθια όπως ασπάλαθοι αχινοπόδια πρίνοι κλπ, και στο επάνω μέρος έβαζε πάλι δροσερά και μαλακά! Στον πάτο λοιπόν ή θα έκοβε μερικούς χαρουπιδένιους δροσερούς βλαστούς ή αθηνοκαλιές που ήταν κι αυτές δροσερές και πολύ απαλές, μπορούσαμε όμως εν ανάγκη κα βάζαμε και θυμάρια!
Έτσι έκανα και εγώ, και τη μέση έβαλα τα αγκαθωτά, τα σκληρά και τα κούτσουρα, και πάνω –πάνω πάλι μαλακά ξύλα!
Τα ξύλα στο στήσιμο της δεμαθιάς, έμπαιναν με το σκληρό μέρος προς τα μέσα, και το μαλακό προς τα έξω, για να μη πληγώνεται ο άνθρωπος που θα σηκώσει το δεμάτι αλλά και το ζώο στο φόρτωμα!
Αν υπήρχαν ρίζες τις χώναμε κι αυτές στη μέση! Τα μαλακά ξύλα τα διασταυρώναμε για να μπερδεύονται και να συγκρατιόνται καλύτερα. Έφτιαξα έτσι και εγώ το δεμάτι μου, κάνοντας ότι έκανε και ο πατέρας μου! Έφθασαν ένα στίβο σα το μπόι μου στο ύψος πάνω στο λιγοδέτη!

Το δεμάτι θέλει γερό σφίξιμο!

Έπρεπε όμως να πιεστούν όλα αυτά, και να μικρύνει το δεμάτι! Στην αρχή γονάτισα και τράβαγα τις δύο άκρες του λιγοδέτη να ενωθούν, και μετά έπρεπε να καθίσω επάνω στο δεμάτι «σελάδες» δηλαδή καβαλικευτά, γιατί έπρεπε «να κάτσουν», ώστε να τα αγκαλιάσει όλα ο λιγοδέτης ! Κάθισα λοιπόν με ένα πηδαράκι απάνω στο δεμάτι «σελάδες», και καθιστός έδινα δυνατές ωθήσεις με το βάρος του κορμιού, αλλά συγχρόνως τέντωνα λίγο – λίγο και το λιγοδέτη, για να μικραίνει το δεμάτι, να μην πιάνουν πολύ χώρο τα ξύλα, το δεμάτι να γίνει σίγουρο και σφιχτό! Σαν αγκάλιαζε το δεματικό το δεμάτι και περίσσευε και 20 πόντους, το μπέρδευα γύρω – γύρω αντίθετα, και έτσι συγκρατιόταν!

Το ρολόι του…Θεού!

Σα τελειώσαμε και το δέσιμο μου λέει:
– Άντε δα να μολάρομε, γιατί πήγε δέκα η ώρα, μη μας ε φάει η κάψα στο δρόμο!
-Εμά! Κατέχεις και ήντα ώρα είναι ακριβώς μπαμπά, χωρίς να ‘χεις ρολόι!
-Ε και βέβαια κατέχω! Επειδή εμείς οι Γαλιανοί ήμασε λεει «καλοί αθρώποι», ο θεός μας χάρισε ένα φυσικό ρολόι , για να κατέχομε την ώρα!
-Μα ήντα δα ρολόι είναι εκειονά?
-Να θωρείς εκει αοπέρα στη Πόμπια το μεγάλο βράχο αριστερά?
-Ναι θωρώ τον -ε!
– Αυτός ο βράχος λέγεται «Μεσημεράς»! Εδά έχει τη ασκιανάδα του στο κεντραδάκι, πέρα – πέρα στα δεξιά! Θωρείς το?
-Ναι! Θωρώ το!
-Ε άμα φτάνει η ο ασκιανός του «Μεσημερά» σ’ εκεινονά το κεντραδάκι, είναι δέκα η ώρα! Άμα φτάνει λιγάκι ποιο μπροστά, στο μικρό βραχάκι που φαίνεται, είναι έντεκα, και άμα δεν έχει καθόλου ασκιαν ό ο «Μεσημεράς», είναι δώδεκα ακριβώς! Για αυτό τον-ε λένε και «Μεσημερά», γιατί το μεσημέρι δεν έχει καθόλου ασκιανάδα!
-Α ωραία, και το απόγευμα που δεν κάνει ασκιανό?
– Να σου πω… Επειδής όπως σου είπα πως ήμαστε καλοί αθρώποι, για αυτό ο καλός μας Θεούλης, μας ήπεψε και άλλο ένα «ρολόι»! Έτσι για την ώρα έχουμε επιπλέον και συμβουλευόμαστε τη σειρήνα του εργοστασίου του Πετρακογιώργη στις Μοίρες, που παίζει δυο φορές την ημέρα, στις τρείς το πρωί, και στις δώδεκα το μεσημέρι! Έχουμε όμως και το δικό μας εργοστάσιο στη Γαλιά, που το βάζουνε μπρός στις πέντε το βράδυ, και γρηκούμε-νε το «παφ – πουφ» τση γεννήτριας, όντε το βάνει μπρός ο ηλεκτρολόγος ο Αλέκος , με τον μηχανικό το Κωστή Θεοδωράκη!

-Πόσα μέτρα μπαμπά πρέπει να είναι ένα φόρτωμα?

