Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Από που φτιάχνεται η κατσούνα των Κρητικών

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι μαγκούρες των Κρητικών με τις οποίες πήραν στο κυνήγι τα ΜΑΤ, φτιάχνονται από το σπάνιο δέντρο «αμπελιτσά» που κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Τα κλαδιά του έχουν εξογκώματα που κάνουν το χτύπημα επώδυνο


Η Κρήτη αποτελεί έναν χλωριδικό και όχι μόνο παράδεισο. Ένα στα τέσσερα φυτικά είδη της Κρήτης είναι ενδημικά, δηλαδή υπάρχουν μόνο εκεί και πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό συμβαίνει και με την Αμπελιτσά από την οποία κατασκευάζονται τα μπαστούνια των Κρητικών, οι κατσούνες.

Η αμπελιτσά είναι ένα είδος δέντρου που επιστημονικά ονομάζεται Zelkova abelicea ή Zelkova cretica. Από την ονομασία του καταλαβαίνουμε ότι εξαπλώνεται μόνο στην Κρήτη και απαντάται κυρίως σε μέτρια με μεγάλα υψόμετρα.

Είναι, αρχέγονο ενδημικό φυτό της Κρήτης, έχει εξελιχθεί πολύ λίγο ανά τις χιλιετίες και είναι συγγενικό είδος με τη φτελιά. Το φυτό αυτό προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες και τη δασική νομοθεσία και βρίσκεται στο ‘’Κόκκινο’’ βιβλίο με τα προστατευόμενα είδη που απειλούνται άμεσα με εξαφάνιση.

Φυτρώνει μέχρι και τα 1760 μέτρα υψόμετρο. Είναι μικρό δέντρο και αποτελεί νόστιμη βοσκή για τα ζώα, τα οποία εμποδίζουν την ανάπτυξή του. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει μέχρι και 10 μέτρα σε ύψος”.

image

 

Ποια είναι η κατσούνα

Από το ξύλο αμπελιτσάς κατασκευάζονται παραδοσιακά οι μαγκούρες των βοσκών στην Κρήτη. O μεγάλος αριθμός κλαδιών κάνει την μαγκούρα να έχει πολλούς ρόζους (εξογκώματα).

Για αυτόό το χτύπημά με την κατσούνα πονάει περισσότερο.

Το Κρητικό Ραβδί αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του στρατιωτικού σώματος των Κρητικών. Ηλικιωμένοι και νέοι Βοσκοί Κρητικοί κρατούσαν συνεχώς μια Κατσούνα για να τους βοηθά στο περπάτημα και κυρίως να ανεβαίνουν στις ορεινές περιοχές, όπου έβοσκαν τα ζώα τους. Ήταν πολύτιμο εργαλείο για την μεταφορά του σακουλιού τους, που περιείχε το καθημερινό κολατσιό και νερό. Πολύτιμες χρήσεις της Κατσούνας ακόμη ήταν να καθαρίζουν οι βοσκοί με αυτήν τα μονοπάτια τους, αλλά και να εγκλωβίζουν με τη ράχη της τα ζώα τους που θέλουν να τους ξεφύγουν, ενώ σε εμπόλεμες εποχές αποτελούσε και όπλο εναντίον του εχθρού.

Ακόμα και σήμερα, η Κατσούνα χρησιμοποιείται από πολλούς βοσκούς και κυρίως ηλικιωμένους ανθρώπους, ενώ συμβολίζει ταυτόχρονα την Κρητική υπερηφάνεια και παράδοση.

image

 

«Αν θες η κατσούνα να είναι γερή, τα ξύλα θα τα κόψεις στη λίγωση του φεγγαριού»

Το μυστικό του τεχνίτη αποκάλυψε ο Κώστας Βαμβουκάκης από τον Κρουσώνα ο οποίος μίλησε στο MadeinCreta:

«Ο χρόνος έχει 12 λιγώσεις . Εγώ και στις 12 λιγώσεις, όλα τα χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά, κόβω τα ξύλα μου. Διότι αν το κόψεις στη γέμωση, σε δυο μήνες η βέργα μαμουνιά, ανθρακά και σπάει, όσο χοντρό και να’ναι το ξύλο».

Την ποιότητα της πρώτης ύλης την τόνισε ο κ. Κώστας με μια μαντινάδα:

«Όλα τα ξύλα του βουνού

δε μοιάζει το’να τ’ άλλο το

να κάνουν εικόνισμα

και κάρβουνο το άλλο».

