Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το κρητικό φιλότιμο και η φιλοξενία της Κρήτη

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Η παρορμητική  τάση του Κρητικού να πολεμά κάθε εχθρό του έθνους

Το σημερινό κείμενο δεν αναφέρεται τόσο στην εποχή μας, όσο κυρίως στα αλλοτινά περασμένα  χρόνια του μακρινού παρελθόντος, πριν την τηλεόραση και τον τεχνικό πολιτισμό,  που τείνουν σήμερα να εξισώσουνόλους  τους Έλληνες στην ίδια νοοτροπία.
Ο Κρητικός κάποτε, δεν πίστεψε στα λεφτά, στα αντικείμενα και στα υλικά αγαθά, πίστευε όμως σε κάποιες αρετές, όπως στο φιλότιμο, στην ειλικρίνεια, στην λεβεντιά, την παλικαριά, στο μερακλίκι, στον σεβασμό κλπ. Δεν υπήρξε ποτέ σκλάβος του χρήματος, και δεν υπήρχε Ελληνισμός που να κινδυνεύει και να μην είναι και Κρητικός μέσα να βοηθήσει εθελοντικά, κι αυτό τουλάχιστον γίνεται ακόμα και σήμερα.

Στην αρχαιότητα οι πολεμιστές της Κρήτης  είχαν διαπρέψει, και οι Κρήτες τοξότες ήταν οι καλύτεροι, σαν και μισθοφόροι περιζήτητοι από λαούς ευρωπαίους ακόμα και Ασιάτες.
Ο Κρητικός λαός ήδη από την Μινωική εποχή είχε αυτήν την ιδιαιτερότητα  και την παρορμητική  τάση να πολεμά τον ξένο εχθρό, και να πηγαίνει ακόμα και εθελοντής,όπως συνέβη στην Μακεδονία την Ήπειρο. Αυτό το μεγαλείο ψυχής δεν εκδηλώνονταν μονάχα στην υπεράσπιση και την υποστήριξη άλλων Ελλήνωνπατριωτών, αλλά και συνανθρώπων που δυστυχούσαν. 

Η τάση του Κρητικού για στήριξη του φτωχού 

Περιπτώσεις που έχουν περάσει πλέον σαν συνήθειες από γενιά σε γενιά, και που αφορούσαν βοήθεια του αδυνάτου είναι πολλές, και θα θυμηθούμε κάποιες που έχουμε αναφερθεί και στο παρελθόν σε άλλα θέματα.
Σε πολλά χωριά της Κρήτης, είχαν σαν έθιμο, όταν έβγαζαν μια παραγωγή είτε πατάτες, είτε ντομάτες, σιτάρι ή όσπρια στο αλώνι, να γεμίζουν ένα καλάθι από την παραγωγή τους, και να το αδειάζουν στο χωράφι, «για να περάσει ο φτωχός και να το πάρει», και αυτό «για την ψυχή του Μακαρίτη που έδωσε το χωράφι».  

Στα ίδια πλαίσια ήταν και τα κοκολόγια, που άφηναν επίτηδες ελιές ή χαρούπια, ή σταφύλια, για να περάσει πάλι ο φτωχός να τα μαζέψει. Νοοτροπίες που πηγάζουν από την αρχαιότητα, που είχαν μάλιστα θεσπισθεί και με τους νόμους της εποχής. Στο αμπέλι του ο αμπελουργός θα αφήσει τα καμπανάρια, που ούτως ή άλλως είναι άγουρα ακόμα. Κάποια στιγμή θα περάσει ο φτωχός να τα κόψει, για να τα πάει στο σπίτι να τα πατήσει και να  βγάλει το κρασί του, ή κάποια φτωχή μάνα για να φάνε τα παιδιά της, να τα πατήσει να βγάλει μούστο να κάμει μουσταλευριά ή πετιμέζι για τα παιδιά της. Πολλές φορές ο αγρότης άφηνε κάτι επίτηδες, «για να φάει και το πουλάκι» μια πολύ συνηθισμένη φράση πριν μερικές δεκαετίες.

Το παλιό ζεύκι επίσης, που πηγάζει κι αυτό από την αρχαιότητα, ήταν μια «ευχή στον θεό Ζευ», τον Δία δηλαδή, και ήταν μια προσφορά προς τους Θεούς. Έτσι ένας παραγωγός που τέλειωνε με το θέρος ή το τρύγος, το λιομάζωμα κλπ, στο τέλος έκανε ένα τραπέζι στην εξοχή με καλεσμένους τους εργάτες και φίλους, για να τους ευχαριστήσει και αυτούς, αλλά και τον Θεό που πήγε καλά  και η φετινή σοδειά.