Αυτά για να κατέχεις, μονό λύσε δα το γάιδαρο, και φέρε το σκοινί να τον-ε φορτώσουμε και να μολάρωμε σιγά -σιγά! Λύσε του το φόρτωμα από τη μουράγια και το τζένιο, και φέρε το να το περάσω στο σωμάρι, και να γενεί πάλι φόρτωμα!
-Και όσα μέτρα μπαμπά πρέπει να είναι ένα φόρτωμα?
-Το σκοινί του σωμαριού , μου λέει ο πατέρας μου, πρέπει να είναι εφτά με οχτώ οργιές, και η οργιά είναι όσο το άνοιγμα των δύο χεριών μας, δηλαδή 14 με 15 μέτρα πρέπει να είναι ένα φόρτωμα!

Ανεβάστα μου με τη χαχαλόβεργα να φορτώσομε!

Φόρτωσε εκείνος τη μια δεμαθιά , αφού το γάιδαρο τον στήσαμε προς την ανηφόρα!
Του έφερα κοντά τη «χαχαλόβεργα» για να «ανεβαστά», και φόρτωσε και την άλλη!
Μετά του λέω:
-Ήμαστε έτοιμοι? Μπορώ να σέρνω το γάϊδαρο?
-Όχι, μη βιάζεσαι! Πρώτα πρέπει να ελέγξουμε τσι δεμαθιές σχολαστικά για να μη καρφώνει κειανένα ξύλο του γαϊδάρου στη κοιλιά, στα καπούλια ή στο λαιμό, η ακόμα να καρφώνει κα- να ξύλο στο σωμάρι και το σκίσει!

-Σταμάτα να βάλω μια πέτρα από δεξά, γιατί γέρνει το ένα δεμάτι!

Άμα έκανε σχολαστικά τον έλεγχο, μου λέει:
-Σέρνε δα το γάιδαρο να βγούμε στο δρόμο! Όπως όμως τράβαγα το γάϊδαρο από το χαλινάρι, μου φωνάζει:
-Σταμάτα να βάλω μια πέτρα από δεξά, γιατί μου φαίνεται πως γέρνει το ένα δεμάτι!
Σταματώ γιατί το δεμάτι το δικό μου ήταν μικρότερο σε βάρος και έγερνε από την άλλη! Έλυσε το σκοινί από το μικρό δεμάτι, και το λάσκαρε λιγάκι, και το κατέβασε λίγο πιο χαμηλά, ώστε να ισορροπήσει, και έτσι δεν έβαλε ταλικά πέτρα!

Η ώρα του γυρισμού!

Στο σκοινί που αγκάλιαζε τις δεμαθιές κάρφωσε και τα σκαλίδια, κρέμασε και τη βούργια στα σκαρβέλια. Δέσαμε και τσι κατσίκες και προχωράγαμε αργά με προσοχή προς το δρόμο, καθοδηγώντας εγώ το ζώο από το χαλινάρι, να μη βρίχνει σε δένδρα ή θάμνους, και με προσοχή βγήκαμε στο δρόμο!
Τρακόσα μέτρα πια κάτω που σοπατήσαμε και ίσιωνε ο δρόμος, με σήκωσε τότε με τα χέρια του, και με έβαλε να καβαλικέψω στα καπούλια του γαϊδάρου!

Φτάνοντας στο σπίτι…

Έτσι καβαλάρης εγώ, φτάξαμε στο σπίτι, και η μάνα μου μας -ε περίμενε στη πόρτα με δυο ποτήρια λεμονάδες!
-Ελάστε ντελόγω να πχείτε δυο λεμονάδες κρυγές – κρυγές , που σας έχω σασμένες να δροσερέψετε!
-Μάνα σήμερο εγώ σου βρήκα και χοχλιούς μπόλικους!»
-Έχε την ευκή μου παιδί μου! Και πώς θες να στσι ψήσω αργά?
– Με το χόντρο θέλω να μου ψήσεις ούλους τσι λιανούς που ήβρικα!
Άμα ξεφορτώσαμε τα δεμάθια και δέσαμε στο στάβλο τα ζώα, μας λέει η μάνα μου:
-Ελάστε δα να κάνετε και ένα μπάνιο στη σκάφη, που ζέστανα νερό, να ξεπλυθείτε να φύγουνε οι σκόνες, και πιο μετά θα φάτε γιατί είχα πολλές δουλειές,και θα αργήσει μιαολιά το μαγερικό! Θα σας-ε τηγανίσω κουνελάκι!
Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε δυνατότητα ταχτικού μπάνιου, και ο ιδρώτας κολλούσε στο δέρμα μαζί με τη σκόνη και γινόταν η λεγόμενη «κάσα» ή «κασίδα», που ήταν φυσικά βρωμιά! Όμως με ένα πλύσιμο στο χλιαρό νερό με τα λεμονόφυλλα με τους λεμονανθούς, το κορμί πλέον αλλά και όλο το σπίτι μοσχομύριζε!
Ήμουν ικανοποιημένος που και εκείνη την ημέρα είχα μάθει πολλά, γιατί για μένα στη ζωή, η φύση ήταν το δεύτερό μου σχολείο!

Κείμενο : Γεώργιος Χουστουλάκης

Φωτογραφίες: 1 -Albert Anker boy with fagot 1872
2-Pierre-edouard-frère-the-young-faggot-gatherers 1879
3- Μεσημεράς – Γεώργιος Χουστουλάκης 2018