«Ψάχνω στα δάση το ντρέτο ξύλο. Στο Μάραθος, τη Δαμάστα, το Γενί Γκαβέ, στα Αγρίδια, στα Απλαδιανά, στο Βόσακο μπαίνω μέσα για να ψάξω να βρω και όποιο μου αρέσει το κόβω».

Η δεύτερη δύσκολη δουλειά είναι το «γυρίδι»

Ο παραδοσιακός τεχνίτης περιγράφει ότι το ξύλο έχει την ιδιαιτερότητά του. Μπορεί να θεωρείται κατάλληλο αλλά να μην γυρίζει. Και το γυρί της κατσούνας είναι το δεύτερο δύσκολο στάδιο για τον τεχνίτη.

Μάλιστα ο ίδιος λέει, ότι έκανε τρία χρόνια για να πετύχει «το γυρί δακτυλίδι». Τώρα κατόπιν παραγγελίας φτιάχνει και τετράγωνο γυρί ή τρία διαδοχικά μόνο για διακοσμητικούς λόγους.

image

 

Με πληροφορίες από το γφ βοτανική (Γιάννης Φραγκάκης) και το MadeinCreta

Advertisement
Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Παιδιά άλλων εποχών τις μέρες των Χριστουγέννων

Δημοσιεύτηκε

στις

Παλαιότερα όλα τα παιδιά περίμεναν με μεγάλη λαχτάρα τις γιορτές


Oι μέρες των εορτών, των Χριστουγέννων, όπως και όλες οι άλλες γιορτές, στους μεγάλους σπανίως πλέον φέρουν κέφι, χαρά και ευτυχία, που να είναι ανάλογη με το κύρος των εορτών, αντίθετα, οι περισσότεροι σύγχρονοι άνθρωποι, νοιώθουν μελαγχολία, αδιαφορία για να κάνουν κάτι σπουδαίο, και στο τέλος της ημέρας δεν αισθάνονται πως χάρηκαν ιδιαίτερα την ημέρα αυτή. Για αυτό η μόνη περίπτωση να μπουν στο κλίμα των ημερών, είναι να «γίνουν» και οι ίδιοι παιδιά, δηλαδή να αισθανθούν σαν παιδιά!

Παλαιότερα όλα τα παιδιά περίμεναν με μεγάλη λαχτάρα τις γιορτές. Μπορεί αυτό σε μας τους πιο παλιούς, να μας έχει μείνει ακόμα κατάλοιπο από τα δικά μας παιδικά χρόνια, και η αιτία, να περιμένουμε με ενδιαφέρον τις γιορτές!

Πράγματι, Χριστούγεννα παλιά σήμαινε «γλέντι» για τα παιδιά! Και για αυτό θα επιβάλλεται να θυμόμαστε τέτοιες μέρες τα παιδικά μας χρόνια, ή να ζούμε τις γιορτές κοντά σε παιδιά, για να μπούμε πιο εύκολα στο κλίμα των ημερών!

Τα σκολιαρούδια παλιά δεν είχαν σκοτούρες, ήταν και που δεν έκαναν μάθημα γιατί έκλειναν τα σχολεία, οπότε έσμιγαν πολλά παιδιά μαζί, και γινόταν πανζουρλισμός! Την τελευταία μέρα πριν κλείσουν τα σχολεία για τις διακοπές των γιορτών, εντολή του δασκάλου προς τα παιδιά, ήταν να γράψουν όλα έκθεση, το πώς πέρασαν τις ημέρες των εορτών!

Έτσι τη μέρα που ξαναγύριζαν στο σχολείο, ο δάσκαλος διάβαζε μια – μια την έκθεση, και έσκαγαν όλοι στα γέλια, από αυτά που διάβαζε, κάποια ήταν αστεία που στη τελική, τα περισσότερα παιδιά έγραφαν σχεδόν τα ίδια, γιατί την ίδια μοίρα είχαν όλα στο χωριό που ζούσαν!

Ο δάσκαλος τη πιο καλή έκθεση του σχολείου, την έστελνε στο Υπουργείο Παιδείας, για να βραβευτεί. Έτσι πολλά παιδιά κέρδισαν έτσι μια υποτροφία σε ανώτερες σπουδές, γιατί τα μισά χρήματα τα έβαζε το υπουργείο, και τα άλλα μισά η κοινότητα! Όλα καλά λοιπόν για τα παιδιά, εκτός από ένα!