Το ίδιο έκαναν και οι βοσκοί στην Κρήτη από παράδοση. Στην γιορτή τους, στη γιορτή κάποιου Πολιούχου Αγίου του χωριού, ή σε άλλα θρησκευτικά πανηγύρια σε εξωκλήσια, έβραζαν μια αίγα ή πρόβατο, πήγαιναν και άρτους στην εκκλησία, για να μοιραστούν τα δώρα αυτά στο εκκλησίασμα μετά την Θεία Λειτουργία. Αυτά όλα ήταν προσφορές, για να ευχαριστήσουν τον Θεό, ή τον Προστάτη Άγιο τους, αλλά και περί υγείας των ίδιων και των οικογενειών τους. 

Όταν ένα χωριό είχε μια φτωχιά μάνα, ένα γέρο ανήμπορο η γριά, οι συγχωριανοί τους έδιναν το ελεύθερο να  μπαίνουν στα χωράφια τους, στους κήπους ή τα αμπέλια και τους επέτρεπαν  να κόβουν ελεύθερα ότι ήθελαν, δηλαδή στην περίπτωση αυτή, η κλεψιά δεν ήταν αμαρτία, αλλά έργον θεάρεστον!

Η πίστη στον λόγο στον όρκο και στην άδολη φιλία

Οι αρχαίοι  ορκιζόταν με το «Νη μα Δι» που σήμαινε«Μα τον Δία», που το λέμε ακόμα και σήμερα. «Νή Δί’, ὦ Καλλία, τελέως ἡμᾱς ἑστιᾷς.» – «Μα τον Δία, πολύ ωραία μας φιλοξενείς». Αργότερα έγινε «μα το Θεό», και μάλιστα επί χριστιανισμού, σε κάποια χωριάτης Κρήτης, ο όρκος στην εικόνα του Αγίου Φανουρίου ήταν απαραβίαστος. Γνώριζε ο οποιοσδήποτε πως αν κάποιος κρητικός ορκιζόταν στην εικόνα του Αγίου Φανουρίου,τότε εκατό τοις εκατό έλεγε την αλήθεια.
Εξίσου με τον όρκο ήταν και ο λόγος. Οι Κρητικοί τον λόγο, ή μια υπόσχεση, ήτα σαν «συμβόλαιο με την υπογραφή του Θεού από κάτω».

Όταν ο νέος έδινε λόγο στον αρραβώνα πως στο τέλος θα παντρευτεί τη κοπελιά, αμέσως κιόλας εκείνη ήταν δική του δηλαδή την όριζε, και όλοι ήξεραν πως ένας τέτοιος λόγος ήταν συμβόλαιο! 

Στο βιβλίο το έπος του Ερωτόκριτου, βρήκε ο κάθε Κρητικός τα πρότυπα του όσον αφορά και την πραγματική τη φιλία όπως την έβλεπαν οι παλιοί, τον παθιασμένο έρωτα, τον σεβασμό μεταξύ του ζευγαριού, και την αίσθηση ευθύνης όταν παραστεί ανάγκη για την πατρίδα κλπ.

Τι λένε οι άλλοι για τους κρητικούς

Κάποιοι Έλληνες αγαπάνε ιδιαίτερα τους Κρητικούς, και διότι εκείνοι πολέμησαν για αυτούς, αλλά και διότιπέρασαν καλά στην Κρήτη όταν τύχαινε να τους φιλοξενήσουν!

Έτσι έχουν επικρατήσει κάποιες φράσεις, που ακούγονται ακόμα και σήμερα, όπως:

«Καλύτερα να έχεις φίλο στην Κρήτη, παρά Βουλευτή στην Αθήνα»! Αυτή και μόνο η φράση τα λέει όλα, όταν η φιλοξενία του Κρητικού δεν ξεχάστηκε, όπως και η φράση:
«Κάλιο σκύλο από την Κρήτη, παρά φίλο Λιλοβίτη»!