Το πρωί των Χριστουγέννων με τη πρώτη καμπανιά, έπρεπε να αφήσουν το ζεστό στρώμα και να ετοιμαστούν για την εκκλησία! Αυτό πολλά παιδιά το έβλεπαν δυσμενών, και δεν σηκωνόταν με τις προτροπές της μάνας, απλά άλλαζαν πλευρό!

Τότε η μάνα τους έλεγε το εξής:

Σήκω παιδάκι μου, γιατί όσα παιδάκια δεν πάνε το πρωί στην εκκλησία θα τα τιμωρήσει ο Θεός, και άμα ποθάνουνε μια μέρα, θα τα βάνουνε να κοιμούνται σε ένα κρεβάτι με καρφιά!

Τι να κάνουν και τα παιδιά, που δεν ήξεραν από τη ζωή, προκειμένου να γλυτώσουν τα …καρφιά, αλήθεια ή ψώμματα, και για καλού κακού, έπαιζαν ένα πηδαράκι, και πήγαιναν να πλυθούν και να ντυθούν! ‘Όσο τα παιδιά πήγαιναν στην εκκλησία, ο πατέρας άναβε τον φούρνο για να βάλει τα χριστόψωμα, και μετά το ταψί με το κρέας στις κλιματόβεργες, και η γυναίκα του ετοίμαζε και τα παιδικά ψωμάκια, τις λεγόμενες «κακαρίστρες», που τα έφτιαχναν με ένα κομμάτι ζύμη, έφτιαχναν ένα πουλί και στο κεφάλι ένα λοφίο! Και τα παιδιά βοηθούσαν και αυτά, και έφτιαχνε κάθε παιδί τη δικιά του κακαρίστρα, και αυτά τα έβαζαν έξω – έξω στο φούρνο.

Τα παιδιά επιτέλους ήταν τόσο ευτυχή που είχαν επιτέλους ότι ήθελαν! Το σπίτι πράγματι μετά τα χοιροσφάγια της παραμονής, είχε από όλα, από σύγλινα, μέχρι τσιλαδιά, τσιγαρίδες, λουκάνικα, απάκια, αμαθιές, χώρια τα ζεστά χριστόψωμα με τις κακαρίστρες, τους κουραμπιέδες, και άλλα χίλια δυο!

Το κρέας του χοίρου θα κρατήσει τουλάχιστο δυο τρείς μήνες, και η λαχτάρα του κρέατος θα σταματήσει προς το παρόν!

Μπορεί να υπήρχε φτώχεια, αλλά αυτό δεν ήταν λόγος να μην περνάνε καλά τα παιδιά κάποτε, γιατί οι γιορτές ήταν λες και τις είχαν φτιάξει πράγματι στα μέτρα των παιδιών!

Στα διάφορα χωριά της Μεσαράς, τα οικονομικά των παιδιών εξαρτώντας βέβαια από την οικονομική άνεση των γονιών, διότι τα περισσότερα είχαν το χαρτζιλίκι τους τα Χριστούγεννα, εξαίρεση δυο τρία παιδιά σε κάθε χωριό, που οι γονείς τους δεν είχαν την οικονομική άνεση να τους δώσουν κάτι. Αγροτικά χωριά όπως η Γαλιά, οι γονείς τα παιδιά τους τα έπαιρναν όλοι στη δουλειά, και βοηθούσαν τις αγροτικές δουλειές, και στη βοσκική. Για να τα ανταμείβουν λοιπόν, τους έκαναν τα περισσότερα χατίρια, και τους έδιναν που και που χαρτζιλίκι, να αγοράσουν τα Χριστούγεννα ότι ήθελαν, μπαλόνια, καραμέλες, ζαχαρωτά και ξηρούς καρπούς. Τα παιδιά που οι γονείς τους ήταν φτωχοί, και επειδή τότε δεν υπήρχαν «Αϊ Βασίληδες», εν τούτοις εκείνα δεν το έβαζαν κάτω!

Έφτιαχναν ένα βαλιτσάκι και μέσα έβαζαν το εμπόρευμα τους, και γύρναγαν στις γειτονιές!

Το μικρό αυτό βαλιτσάκι, πριν το ’40, δεν έβαζαν ζαχαρωτά, γιατί ήταν δυσεύρετα, αυτό έγινε πολύ αργότερα μετά το 60! Το βαλιτσάκι τους είχε σβούρους, τσιμπιδάκια, φουρκέτες, καρούλια, λιβάνι, καρβουνάκια, και γύριζαν όλες τις γειτονιές τις ημέρες των εορτών, φωνάζοντας :

-Ο ψιλικατζής! Έχω κορδέλες παραμάνες καρφίτσες και χτένες! Ή:

Έχω ξυρφάκια, λιβάνι, τσιμπιδάκια κουβαρίστρες!

Έβγαιναν οι γυναίκες στις γειτονιές και ψώνιζαν, γιατί τα είδη αυτά τους έκαναν ανάγκη.

Τα παιδιά αυτά πήγαιναν και στα κοντινά χωριά, αλλά το βράδυ γύρναγαν στην έδρα τους. Τα ίδια παιδιά έκαναν αυτή τη δουλειά μέχρι και μεγάλωσαν και έγιναν είκοσι χρόνων!

Δεν είναι τυχαίο και το τραγούδι του Μουντάκη «Ο Πραματευτής!» που έλεγαν οι στίχοι: «Κουβαρίστρες, βελονάκια, ψιλικά πολλώ λογιώ, τον πλανόδιο θα κάνω, μήπως και τη ξαναβρώ…»!

Βέβαια όταν βγήκε αυτό το τραγούδι, σιγά – σιγά σταμάτησαν οι νεαροί πλανόδιοι να γυρίζουν στα χωριά!

Τα παστέλια τις σησαμόπιτες και τα μαντολάτα, δεν τα έβρισκαν τα παιδιά του ΄20 εύκολα, όμως υπήρχαν βιοτέχνες σε κάποια χωριά, όπως ήταν ο Ρετζεπομανώλης (Εμμ. Χουστουλάκης) στη Γαλιά, που κάποιος τον είχα μάθει, και ήδη από το 1920, έφτιαχνε από όλα, ακόμα και «καραμελάκια με μαντινάδες»! Αυτά ήταν καραμελάκια μικρά από ζάχαρη, και στο κέντρο είχε στριμμένο χαρτάκι με μαντινάδα! Αυτά τα καραμελομαντιναδάκια, τα αγόραζαν οι νέοι και τη μέρα του κλείδωνα! Έπαιρναν από μια φούχτα καραμελάκια, και όταν άνοιγαν τον κλείδωνα, έτρωγαν το καραμελάκι, και διάβαζαν και το μαντιναδάκι στη παρέα!

Τα Χριστούγεννα και γενικά στις μεγάλες γιορτές, ο Ρετζεπομανώλης , πήγαινε έξω από την εκκλησία που σύχναζε ο περισσότερος κόσμος, και δίνοντάς του ένα πενηνταράκι, είχε ένα κουτσουράκι και με ένα τσεκούρι έκοβε κάθε φορά ένα κομμάτι μαντολάτο ή παστέλι, και το έδινε τον πελάτη!

Υπήρχαν βέβαια και οι σφυρίχτρες, τα μπαλόνια, αλλά και οι σβούροι! Τα παιδιά βέβαια είχαν τη τάση να σμίγουν σε παρέες, και να παίζουν διάφορα παιγνίδια, και αγαπημένο τους ήταν εκείνο με τον εξάεδρο σβούρο, που τον έλεγαν και «πάρτα όλα»,!Έλεγαν «παίζουμε πάρτα όλα»?! Κάθε πλευρά του σβούρου έγραφε και άλλη φράση! Έτσι έγραφε: «βάλε ένα», «πάρε δυο», «βάλε δυο» «πάρε ένα» «τα χασες όλα», «πάρτα όλα»!

Μπορεί να παίζανε συνήθως με κουκιά, φασόλες, αλλά ενίοτε και με δεκάρες και πενηνταράκια! Άμα δε κάποιο παιδί του τύχαινε το «πάρτα όλα», χοροπήδαγε από τη χαρά του!

Πολλοί πάντως νοσταλγούν σήμερα τα χρόνια εκείνα, και θα ‘θελαν να τα ξαναζήσουν, παρόλο τη φτώχεια της εποχής!

Κείμενο – φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τι σημαίνει «Νικολοβάρβαρα»;

Δημοσιεύτηκε

στις

Για ένα παλιό Κρητικό, η λέξη «Νικολοβάρβαρα», είναι συνυφασμένη με τον άγριο καιρό του Χειμώνα, αν μη τι άλλο, είναι η εποχή που αρχίζει ο πραγματικός Χειμώνας!


Και αυτό, γιατί … «Μέχρι τα Νικολοβάρβαρα, ζεστοί κρυγοί ειν’ οι τοίχοι»! Όπως λέει ο λαός μας! Πράγματι, τα πετρόχτιστα σπίτια, ότι και κρυγιότες να είχε κάνει μέχρι τότε, στο σπίτι μέσα δεν έμπαιναν, και αυτό, γιατί οι τοίχοι κρατούσαν ακόμα τη ζέστη του Καλοκαιριού!

Τις ημέρες δε γύρω από τα Νικολοβάρβαρα, «συνορίζονται οι καιροί»!

Μα το βλέπουμε και οι ίδιοι, τη μια έχομε χιονόνερο, την άλλη φυσά με πολλά μποφόρ, σταματά για λίγο, βγαίνει ο ήλιος, ησυχάζουν όλα, και σκέπτεσαι να πας στις ελιές, και ξαφνικά αρχίζει απότομα μια βροχή, και ξαναμπαίνεις στο σπίτι!

Λέγανε οι παλιοί, πως με το «συνοριτό» των καιρών στα Νικολοβάρβαρα, όποιος τελικά καταφέρει να νικήσει στο τέλος, αυτός θα επικρατήσει μέχρι τα Χριστούγεννα!Μα πόσο σοφοί ήταν και πόσο ωραία τα λέγανε οι παλιοί!

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η ομορφιά της Κρητικής διαλέκτου

Δημοσιεύτηκε

στις

Η διάλεκτος σε ολόκληρη την Κρήτη είναι η δημοτική. Υπάρχει μια τακτική στην Κρητική διάλεκτο η χρήση του φαινομένου της έκθλιψης, και η αφαίρεση φωνηέντων


Με την τακτική αυτή διακόπτεται η αλληλοδιαδοχή φωνηέντων του τερματικού της προηγούμενης και του αρχικού της επομένης λέξης που προκαλούν χασμωδία.

Με την απόσπαση του ενός και την εγκατάσταση εναλλαγής φωνήεντος συνεπάγεται ε υ φ ω ν ι α.
η επιμονή της Κρητικής ντοπιολαλιάς στο φαινόμενο αυτό, κάνει τον Κρητικό λόγο πιο απλό, πιο λακωνικό, πιο εύηχο, πιο εύπλαστο πιο γραφικό αλλά και πιο ποιητικό!

Εδώ τώρα έγκειται και η ομορφιά των Κρητικών λαογραφικών και των ποιητικών κειμένων.

Δεν είναι τυχαίο που ο Καζαντζάκης είχε πάρει 7 παγκόσμια λογοτεχνικά βραβεία. και ο Ερωτόκριτος είναι ποίημα παγκοσμίου κύρους και μάλιστα βγήκε στην εποχή του μεσαίωνα στην εποχή του ευρωπαϊκού σκοταδισμού…

Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα για του λόγου το αληθές…

αλαργ’απου τη μάνα μου και τσ’εδικους μ’αθρωπους. εδω γλιτώνουμε 3 χασμωδίες. Θα λέγαμε, αλάργο από τη μάνα μου και από τσι εδικούς μου αθρώπους.
Χάρισμα το’χου ντα πουλιά τ’ανέμου να κλουθουνε. χαιρομ’απου’μαι Κρητικός, κι όπου σταθώ το λέω. Μια αφαίρεση και διο εκθλιψεις.
Ανε γ-κοιμάσαι αμοναχό να’ρθω παράγγειλε μου.
Απου’χω γω στη γλάστρα μου…
Κουράγιο απ’την αγάπη σου παιρν’η καρδιά κι αντέχει…
Απου’γκαψ’ η γι-αγαπη μου… απου’χω γω στη γλάστρα μου…
μ’εχου’στσ’αγαπης ζαλη.
Δε βλεπ’απο’νομη σου….γιατι’μαθε στη λευτεριά που του χαρίζει φύση.

Να λοιπόν γιατί πολλοί λάτρεψαν την Κρητική διάλεκτο, μαζί ένας κι εγώ, και ακόμα περισσότερο την Κρητική και λαογραφική ποίηση!

Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Advertisement

Facebook

Advertisement

Δημοφιλη