Το Κρητικό φιλότιμο και η φιλοξενία

Αν και η λέξη «φιλότιμο» είναι Ελληνική λέξη, είναι πλέον γνωστό παγκοσμίως το Κρητικό φιλότιμο, που ο κάθε κρητικός κουβαλάει μέσα του, και πιστεύει πως κι αυτό το κουβαλάει από την αρχαιότητα. Όπως τον Ξένιο Δια τον φιλοξένησε στην σπηλιά του όρους  Ίδη η Αμάλθια και η Μέλισσα, κόρες του Μελισσέα, έκτοτε και ο ίδιος ο Δίας έγινε ταυτόσημος με την Κρητική φιλοξενία, και θεωρούν ευθύνη τους και οι Κρητικοί να την κουβαλάνε και εκείνοι  από τότε, από γενιά σε γενιά.

Δεν είναι μονάχα η φιλοξενία κάποιου περαστικού ακόμα και ζητιάνου, δεν είναι μονάχα τα ντρέτα λόγια και τα σταράτα, είναι και το φιλότιμο που σαν λέξη δεν υπάρχει σε καμία ξένη γλώσσα, διότι στην ουσία η λέξη εμπεριέχει κομμάτι ψυχής. Είναι μια εσωτερική ψυχική ανάγκη αυτός που κουβαλάει το φιλότιμο μέσα του, να ευχαριστήσει τον άλλο, είτε προσφέροντας του υλικά αγαθά ή ακόμα και δανεικά στην ανάγκη του.Ανταπέδιδε στο διπλάσιο αυτό που του πρόσφεραν. Πέραν του ότι οι παλιοί Κρητικοί ήταν εύθυμος και αλέγρος  λαός, με Μεσογειακό ταπεραμέντο του «έξω καρδιά», ήταν του γλεντιού του χορού και του καλού φαγητού, είχε κι άλλες αρετές.

Στην εργασία  σαν εργάτης, ακόμα και σε ξένα χέρια, έδινε τον καλύτερο του εαυτό, για να ευχαριστήσει τον άλλο. Σαν αφεντικό πάλι έκανε το φιλότιμό του να ευχαριστήσει τους εργάτες με καλή συμπεριφορά, με καλό φαγητό και ύπνο. Οι δε Κρητικοί αν τύχαινε να σμίξουν έξω από το νησί, η συμπεριφορά τους ήταν αδερφική. Η πρώτη κουβέντα ακόμα και εντελώς άγνωστοι να ήταν, ήταν «έλα να σε κεράσωμε»! Οι συνήθεις των ανθρώπων στην Κρήτη, είναι που τους κάνουν να διαφέρουν από τους υπόλοιπους Έλληνεςαι».,  Αυτές τις συνήθειες τις είχα καταγράψει και παλαιότερα στο άρθρο: «Πόσο Κρητικός είσαι»!

Δεν θα ξεχάσω δυο Κρητικούς που έτυχε να τρακάρουν τα αυτοκίνητά τους σε δρόμο της Αθήνας, και μόλις ρώτησαν ο ένας  «από πού είσαι», και ο άλλος είπε «Από τη Κρήτη», αμέσως ο άλλος του απάντησε: «Μα πατριώτες ήμαστε Σύντεκνε; Ε γειά σου! Και δε το λες ε τόση να ώρα!    Εδα ας αφήσωμε σκιας τα  αμάξα μας επαδέ και πάμε να πιούμε μια ρακη, μα τα αμάξια σάζουνε, και επαδά θα τα αφήσουμε ούλα»! Το «μα επαδέθα τα αφήσουμε ούλα», ήταν μια πολύ συνηθισμένη φράση, που σήμαινε πόσο φιλοσοφημένος ήταν σαν λαός οι παλιοί Κρητικοί, που πέρα από τη ψυχική γαλήνη, την αγάπη και τις καλές σχέσεις δεν χώραγε τίποτε άλλο! Μπορεί όχι σε όλους, αλλά τουλάχιστον στους περισσότερους. Ήταν μεγάλη τιμή στην Κρήτη να αποκαλέσουν κάποιον φιλότιμο, όχι μόνο γιατί σπαταλά τα λεφτά του σε κεράσματα, αλλά το φιλότιμό του μπορεί να το δείξει κει με το να πέσει και μέσα στη φωτιά ακόμα, για να σώσει το σπίτι ή την περιουσία του γείτονα που καίγονται. 
Είναι γνωστά πια σε όλους, τα «πανηγύργια» δηλαδή το ξύλο που έδιναν οι Κρητικοί σε άνδρες άλλων διαμερισμάτων της Ελλάδος, όταν πήγαν στον ανταρτοπόλεμο, ή στην Ήπειρο στον Ελληνοϊταλιόπόλεμο.  Εκεί σαν έβλεπαν που καβαλούσε ο άνδρας το γαϊδούρι, και η γυναίκα του ακολουθούσε με τα πόδια κρατώντας και μια αγκαλιά ξύλα, γινόταν μπαρούτι! Βουτούσαν τον άνδρα από τον γιακά και τον πέταγαν κάτω,ψέλνοντας του τον …εξάψαλμο! «Μα δεν ντρέπεσαι αχαίρευτε, δεν έχεις μιαολιά τσίπα απάνω σου και μια σταλιά φιλότιμο; Πως επιτρέπεις να κάθεσαι εσύ στο γάιδαρο και να έχεις τη κερά σου να ‘ρχεται κουρασμένη με τα ;»

Ο γνήσιος Κρητικός ήταν καλογυναικάς και ήθελε τη γυναίκα του να έχει την αξία της, και ήθελε παντού να πηγαίνουν μαζί. «Πουθενά στην Ελλάδα η θέση της γυναίκας δεν υπήρξε στη θέση που ήταν στην Κρήτη» είπε κάποτε ένας μεγάλος άνδρας. Ο γνήσιος Κρητικός δεν ήθελε το άδικο, ένοιωθε μέσα του τον χριστιανισμό, και οι πράξεις του ήθελε να είναι τίμιες, οπότε ήθελε να υπερασπίζει τον κάθε αδύνατο σε μιαν ανάγκη.

Στο καφενείο ο κρητικός έπρεπε να δείξει το φιλότιμο του με όποιο τρόπο μπορούσε, κερνώντας εκτός από εκείνους που κερνούσαν κι εκείνον, κερνούσε και όταν είχε ευτυχία στη σοδιά του, όταν το παιδί του  είχε καλή σταδιοδρομία, κλπ. Κάθε σπιτικό τον μουσαφίρη γνωστό ή άγνωστο, τον έβλεπε σαν δικό του άνθρωπο, και η νοικοκυρά ή ο νοικοκύρης  του σπιτιού, έπρεπε να τον ευχαριστήσει με το να τον εξυπηρετήσει πρόθυμα, να τον κεράσει ή να του κάνει τραπέζι, ακόμα και να του προσφέρει ύπνο. Οι κοπέλες και εκείνες  στην Κρήτη, συμπαθούσαν νέους που ερχόταν στο χωριό τους από άλλα μέρη της Ελλάδος, πράγμα που δεν γινόταν σε άλλα  διαμερίσματα, και τον ξένο δεν τον αποδεχόταν ποτέ στην κοινωνία τους σαν δικό τους!

Παραδείγματα σπουδαία πάντως Κρητικής φιλοξενίας, ήταν η Καλύβα του Λαού στον Αφραθιά αρχές της δεκαετίας του 80, που φιλοξένησε και προσέφερε φαγητό σε πολύ κόσμο σε ξένους ή περαστικούς μια ομάδα νέων από το Τυμπάκι, μάλιστα αφιλοκερδώς! Αξέχαστη επίσης έμεινε και Η φιλοξενία των Γαλιανώντον Ιούλιο του ‘84 στην επιστράτευση, όπου οι επιστρατευμένοι είχαν στρατοπεδεύσει στην περιοχή: «Στου Παπά το καμίνι». Οι Γαλιανοί σε αυτή την περίπτωση, έδειξαν τον άριστο εαυτό τους, με το να καλούν τον κόσμο σε μικρές ομάδες στα σπίτια τους για τραπέζι, με το να ζυμώνουν και να τους πηγαίνουν ψωμιά, τυριά, αυγά, και το πρωί ροφήματα γάλα, καφέδες κλπ. Βέβαια και οι δύο περιπτώσεις , η φιλοξενία των Γαλιανών, και η περιβόητη Καλύβα του Λαού, εντυπωσίασαν τόσο πολύ τον έξω κόσμο, πουείχαν αναφερθεί σχετικά με την φιλοξενία τους, από τιςμεγάλες εφημερίδες της εποχής.

Πέραν βέβαια όλων αυτών, είναι γνωστές και οι φιλοξενίες διαφόρων κρητικών συλλόγων ή σωματίωνσε ξένους, και φυσικά οι διάφορες εκδηλώσεις τους στην Αθήνα και άλλα μέρη της Ελλάδας ακόμα και σήμερα.

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook